Η συμπλήρωση δέκα χρόνων από την ιστορική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και τον σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης της Αριστεράς ανέδειξε στον δημόσιο διάλογο ότι εκείνη η εκλογική νίκη ενοχλεί ακόμη όσους αισθάνονται «νόμιμοι ιδιοκτήτες της χώρας».
Οι λόγοι δεν έχουν να κάνουν μόνο με το γεγονός ότι επιδιώκουν να γράψουν την Ιστορία όπως τους βολεύει για να ξεχαστούν οι ευθύνες τους για τη χρεοκοπία της χώρας, τη διάλυση της οικονομίας, τη φτωχοποίηση της κοινωνίας και τη φυγή μισού εκατομμυρίου νέων κυρίως στο εξωτερικό. Μέσω της προσπάθειας απαξίωσης της εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ και της ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών από ένα κόμμα της Αριστεράς έπειτα από μια περίοδο μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων θέλουν στην πραγματικότητα να ξορκίσουν αντίστοιχη λύση και διέξοδο στο σήμερα και στο αύριο.
Εκείνο που ενοχλεί πρώτα απ’ όλα είναι αυτό που συνοπτικά θα λέγαμε «γίνεται και αλλιώς», ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν μονόδρομοι. Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ σε μια περίοδο που τα δύο κόμματα του παλιού δικομματισμού είχαν ταυτιστεί πλήρως ως προς την ασκούμενη πολιτική έδωσε διέξοδο σε μια φτωχοποιημένη κοινωνία. Στο τέλος της κυβερνητικής του θητείας ο ΣΥΡΙΖΑ παρέδωσε τη χώρα με βελτιωμένους μια σειρά από κρίσιμους κοινωνικούς δείκτες και με ένα νέο υπόδειγμα άσκησης πολιτικής, με διαφάνεια και χρηστή διαχείριση του δημόσιου χρήματος.
Φοβούνται το «γίνεται και αλλιώς»
Αυτό το «γίνεται και αλλιώς» φοβούνται και σήμερα. Σε μια περίοδο που η κοινωνική αντιπολίτευση εκδηλώνεται μαζικά και δυναμικά σε όλη τη χώρα ζητώντας δικαιοσύνη για το έγκλημα στα Τέμπη, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και συνολικά οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να πείσουν την κοινωνική πλειονότητα ότι υπάρχουν εναλλακτική λύση και διέξοδος, αλλιώς ελλοχεύει ο κίνδυνος της Ακροδεξιάς.
Το γεγονός ότι μέσα στην οικονομική κρίση η δυσαρέσκεια της ελληνικής κοινωνίας εκφράστηκε πλειοψηφικά μέσω της Αριστεράς και όχι μέσω της Ακροδεξιάς, και ακόμη χειρότερα των νεοναζί, υπήρξε κομβικής σημασίας για την ίδια τη δημοκρατία στη χώρα μας. Αυτό συνέβη γιατί τότε βρέθηκαν ένα κόμμα της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, και ένας ηγέτης, ο Αλέξης Τσίπρας, να δώσουν πραγματική εναλλακτική λύση διακυβέρνησης την ώρα που η «παραδοσιακή» Κεντροαριστερά της χώρας είχε συναινέσει πλήρως με τη Νέα Δημοκρατία.
Η προοδευτική συνεργασία
Σήμερα, που η Ακροδεξιά ανεβαίνει παντού στον κόσμο και στην Ευρώπη με «κινητήριο μοχλό» τη νίκη και νέα προεδρία Τραμπ στις ΗΠΑ, οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να βρουν τις λύσεις για τα μεγάλα προβλήματα της μεγάλης κοινωνικής πλειονότητας και να συνεργαστούν ώστε να δώσουν κυβερνητική διέξοδο. Ταυτοχρόνως, η διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2019 διέψευσε παταγωδώς όσους πίστευαν -και προσπαθούσαν να πείσουν και άλλους- ότι η Αριστερά μπορεί να είναι μόνο μια δύναμη διαμαρτυρίας και ουτοπικών διακηρύξεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε ότι η Αριστερά, όταν αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, μπορεί να κυβερνήσει με ρεαλισμό και υπευθυνότητα για το μέλλον και τις επόμενες γενιές, πολύ περισσότερο σε ταραγμένους καιρούς.
Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θωράκισε τη χώρα, την κοινωνία και την οικονομία από μελλοντικές αναταράξεις και κινδύνους. Από τη μία, θωράκισε την οικονομία και την κοινωνία με την έξοδο από τα Μνημόνια, τη ρύθμιση του χρέους και το αποθεματικό στα δημόσια ταμεία, με αποτέλεσμα η χώρα να μπορέσει να σταθεί όρθια στην πανδημία και στην ενεργειακή κρίση. Από την άλλη, με τη Συμφωνία των Πρεσπών η χώρα έλυσε με ειρηνικό τρόπο ένα κρίσιμο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής σε μια περίοδο γεωπολιτικών αναταραχών στη γειτονιά μας τόσο με τον πόλεμο στην Ουκρανία όσο και με την αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Και έχουμε δει πόσο επικίνδυνη για τα συμφέροντα της εξωτερικής μας πολιτικής είναι η μετέπειτα κωλυσιεργία της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.
Τέλος, η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση 2015-2019 σε συνδυασμό με όσα συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό και ειδικά τις τελευταίες μέρες, μετά την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Τραμπ, τονίζουν την ανάγκη για μια αλλαγή πορείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση της αυστηρής λιτότητας, της τιμωρητικής λογικής και της αδυναμίας χάραξης στρατηγικά αυτόνομης πολιτικής χάνει συνεχώς τη νομιμοποίησή της στους ευρωπαϊκούς λαούς. Οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις της Ακροδεξιάς, πλέον και με την ώθηση και τις ευθείες παρεμβάσεις του δίδυμου Τραμπ-Μασκ, ανεβαίνουν και εκφράζουν το αίτημα για πιο χαλαρούς δεσμούς μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, κάτι που πρακτικά σημαίνει την αποσάθρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είναι λοιπόν κρίσιμο σήμερα οι προοδευτικές δυνάμεις να πρωταγωνιστήσουν ώστε να γίνει μια γενναία στροφή σε μια δημοκρατική, κοινωνική, δίκαιη Ευρώπη, στρατηγικά αυτόνομη, που θα παίζει κρίσιμο ρόλο για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή μας και στον κόσμο.
Η Όλγα Γεροβασίλη είναι Δ΄ αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, βουλευτής Άρτας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία