Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που προβάλλουν μπροστά στο ριζοσπαστικό κυβερνητικό εγχείρημα είναι ο δρόμος που θα επιλεγεί για την αντιμετώπιση του μεγάλου ζητήματος του μέλλοντος και του ρόλου των επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που αντιπροσωπεύουν μεν ένα μικρό μέρος της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας, ωστόσο αφορούν την παραγωγή αγαθών και την προσφορά υπηρεσιών γενικού κοινωνικού ενδιαφέροντος. Θα προχωρήσουμε σε παραγωγικές συμπράξεις ανάμεσα στο Ελληνικό Δημόσιο και σε επενδυτικούς κολοσσούς της παγκόσμιας αγοράς που εκδηλώνουν ενδιαφέρον; Θα ακολουθήσουμε το πρότυπο του κρατικού καπιταλισμού για όσες κοινωφελείς επιχειρήσεις έχουν ξεφύγει μέχρι σήμερα από τις δαγκάνες των αποκρατικοποιήσεων; Θα συγκροτήσουμε έναν ισχυρό δημόσιο οικονομικό τομέα, με το σύνολο των κοινωφελών επιχειρήσεων, είτε έχουν ιδιωτικοποιηθεί είτε παραμένουν σε δημόσια κυριότητα, με εργατικό έλεγχο, δημόσια ιδιοκτησία, λαϊκή εποπτεία και κοινωνικοποιημένο ρόλο; Το ζήτημα δεν είναι πλέον καθόλου θεωρητικό και αφορά κατά τρόπο άμεσο και συγκεκριμένο έναν από τους βασικούς τομείς της οικονομικής κυβερνητικής πολιτικής.
Οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. της τελευταίας εικοσαετίας, και ιδιαίτερα η μνημονιακή πολιτική εξουσία της πρόσφατης πενταετίας έχουν προωθήσει την ιδιωτικοποίηση σημαντικών τομέων της δημόσιας οικονομίας όπως των τηλεπικοινωνιών, της τραπεζικής πίστης, των οδικών έργων υποδομών, της ενέργειας, του ΟΛΠ κ.λπ. Η κατάσταση που προκύπτει έτσι είναι μια εικόνα ενός αποδεκατισμένου δημόσιου τομέα της οικονομίας και οι απαντήσεις για τη δραστική του αντιμετώπιση έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Πολύ περισσότερο που η δημόσια λειτουργία πολλών από αυτές τις επιχειρήσεις προσκρούει στις κοινοτικές ευρωπαϊκές ρυθμίσεις και στην απαίτηση για την απελευθέρωση των σχετικών αγορών.
Α) Σε μια πρώτη περίπτωση είναι δυνατόν να διατηρηθούν οι μέχρι σήμερα αποκρατικοποιήσεις ως έχουν (ΟΤΕ, ΟΛΠ, Αγροτική Τράπεζα κ.λπ.), και οι υπόλοιπες δημόσιες επιχειρήσεις που απομένουν να παραχωρηθούν με ένα είδος συμβάσεων ΣΔΙΤ σε ενδιαφερόμενους διεθνείς επενδυτικούς φορείς. Έτσι, ενδιαφέρον εκδηλώνεται από την κρατική γερμανική εταιρεία διαχείρισης αεροδρομίων Fraport για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης των 14 περιφερειακών αεροδρομίων έναντι σημαντικού τιμήματος 10 δισ. ευρώ για μια 40ετία. Παράλληλα, σημαντικά κινεζικά κεφάλαια κινούνται για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης των λιμενικών πυλών της χώρας, του σιδηροδρομικού δικτύου, των έργων τεχνικών υποδομών, μεταξύ των οποίων η COSCO και η China Development Bank.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις θα πρόκειται για την ολοκλήρωση του κύκλου των ιδιωτικοποιήσεων δημόσιων επιχειρήσεων που έχουν ήδη προωθηθεί, με όρους σύμπραξης του Ελληνικού Δημοσίου με τις διεθνείς αυτές επενδυτικές επιχειρήσεις, που ενδεχομένως να διασφαλίζουν ορισμένα δημόσια συμφέροντα, εντούτοις όμως θα πρόκειται ουσιαστικά για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης αυτών των κοινωφελών δομών και επιχειρήσεων για μακρά σειρά δεκαετιών. Σε μια τέτοια προοπτική, ολόκληρος ουσιαστικά ο δημόσιος τομέας της οικονομίας (πλην ελαχίστων πιθανώς εξαιρέσεων) θα τεθεί στην τροχιά της καπιταλιστικής ανταγωνιστικής οικονομίας, με όλες τις σχετικές συνέπειες (συστηματική ιδιοποίηση παραγόμενης υπεραξίας, υψηλά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αμφισβητούμενη ποιότητα εξυπηρετήσεων).
