Της Βασιλικής Κατριβάνου*
Ήταν πολλά αυτά που θα ήθελα να πω ακούγοντας τις τοποθετήσεις συναδέλφων μου, όλες αυτές τις μέρες που η Βουλή συζητούσε το νομοσχέδιο - ανάσα για τις φυλακές. Πολλά, τόσο για τις συγκεκριμένες διατάξεις του νομοσχεδίου όσο και για τις απόψεις που εκφράστηκαν. Αν έπρεπε να διαλέξω όμως ένα θέμα, ειδικά ακούγοντας τους κ. Σαμαρά και Μητσοτάκη, το θέμα αυτό έχει να κάνει με το τρίπτυχο πόνος - συγχώρηση - δίκαιο.
Καθένας που έχει χάσει έναν δικό του άνθρωπο, και πολύ περισσότερο όταν ο άνθρωπος αυτός δεν "χάθηκε" γενικώς, αλλά δολοφονήθηκε, νιώθει ανείπωτο πόνο - κι η εμπειρία αυτής της οδύνης σημαδεύει τη ζωή του ανεξίτηλα. Σε κάθε άνθρωπο σαν αυτόν οφείλουμε σεβασμό: απόλυτο σεβασμό. Το λέω όχι μόνο για τον κ. Μητσοτάκη και την κ. Μπακογιάννη, αλλά και για τους συγγενείς των θυμάτων της τρομοκρατίας, τα ονόματα των οποίων δεν μάθαμε ποτέ. Και το λέω, ακόμα πιο γενικά, για όσους έχουν έναν δικό τους άνθρωπο που δολοφονήθηκε. Δεν δικαιούμαστε να αμφισβητήσουμε, να σχετικοποιήσουμε τον πόνο αυτό· ποιοι είμαστε εμείς, άλλωστε, και με ποιο δικαίωμα θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο;
Όσο απόλυτη είμαι σε αυτό, άλλο τόσο νομίζω πως είναι κρίσιμο να δούμε ένα βήμα παραπέρα: να σκεφτούμε. Για να σπάσει ο φαύλος κύκλος της βίας και της εκδίκησης, χρειάζεται κάποια στιγμή η συγχώρεση. Κι εδώ έχω να καταθέσω μια προσωπική εμπειρία. Ως ψυχολόγος έχω δουλέψει με Ισραηλινές και Παλαιστίνιες γυναίκες σε κοινές ομάδες. Οι γυναίκες αυτές είχαν θύματα στην οικογένειά τους - άλλη το παιδί, άλλη τον άντρα της. Αν δέχτηκαν να βρεθούν μαζί στις ομάδες αυτές, ήταν για να δουλέψουν τον πόνο και την οργή τους, το τραύμα τους: το βίωμά τους. Όταν τις ρώτησα πώς μπόρεσαν να ξεπεράσουν τόσο θυμό και τόση πίκρα και να προσπαθήσουν να νιώσουν τον πόνο του άλλου, κάποιες μάλιστα ακόμα και να συγχωρήσουν, μου απάντησαν ότι το κάνουν γιατί έχουν να μεγαλώσουν παιδιά. Παιδιά που πρέπει να ζήσουν σε έναν καλύτερο κόσμο και να μην εμπλακούν στον κύκλο του μίσους και της εκδίκησης. Νομίζω πως την απάντησή τους αξίζει να τη σκεφτούμε όλοι και όλες.
Προφανώς δεν μας αντιστοιχεί να υποδείξουμε, ούτε είναι δική μου δουλειά να το κάνω, κάποια υποχρεωτική «συγχώρεση». Όλοι όσοι έχασαν έναν δικό τους άνθρωπο δικαιούνται να μη συγχωρούν. Το δικαιούνται, ακόμα κι αν ο πόνος δεν γιατρεύεται με άλλο πόνο - ακόμα κι αν η συμπόνοια και η συγχώρεση (και από τις δυο μεριές, αλλά ακόμα και μονομερώς, πιστεύω) είναι αυτές που δείχνουν ανωτερότητα και μεγαλοψυχία και που τελικά πηγαίνουν τις κοινωνίες μας μπροστά.
Το ζήτημα είναι ότι ο πόνος αυτός, ανείπωτος, αναμφισβήτητος, που του οφείλουμε σεβασμό, δεν μπορεί να είναι κριτήριο για τη θεσμική συζήτηση και τη νομοθέτηση. Μπορούμε άραγε να διανοηθούμε διαβουλεύσεις με όσους έπεσαν θύματα κλοπής ή εμπρησμού; Με άλλα λόγια, η ποινική αντιμετώπιση, πολλώ δε μάλλον οι ειδικές διατάξεις για αποφυλάκιση για λόγους υγείας, δεν είναι διαπροσωπικό θέμα συνεννόησης μεταξύ θύτη και θύματος (ή συγγενών). Αν αύριο λ.χ. οι συγγενείς των θυμάτων πουν ότι συγχωρούν τους δολοφόνους, αυτό θα ήταν ένα σπουδαίο διάβημα προς την κοινωνία - θετικό ή αρνητικό, ας το κρίνει ο καθένας. Δεν θα συνεπαγόταν, ωστόσο, την απελευθέρωση των καταδικασθέντων. Η θεσμοθέτηση διατάξεων δεν εξαρτάται από τη συγχώρηση ή τη μη συγχώρηση των θυμάτων και των απογόνων τους. Αλλιώς πάμε πολύ πίσω.
* Η Βασιλική Κατριβάνου είναι συντονίστρια ΕΠΕΚΕ Δικαιοσύνης, Προστασίας του Πολίτη και Μετανάστευσης. Το κείμενο βασίζεται στη δευτερολογία της στην Ολομέλεια της Βουλής, στη συζήτηση για το νομοσχέδιο του υπ. Δικαιοσύνης (16.4.2015)