Ένα στα δύο νοικοκυριά ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του ΙΝΕ - ΓΣΕΕ για το 2016.
Η έκθεση που παρουσιάστηκε χθες, κατά την πρώτη ημέρα του 36ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ, διαπιστώνει τη δραματική επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των οικογενειών στη χώρα μας, με κυριότερο χαρακτηριστικό ότι ένα στα δύο νοικοκυριά (48%) ζει κάτω από το όριο της φτώχειας,
Την επιδείνωση των στοιχείων επαληθεύουν η μείωση της αγοραστικής δύναμης και των μισθών.
Αναλυτικότερα, το 20,9% των νοικοκυριών αδυνατεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, ποσοστό που αυξάνεται στο 43,4% για τους άνεργους.
Κάτω από τα 800 ευρώ ένας στους δύο μισθωτούς
Όσον αφορά τους μισθούς, ένας στους δύο μισθωτούς λαμβάνει καθαρά κάτω από 800 ευρώ (14,5% μέχρι 499 ευρώ, 22% 500-699 ευρώ και 13,5% μεταξύ 700 και 800 ευρώ).
Το 18,6% λαμβάνει από 800 έως 1.000 ευρώ και το 15,7% λαμβάνει μισθό άνω των 1.000 ευρώ με μόνο το 5,9% να λαμβάνει περισσότερα από 1.300 ευρώ.
Αξιοσημείωτη είναι και η πτώση της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού, καθώς στην περίοδο 2010-2015 μειώθηκε κατά 24,7%.
Υπερδιπλασιάστηκε το ποσοστό των ευέλικτων μορφών εργασίας
Ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ Γ. Αργείτης και η επιστημονική ομάδα επισημαίνουν στην έκθεσή τους ότι «η υπογραφή και η εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου συνεπάγεται τη συνέχιση της πολιτικής της δημοσιονομικής λιτότητας, συνεπώς η προοπτική δημιουργίας βιώσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων και εξόδου από την κρίση είναι αρνητική».
Στην έρευνα καταγράφεται, επίσης, η νέα πραγματικότητα από την υπογραφή επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας που καλύπτουν το 94% των συλλογικών συμβάσεων σε σύνολο 282, ενώ στην εξαετία της κρίσης υπερδιπλασιάστηκε το ποσοστό των ευέλικτων μορφών εργασίας που πλέον αντιστοιχούν στο 55%, έναντι 21% του συνόλου των προσλήψεων το 2009.
Διαχρονικό πρόβλημα η μακροχρόνια ανεργία
Όσον αφορά την ανεργία, στην έκθεση σημειώνεται ότι, παρά τη μικρή αποκλιμάκωση του ποσοστού την τελευταία διετία (24%), η μακροχρόνια ανεργία εκτινάσσεται σε δυσθεώρητα ύψη, αγγίζοντας το 73,7% των άνεργων και αποτελώντας το πλέον διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. "Η αποκλιμάκωση του ποσοστού ανεργίας συνεχίζεται με ιδιαίτερα αργό ρυθμό, με αποτέλεσμα η ανεργία να παραμένει σε υψηλότατα επίπεδα και συγκεκριμένα στο 24%. Η ενίσχυση της αβεβαιότητας, καθώς και οι συνεχείς απαιτήσεις των δανειστών για επιπλέον μέτρα υλοποίησης της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης αποτελούν τους κύριους παράγοντες που βραχυπρόθεσμα απειλούν να ανατρέψουν την τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας".
Η έκθεση σημειώνει ότι το ποσοστό ανεργίας εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην Ε.Ε., η ποιότητα των θέσεων εργασίας συνεχίζει να χειροτερεύει, οι άτυπες και μη ηθελημένες μορφές μερικής απασχόλησης αυξάνονται, όπως και το ποσοστό της φτώχειας και της οικονομικής ανισότητας.
Τέλος, η έκθεση προτείνει τον επαναπροσδιορισμό του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης, αναδεικνύοντας τα κλαδικά συγκριτικά πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν μια νέα στρατηγική επενδύσεων, αύξησης της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και των εξαγωγών.