Β) Σε μια δεύτερη περίπτωση, ο δημόσιος οικονομικός τομέας μπορεί να καταλήξει σε ένα είδος διχασμού ανάμεσα στις επιχειρήσεις που έχουν αποκρατικοποιηθεί και σε αυτές που παραμένουν σε δημόσιο έλεγχο και κυριότητα. Έτσι, τα οδικά έργα θα υπάγονται στην ιδιωτική εκμετάλλευση, ενώ οι επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης σε δημόσια εκμετάλλευση, άλλα λιμάνια θα λειτουργούν με κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και άλλα με δημόσιες ρυθμίσεις κ.λπ. Είναι προφανές ότι σ' αυτή την περίπτωση δημιουργείται ένα οικονομικό κακέκτυπο, γιατί δεν μπορεί να ανταποκριθεί ολοκληρωμένα στον δυναμικό και παραγωγικό ρόλο μιας συνολικής ζώνης της δημόσιας οικονομίας που να έχει μια ορισμένη θετική συμβολή στη διαδικασία της οικονομικής ανάταξης της χώρας.
Άλλωστε, σ' αυτή την περίπτωση η λειτουργία του ιδιωτικοποιημένου τομέα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα ασκεί καθοριστική πίεση για την καθολική παραχώρηση των κοινωφελών επιχειρήσεων στο επιχειρηματικό κεφάλαιο, μια και ο εναπομένων αποψιλωμένος δημόσιος τομέας δεν θα μπορεί να παράγει θετικά αποτελέσματα στο σύνολό του. Μια τέτοια κατάσταση των πραγμάτων που είναι υβριδική δεν θα αργήσει να δώσει τη θέση της σε μία από τις διαθέσιμες λύσεις της ιδιωτικής εκμετάλλευσης των δημόσιων επιχειρήσεων ή της κοινωνικοποιημένης τους λειτουργίας.
Γ) Τέλος, σε μια τρίτη περίπτωση, προβάλλει η μορφή της κοινωνικοποιημένης λειτουργίας του συνόλου του δημόσιου τομέα της οικονομίας, που σαν τέτοια είναι σε θέση να παράγει τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά αποτελέσματα. Σ' αυτή την περίπτωση, είναι αναγκαία η επαναφορά του συνόλου των δημόσιων επιχειρήσεων που έχουν αποκρατικοποιηθεί στη δημόσια ιδιοκτησία και διαχείριση, έτσι ώστε να υφίσταται μια πρώτη σημαντική συγκέντρωση δημόσιων παραγωγικών μέσων για την άσκηση μιας ριζοσπαστικής οικονομικής πολιτικής. Αυτή ήταν άλλωστε η στάση όλου του αριστερού και εργατικού κινήματος σε όλες τις περιπτώσεις που προωθούνταν οι αποκρατικοποιήσεις. Αυτό ήδη προσκρούει στην υπάρχουσα νομοθεσία και στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές ρυθμίσεις και άρα δεν μπορεί να επιλυθεί παρά με δυναμικούς πολιτικούς όρους, που όμως είναι η αφετηρία για τη λειτουργία αυτής της τρίτης εκδοχής.
Εάν αυτό επισυμβεί, με τον οριστικό τερματισμό των ιδιωτικοποιήσεων και την επαναφορά των αποκρατικοποιημένων παραγωγικών μονάδων στο Δημόσιο, μπορεί να χαραχθεί μια πορεία αποτελεσματικής όσο και κοινωφελούς πορείας του δημόσιου τομέα της οικονομίας με σχετικές αξιώσεις. Σ' αυτή την περίπτωση :
1) Η επενδυτική τροφοδότηση όλων των δημόσιων αυτών οργανισμών (από τα αεροδρόμια μέχρι την ΕΛΒΟ - ΕΑΒ και από τα οδικά δίκτυα μέχρι την Αγνό και τη Δωδώνη) μπορεί να γίνει είτε μέσα από ένα ανανεωμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, είτε από μια τράπεζα δημόσιου επενδυτικού σκοπού.
2) Η ιδιοκτησία αυτού του πλέγματος δημόσιων επιχειρήσεων θα ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, με την ενδεχόμενη συμμετοχή των δικτύων των χρηστών αυτών των υπηρεσιών ή των εργαζομένων σ' αυτές και σε κάθε περίπτωση μακράν οποιασδήποτε μορφής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας.
3) Η οργάνωση και η διαχείρισή τους δεν μπορεί παρά να ακολουθεί τις αρχές του εργατικού ελέγχου, της προαγωγής οριζόντιων μορφών καταμερισμού της εργασίας (σταδιακή υπέρβαση του διαχωρισμού διανοητικής - διευθυντικής / χειρωνακτικής - εκτελεστικής εργασίας), της ανάδειξης συλλογικών διοικητικών οργάνων υπόλογων έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, των εργαζομένων και των λαϊκών καταναλωτών.
4) Η λειτουργία αυτών των επιχειρήσεων, με τα προϊόντα που παράγουν και τις υπηρεσίες που προσφέρουν, εντάσσεται σε δίκτυα εμπορικής διανομής εκτός του πλαισίου του ανταγωνισμού της «ελεύθερης» αγοράς, γιατί διαφορετικά δεν θα επρόκειτο παρά για μορφές ενός κρατικού καπιταλισμού, ανταγωνιστικού προς τον ιδιωτικό καπιταλισμό.