Του Γιάννη Σιώτου
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ε.Ε. είναι πολλά και πολύπλοκα. Η οικονομική κρίση δεν έχει ξεπεραστεί. Το προσφυγικό έχει διχάσει. Οι φωνές αμφισβήτησης του κυριάρχου οικονομικού και πολιτικού δόγματος πληθαίνουν και, όπως επισημαίνουν κάποιοι, το εγγύς χρονικό διάστημα θα ενταθούν. Η πολιτική αστάθεια κυρίως στον Νότο είναι μια πραγματικότητα, η οποία κάνει ακόμα πιο πολύπλοκη τη διαδικασία του συγκερασμού. Σε ένα τέτοιο ασταθές περιβάλλον, το τελευταίο πράγμα που επιθυμούν οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο είναι η απειλή ενός Brexit. Σίγουρα, το Brexit θα αποσταθεροποιήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση, που ήδη μαστίζεται από πολλαπλές κρίσεις, θα δημιουργήσει χάος στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, θα βλάψει τη βρετανική οικονομία και θα μπορούσε ακόμα και να οδηγήσει στη διάλυση του ίδιου του Ηνωμένου Βασιλείου, αν το Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας (SNP) τηρήσει την υπόσχεσή του να διεξαγάγει δεύτερο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας, εφόσον το Ηνωμένο Βασίλειο ψηφίσει να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί πρόβλημα για άλλους εταίρους, που αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα. Ίσως η μεγαλύτερη απειλή που θα μπορούσε να ανακύψει να προέρχεται από την ανάγκη της ίδιας της Βρετανίας να επανακαθορίσει τις σχέσεις της, τόσο με την Ε.Ε. όσο και με τις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποδειχθεί "βόμβα" για την εύθραυστη παγκόσμια οικονομία, η οποία εναγωνίως προσπαθεί να διατηρηθεί σε μία έστω και ασταθή ισορροπία. Έχοντας ήδη να αντιμετωπίσει τεράστιες και δύσκολα διαχειρίσιμες αβεβαιότητες, το να μπουν όλα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων θα μπορούσε να αποδειχθεί μοιραίο για όλους και κυρίως για τις ισχυρές οικονομίες.
Μπορεί μέχρι τώρα η Μ. Βρετανία να έχει κρατήσει αποστάσεις από την Ε.Ε., αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η προοπτική εξόδου θα είναι αναίμακτη, τόσο για την ίδια όσο και στην Ε.Ε. και την ήδη κλυδωνιζόμενη παγκόσμια οικονομία. Φυσικά, το Λονδίνο θα παραμείνει το ηγετικό οικονομικό κέντρο της Ευρώπης, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, όμως, χωρίς απρόσκοπτη πρόσβαση στην ενιαία αγορά, θα μπορούσε σταδιακά να χάσει κάποια από τη γοητεία του. Ένα ακόμα "αγκάθι" αφορά στις συναλλαγές με την Ε.Ε. Ακόμα και αν οι σχέσεις καθοριστούν με μία συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με την Ευρωπαϊκή Ένωση, νέα εμπόδια εισόδου στην αγορά θα εγερθούν σταδιακά, ιδιαίτερα σε εκείνους τους τομείς (όπως οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες) όπου το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα και μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα έναντι των άλλων χωρών - μελών της Ε.Ε. Επίσης, το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να επαναδιαπραγματευτεί όλες τις τρέχουσες συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου με τον υπόλοιπο κόσμο και θα εξωσθεί από τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις Συνεργασίας Διατλαντικού Εμπορίου και Επενδύσεων (Transatlantic Trade and Investment Partnership) με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις θα υποφέρουν, καθώς οι επενδυτές θα στρέψουν την προσοχή τους σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιρλανδία και η Ολλανδία, που διασφαλίζουν πλήρη πρόσβαση στην ενιαία αγορά της Ε.Ε. Ακόμα και ο περιορισμός της μετανάστευσης της Ε.Ε. θα ήταν πολύ δαπανηρός για τη βρετανική οικονομία, καθώς, σύμφωνα με δημοσίευμα των "FT", κάθε Ανατολικο-ευρωπαίος μετανάστης ο οποίος έφτασε στο Ηνωμένο Βασίλειο στη δεκαετία του 2000 συνέβαλε κατά μέσο όρο σχεδόν 14.000 δολάρια σε φορολογικά οφέλη της χώρας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας (ενώ κάθε ιθαγενής πολίτης κόστισε στη χώρα κάτι λιγότερο από 21.000 δολάρια κατά την ίδια περίοδο).