Η κυβέρνηση αποκρύπτει τις πραγματικές δυνατότητες που παρέχει το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας για την ενίσχυση νοικοκυριών και μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων για να επιβάλλει ως μονόδρομο περιοριστικές πολιτικές. Αυτό τονίζει ο Νίκος Παππάς σε επίκαιρη ερώτησή του που κατέθεσε προς τον Κυριάκο Πιερρακάκη, υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Ο βουλευτής Β3 Νότιου Τομέα Αθηνών του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία εξηγεί ότι το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο δεν αποτελεί έναν απόλυτο «κόφτη» δαπανών. Αντιθέτως, προβλέπει δύο συγκεκριμένα εργαλεία που αυξάνουν τον πραγματικό δημοσιονομικό χώρο. Πρώτον, τις έκτακτες - άπαξ δαπάνες (one-off expenditure), οι οποίες δεν συνυπολογίζονται στον δείκτη καθαρών δαπανών, και δεύτερον, τα Μέτρα Διακριτικής Ευχέρειας Εσόδων (DRM), όπως η προσωρινή φορολόγηση των υπερκερδών τραπεζών, διυλιστηρίων και ενεργειακών ολιγοπωλίων ή η προοδευτική αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων, που δημιουργούν ισόποσο δημοσιονομικό περιθώριο εντός των ευρωπαϊκών κανόνων.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι, «εφόσον υπήρχε πολιτική βούληση, η κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα δύο αυτά εργαλεία και να διοχετεύσει 6 επιπλέον δισ. ευρώ στην οικονομία, χρήματα από το υπερπλεόνασμα, χωρίς να παραβιάσει το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας […] η ελληνική οικονομία θα είχε τονωθεί με 6 επιπλέον δισ. ευρώ». Όπως επισημαίνει, επίσης, «σειρά ευρωπαϊκών χωρών αξιοποιούν ήδη τα εργαλεία αυτά για να στηρίξουν τις κοινωνίες και τις οικονομίες τους».
Ο Νίκος Παππάς καλεί την κυβέρνηση και το οικονομικό επιτελείο να εξηγήσουν γιατί αρνούνται να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες του Κανονισμού 1263/2024 και εάν αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή «η προστασία των υπερκερδών τραπεζών, διυλιστηρίων και ενεργειακών ολιγοπωλίων» αντί της άμεσης ελάφρυνσης νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Ολόκληρο το κείμενο της επίκαιρης ερώτησης
Θέμα: «Απόκρυψη των δυνατοτήτων διεύρυνσης του δημοσιονομικού χώρου και αδικαιολόγητη μη αξιοποίηση των δυνατοτήτων του νέουΣυμφώνου Σταθερότητας για την ελάφρυνση νοικοκυριών και ΜμΕ»
Η κυβέρνηση επενδύει συνειδητά σε ασύμμετρες πληροφορίες σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες για να επιβάλλει ως μονόδρομο περιοριστικές πολιτικές, αρνούμενη τις πολιτικές που πραγματικά δημιουργούν δημοσιονομικό χώρο και κάνουν τη διαφορά στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, στην ανάπτυξη της χώρας και στον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων.
Αφενός, με την υπεραπόδοση των πρωτογενών πλεονασμάτων των 6 δισ. το 2025 εν μέσω της νέας κρίσης ακρίβειας και με ταμειακά διαθέσιμα 39,5 δισ. στα τέλη του 2025, το κράτος είναι απολύτως ικανό ταμειακά να προχωρήσει σε έκτακτες δαπάνες της τάξης του 1% του ΑΕΠ, ελαφρύνοντας τα εισοδήματα των νοικοκυριών και τους ισολογισμούς των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Βάσει του Κανονισμού 1263/2024 (άρθρο 2, παρ. 2, σημεία 13 και 42), οι ετήσιες έκτακτες δαπάνες (one-off expenditure) αφαιρούνται από τις συνολικές δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης στον υπολογισμό των ετήσιων καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων δαπανών που μετά τη σύγκριση της ετήσιας μεταβολής τους με τις αντίστοιχες του προηγούμενου έτους, αποτελούν το κριτήριο του Αναθεωρημένου Συμφώνου Σταθερότητας. Στη βάση αυτή στους προϋπολογισμούς του 2026 των κρατών μελών, που είναι κατατεθειμένοι στην Κομισιόν, δαπάνες της τάξης του 0,5% έως 1% του ΑΕΠ αφαιρούνται συστηματικά από το ετήσιο δείκτη καθαρής μεταβολής δαπανών του κάθε κράτους μέλους. Μπορούσαν, συνεπώς, να δαπανηθούν εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου και στην Ελλάδα, εφόσον υπήρχε πολιτική βούληση.
Αφετέρου, τα Μέτρα Διακριτικής Ευχέρειας Εσόδων (DRM), όπως είναι η προσωρινή (για 3 έτη) φορολόγηση των υπερκερδών των τραπεζών, των διυλιστηρίων και των ενεργειακών ολιγοπωλίων ή μέσω της μόνιμης προοδευτικής αύξησης του φόρου μερισμάτων, μειώνουν εξίσου και περίπου ισόποσα τον δείκτη της απόλυτης μεταβολής καθαρών δαπανών, ο οποίος αποτελεί το κεντρικό κριτήριο του Αναθεωρημένου Συμφώνου Σταθερότητας.
Εάν η κυβέρνηση είχε αφήσει σταθερά τα μεγέθη του προϋπολογισμού 2026, αλλά αύξανε τις δαπάνες Γενικής Κυβέρνησης όσο το υπερπλεόνασμα από τα 127,5 δισ. στα 133,5 δισ., εφαρμόζοντας επιπλέον έκτακτες δαπάνες 2,6 δισ. (1% του ΑΕΠ) και αντλώντας έσοδα από Μέτρα Διακριτικής Ευχέρειας ύψους 2,7 δισ., η χώρα θα διατηρούσε ακριβώς τον ίδιο δείκτη μεταβολής καθαρών δαπανών για το 2026 (6,7%), που έχετε ήδη καταθέσει στην Κομισιόν. Η θεμελιώδης διαφορά είναι ότι η ελληνική οικονομία θα είχε τονωθεί με 6 επιπλέον δισ. ευρώ. Όμως, η κυβέρνηση της Ν.Δ. εμφανίζει το 2026 αρνητικό ποσό 0,9 δισ. στα Μέτρα Διακριτικής Ευχέρειας Εσόδων του 2026 και μηδενικό ποσό στις έκτακτες δαπάνες.
Αναλύοντας τα Προσχέδια Προϋπολογισμών για το 2026, η απόκλιση είναι αποκαλυπτική. Χώρες όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Πολωνία, η Σλοβενία, η Σλοβακία, η Γερμανία, η Λετονία, η Εσθονία και η Ρουμανία έλαβαν ή προγραμμάτισαν μέτρα DRM μεταξύ 0,5% και 1,92% του ΑΕΠ και χώρες, όπως η Ισπανία, η Ολλανδία, η Δανία, η Βουλγαρία προχώρησαν σε προγραμματισμό εφάπαξ έκτακτων δαπανών μεταξύ 0,4% και 0,9% του ΑΕΠ για να θωρακίσουν τις κοινωνίες τους.
Κατόπιν των ανωτέρω,
Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:
1. Γιατί η κυβέρνηση αρνείται να αξιοποιήσει τις προβλέψεις του Κανονισμού 1263/2024 (έκτακτες δαπάνες και μέτρα διακριτικής ευχέρειας), ώστε να επιστρέψει το υπερπλεόνασμα των 6 δισ. σε νοικοκυριά και ΜμΕ;
2. Αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή η προστασία των υπερκερδών τραπεζών, διυλιστηρίων και ενεργειακών ολιγοπωλίων και η διατήρηση του χαμηλού συντελεστή φορολόγησης μερισμάτων, εις βάρος της ενεργοποίησης παρεμβάσεων (DRM) που θα δημιουργούσαν άμεσα και εντός των ευρωπαϊκών κανόνων, περίπου ισόποσο δημοσιονομικό περιθώριο για ελαφρύνσεις προς όφελος της κοινωνίας και της αγοράς;
Ο Ερωτών Βουλευτής
Παππάς Νίκος