Την ώρα που η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει μια εικόνα οικονομικής ευημερίας, η πραγματικότητα που αποτυπώνει η έκθεση του ΙΟΒΕ είναι πολύ διαφορετική. Πίσω από τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, τις αναβαθμίσεις της οικονομίας και τα πρωτογενή πλεονάσματα υπάρχει μια κοινωνία που συνεχίζει να ζει με το βάρος του ιδιωτικού χρέους στις πλάτες της.
Οι αριθμοί δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Στο τέλος του 2025 το ιδιωτικό χρέος ανήλθε στα 417 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή στο 168% του ΑΕΠ. Πρόκειται για ένα μέγεθος που αποκαλύπτει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να κουβαλά τις πληγές της προηγούμενης δεκαπενταετίας, χωρίς να έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα βιώσιμο περιβάλλον για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η κυβέρνηση επιλέγει να αναδεικνύει τη σταδιακή μείωση των οφειλών σε καθυστέρηση ως απόδειξη προόδου. Όμως πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται η αλήθεια. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη εξακολουθούν να ανέρχονται στα 237,8 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή στο 57% του συνολικού ιδιωτικού χρέους. Και από αυτά, σχεδόν 7 στα 10 αφορούν οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον e-ΕΦΚΑ.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι εκατομμύρια πολίτες και επιχειρήσεις εξακολουθούν να αδυνατούν να ανταποκριθούν στις φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις. Δεν πρόκειται για «στρατηγικούς κακοπληρωτές», όπως συχνά αφήνεται να εννοηθεί. Πρόκειται, σε μεγάλο βαθμό, για ανθρώπους που εξαντλούνται από το αυξημένο κόστος ζωής, την ακρίβεια και τη διαρκή φορολογική επιβάρυνση. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα στο τραπεζικό σύστημα. Παρά τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών, περίπου το 30% των δανείων παραμένει προβληματικό. Η διαφορά είναι ότι το 92% αυτών βρίσκεται πλέον στα χαρτοφυλάκια των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, των γνωστών servicers. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν εξαφανίστηκε. Απλώς μεταφέρθηκε από τις τράπεζες στους διαχειριστές απαιτήσεων. Για τον πολίτη που παλεύει να ρυθμίσει το στεγαστικό ή το επιχειρηματικό του δάνειο η πίεση παραμένει πραγματική. Ταυτόχρονα, η στεγαστική πίστη παραμένει υποτονική. Οι νέες εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων κινούνται σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός που αποτυπώνει τόσο τη δυσκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση όσο και τη μειωμένη δυνατότητα των νοικοκυριών να αναλάβουν νέο δανεισμό. Η αγορά κατοικίας γίνεται ολοένα και πιο απρόσιτη, ιδιαίτερα για τους νέους.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το στοιχείο που αφορά την αποταμίευση. Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζουν αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης. Με άλλα λόγια, ξοδεύουν περισσότερα από όσα εισπράττουν, χρηματοδοτώντας την κατανάλωσή τους είτε με νέο δανεισμό είτε εξαντλώντας τις οικονομίες και την περιουσία τους. Αυτή δεν είναι εικόνα ισχυρής οικονομίας. Είναι ένδειξη διαρκούς οικονομικής πίεσης. Και ενώ το διαθέσιμο εισόδημα αυξάνεται ονομαστικά, εξακολουθεί να υπολείπεται περίπου κατά 30% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πολίτες ακούνε για οικονομική πρόοδο, αλλά στην καθημερινότητά τους βλέπουν ότι ο μισθός τελειώνει πολύ πριν τελειώσει ο μήνας.
Η κυβέρνηση επιμένει να μιλά για επιτυχίες με όρους μακροοικονομικών δεικτών. Όμως μια οικονομία δεν κρίνεται μόνο από τα πλεονάσματα ή τις αξιολογήσεις των αγορών. Κρίνεται από το αν οι πολίτες μπορούν να αποταμιεύσουν, να αποκτήσουν κατοικία, να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους και να σχεδιάσουν το μέλλον τους με ασφάλεια. Η έκθεση του ΙΟΒΕ υπενθυμίζει ότι πίσω από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς υπάρχει μια λιγότερο ευχάριστη πραγματικότητα, ένα τεράστιο ιδιωτικό χρέος, νοικοκυριά χωρίς αποταμιεύσεις, επιχειρήσεις που συνεχίζουν να πιέζονται και ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας εγκλωβισμένο σε έναν φαύλο κύκλο οφειλών. Οι αριθμοί μπορεί να μην συμμετέχουν στις κυβερνητικές συνεντεύξεις Τύπου. Δεν μπορούν όμως να κρύψουν την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι ότι όσο το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται και η οικονομική αντοχή των πολιτών εξαντλείται, οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί ακούγονται όλο και πιο μακριά από την καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας.
* Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια
