Ο Ντόναλντ Τραμπ πέρασε χρόνια παρουσιάζοντας την Κίνα ως τη μεγαλύτερη απειλή για την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Όμως, ο πόλεμος στο Ιράν και η παρατεινόμενη αστάθεια στο Στενό του Ορμούζ έφεραν στην επιφάνεια κάτι που η Ουάσιγκτον δυσκολεύεται να κρύψει: Οι ΗΠΑ δεν μπορούν πια να διαχειριστούν μόνες τους ακόμη και τις κρίσεις που οι ίδιες ανοίγουν.
Το γεγονός εξηγεί και τη μάλλον παράξενη εικόνα της συνόδου που ολοκληρώθηκε την Παρασκευή. Ο Τραμπ, σχεδόν αγνώριστος, κρατούσε ασυνήθιστα χαμηλούς και ήπιους τόνους απέναντι στον ηγέτη της χώρας που επί χρόνια παρουσίαζε ως βασικό γεωπολιτικό αντίπαλο της Ουάσιγκτον. Απέφυγε ακόμη και να σχολιάσει δημόσια τις κινεζικές προειδοποιήσεις για την Ταϊβάν, περιορίζοντας τις αυθόρμητες παρεμβάσεις του σχεδόν αποκλειστικά σε φιλοφρονήσεις για τη «ζεστασιά», τη «σοφία» και το «κύρος» του Σι Τζινπίνγκ. «Είσαι μεγάλος ηγέτης» είπε δημόσια στον Κινέζο Πρόεδρο, επαναλαμβάνοντας τον θαυμασμό του για τον τρόπο με τον οποίο κυβερνά μια χώρα 1,4 δισεκατομμυρίων ανθρώπων.
Ο Σι, αντιθέτως, άφησε γρήγορα κατά μέρος τις αβρότητες. Μόλις λίγα λεπτά μετά τους επίσημους χαιρετισμούς, πέρασε στο βασικό μήνυμα. Η Ταϊβάν αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για το Πεκίνο και οποιαδήποτε αμερικανική παρέμβαση μπορεί μελλοντικά να οδηγήσει τις δύο χώρες σε «εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση». Ήταν μια εντυπωσιακή αντίθεση. Ο Τραμπ μιλούσε για προσωπικές σχέσεις, ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας και «μεγάλες συμφωνίες». Ο Σι μιλούσε για ισορροπία ισχύος, στρατηγικά όρια και ιστορική μετάβαση.
Ο Τραμπ αναζητούσε άμεσα αποτελέσματα - εμπορικές συμφωνίες, επενδυτικές ανακοινώσεις και κινήσεις που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις πιεσμένες δημοσκοπικές του επιδόσεις ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Ο Σι μιλούσε για μακροπρόθεσμη «στρατηγική σταθερότητα» και συνολική επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη. Και πίσω από τη διαφορά ύφους, ήταν δύσκολο να κρυφτεί η αυτοπεποίθηση μιας δύναμης που κρίνει πως η εποχή της αδιαμφισβήτητης αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας φτάνει σταδιακά στο τέλος της.
Κατά τα άλλα, ο πόλεμος με το Ιράν έριχνε βαριά τη σκιά του πάνω στη σύνοδο. Παρότι η επίσκεψη είχε αρχικά σχεδιαστεί να επικεντρωθεί στο εμπόριο, στους δασμούς και στην τεχνολογική αντιπαράθεση, η κρίση βρέθηκε αναπόφευκτα στο επίκεντρο των συνομιλιών.
Τα κλειδιά του Ορμούζ στα χέρια της Κίνας
Η κρίση συνεχίζει να πιέζει τις τιμές πετρελαίου, να ανεβάζει το κόστος μεταφορών και να αναζωπυρώνει φόβους για νέα παγκόσμια ύφεση· ένα πολιτικό πρόβλημα πρώτης γραμμής για έναν Πρόεδρο που έχει επενδύσει τόσο πολύ στην εικόνα της οικονομικής σταθερότητας. Η Ουάσιγκτον έδειξε έτσι να αναζητά εναγωνίως τρόπο να αποτρέψει μια νέα κλιμάκωση που θα μπορούσε να την παγιδεύσει ακόμα βαθύτερα.
Και σε αυτό το πεδίο, η Κίνα διαθέτει μοχλούς επιρροής που καμία άλλη δύναμη δεν μπορεί να προσφέρει. Είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, βασικός οικονομικός εταίρος της Τεχεράνης και μία από τις ελάχιστες δυνάμεις που διατηρούν ανοιχτούς διαύλους τόσο με το Ιράν όσο και με τις μοναρχίες του Κόλπου. Για το Πεκίνο, το Ιράν δεν αποτελεί απλώς ενεργειακό προμηθευτή αλλά και χρήσιμο γεωπολιτικό αντίβαρο απέναντι στις ΗΠΑ, γεγονός που καθιστά μάλλον απίθανο να ασκήσει πραγματικά ασφυκτική πίεση προς την Τεχεράνη ή να εγκαταλείψει τη στρατιωτική και οικονομική του στήριξη.
Δεν είναι τυχαίο ότι λίγο πριν τη σύνοδο, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί βρέθηκε στο Πεκίνο, σε μια επίσκεψη που έμοιαζε περισσότερο με υπενθύμιση του κινεζικού γεωπολιτικού βάρους παρά με διπλωματική πρωτοβουλία.
Παρά τις προσδοκίες του Λευκού Οίκου, η σύνοδος ολοκληρώθηκε χωρίς συγκεκριμένη κινεζική δέσμευση για το ζήτημα. Ακόμη και η σύντομη αμερικανική σύνοψη των συνομιλιών περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές για «κοινή επιθυμία» επαναλειτουργίας του Στενού του Ορμούζ.
Η Ταϊβάν ως αντάλλαγμα
Η κινεζική ηγεσία είδε στη συγκυρία μια ιστορική ευκαιρία να αναδιαμορφώσει τους όρους της σχέσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Σι δεν επιδίωξε απλώς κάποια εμπορική ανακωχή ή περιορισμένες συμφωνίες για δασμούς και εξαγωγές. Επιδίωξε να κατοχυρώσει μια νέα ισορροπία δυνάμεων.
Ακριβώς γι’ αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία και η σκηνοθεσία της επίσκεψης. Ο Κινέζος ηγέτης υποδέχθηκε τον Τραμπ στο Ζονγκνανχάι, τον κλειστό πυρήνα εξουσίας του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, τον οδήγησε στον Ναό του Ουρανού και φρόντισε κάθε εικόνα της συνόδου να εκπέμπει ιστορικό βάθος, αυτοπεποίθηση και αίσθηση πολιτισμικής συνέχειας.
Η κινεζική ηγεσία δεν έκρυψε παράλληλα τα ανταλλάγματα που επιθυμεί. Ζητά περιορισμό των αμερικανικών εξοπλισμών προς την Ταϊβάν, άμβλυνση ή και τερματισμό της ρητορικής για την ανεξαρτησία του νησιού, λιγότερες κυρώσεις και περιορισμούς στις κινεζικές τεχνολογικές εταιρείες, αλλά και περισσότερο χώρο για να συνεχίσει την οικονομική και τεχνολογική του άνοδο.
Ο Τραμπ έδειξε πρόθυμος να αφήσει ανοιχτή αυτή τη συζήτηση. Ήδη η κυβέρνησή του είχε καθυστερήσει νέο πακέτο εξοπλισμών ύψους 13 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν ώστε να μην τινάξει τη σύνοδο στον αέρα πριν καν ξεκινήσει. Και μόνο το γεγονός ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος συζήτησε δημόσια το ζήτημα των εξοπλισμών προς την Ταϊβάν με το Πεκίνο συνιστά τεράστια μετατόπιση σε σχέση με δεκαετίες αμερικανικής πολιτικής.
Η «παγίδα του Θουκυδίδη»
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σι επανέφερε δημόσια και την περίφημη πλέον «παγίδα του Θουκυδίδη». Τη θεωρία δηλαδή ότι όταν μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβητεί μια κυρίαρχη υπερδύναμη, η σύγκρουση δεν πρόκειται να αργήσει. Ήταν ο καθηγητής του Χάρβαρντ Γκρέιαμ Άλισον που με το βιβλίο του «Προορισμένοι για πόλεμο: Μπορούν η Αμερική και η Κίνα να αποφύγουν την παγίδα του Θουκυδίδη;» χρησιμοποίησε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο για να κάνει έναν παραλληλισμό με τη σημερινή αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας. Η βασική ιδέα προέρχεται από το συμπέρασμα του Θουκυδίδη ότι η ραγδαία άνοδος της Αθήνας μετά τους Περσικούς Πολέμους και ο φόβος που προκάλεσε στη Σπάρτη έκαναν κάποια στιγμή τον πόλεμο αναπόφευκτο.
Τα τελευταία χρόνια, η έννοια έχει αποκτήσει τεράστια επιρροή στην αμερικανική στρατηγική συζήτηση. Η ιδέα ότι η κινεζική άνοδος μπορεί τελικά να οδηγήσει σε άμεση σύγκρουση με τις ΗΠΑ έχει επηρεάσει βαθιά τμήματα του στρατιωτικού κατεστημένου στην Ουάσιγκτον. Ο Σι χρησιμοποίησε τη θεωρία περισσότερο ως πολιτικό μήνυμα. Η Κίνα είπε επιθυμεί «σταθερότητα» και όχι σύγκρουση. Ταυτόχρονα, όμως, προειδοποίησε ότι αν οι ΗΠΑ συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν το Πεκίνο ως δύναμη που πρέπει να ανακοπεί, τότε η αντιπαράθεση μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτη.
Η κινεζική ρητορική κατά τη διάρκεια της συνόδου ήταν αποκαλυπτική. Τα κρατικά μέσα ενημέρωσης επαναλάμβαναν συνεχώς τον όρο «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα», παρουσιάζοντας τη σχέση ΗΠΑ-Κίνας όχι ως σχέση μεταξύ μιας ηγεμονικής δύναμης και του βασικού ανταγωνιστή της αλλά ως νέα μορφή συνύπαρξης ανάμεσα σε δύο ισότιμες υπερδυνάμεις.
Ο πόλεμος που αλλάζει τις ισορροπίες
Ο πόλεμος με το Ιράν φαίνεται ότι ενίσχυσε σημαντικά την αυτοπεποίθηση του Πεκίνου. Στην Κίνα πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η σύγκρουση αποκάλυψε τα όρια της αμερικανικής ισχύος. Η κατανάλωση τεράστιων ποσοτήτων πυραύλων, η πίεση στα αποθέματα του Πενταγώνου και η ανάγκη μεταφοράς στρατιωτικών πόρων από την Ασία στη Μέση Ανατολή αντιμετωπίζονται ως ένδειξη ότι οι ΗΠΑ δυσκολεύονται να διαχειριστούν πολλαπλά μέτωπα υψηλής έντασης.
Δεν ήταν τυχαίο ότι αρκετοί Κινέζοι αναλυτές συνδέουν πλέον ανοιχτά την κρίση στη Μέση Ανατολή με την Ταϊβάν. Η λογική τους ήταν απλή: Αν ένας πόλεμος στον Περσικό Κόλπο αποδείχτηκε αρκετός για να πιέσει τόσο σοβαρά τα αμερικανικά αποθέματα πυρομαχικών, τότε μια άμεση κρίση γύρω από την Ταϊβάν θα ήταν ασύγκριτα πιο δύσκολη για την Ουάσιγκτον. Γι’ αυτό και η κινεζική στρατηγική δεν στοχεύει απαραίτητα σε θεαματικές νίκες. Στόχος της -σε αυτή τη φάση- είναι κυρίως να κερδίσει χρόνο. Να παγιώσει μια νέα ισορροπία με τις ΗΠΑ, μέχρι η Κίνα να γίνει ακόμη ισχυρότερη οικονομικά, τεχνολογικά και στρατιωτικά. Ο χρόνος φαίνεται να βρίσκεται στο πλευρό της.
Επομένως, πίσω από τις τελετουργικές χειραψίες, τα κρατικά δείπνα και τις δηλώσεις περί «στρατηγικής σταθερότητας», η σύνοδος Τραμπ-Σι αποκάλυψε κάτι βαθύτερο: ότι η σχέση ΗΠΑ-Κίνας έχει ήδη περάσει σε νέα φάση. Γι’ αυτό και οι οικοδεσπότες δεν ανταποκρίθηκαν στις συνεχείς εκκλήσεις για παρέμβαση προς την Τεχεράνη. Ο Σι απέφυγε επιμελώς να συνδεθεί δημόσια με τις αμερικανικές απαιτήσεις, περιοριζόμενος σε γενικόλογες αναφορές περί «σταθερότητας» και αποφυγής της σύγκρουσης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό ήταν ότι, ενώ ο Τραμπ επέμεινε δημόσια πως οι δύο πλευρές «αισθάνονται παρόμοια» για τον πόλεμο, το κινεζικό ανακοινωθέν απέφυγε σχεδόν πλήρως να υιοθετήσει την αμερικανική γλώσσα για το Ιράν. Το Πεκίνο δεν εμφανίστηκε διατεθειμένο να προσφέρει στην Ουάσιγκτον τη διπλωματική νίκη που αναζητούσε. Και γιατί να το κάνει άλλωστε;
Έτσι, ο Τραμπ έφυγε από το Πεκίνο με άδεια χέρια. Χωρίς τεράστιες εμπορικές συμφωνίες, χωρίς την υπόσχεση κινεζικής υποστήριξης για το Ιράν και χωρίς την παραμικρή ένδειξη ότι το Πεκίνο είναι διατεθειμένο να ευθυγραμμιστεί με τις αμερικανικές προτεραιότητες.
Για χρόνια, οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν την Κίνα ως τη δύναμη που κάποτε ίσως αμφισβητήσει την κυριαρχία τους. Στο Πεκίνο όμως φάνηκε κάτι διαφορετικό. Ότι η αμφισβήτηση έχει ήδη αρχίσει. Και ότι για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Ουάσιγκτον βρίσκεται απέναντι σε έναν αντίπαλο που δεν αισθάνεται ούτε πιεσμένος ούτε βιαστικός. Γιατί πιστεύει πως ο χρόνος δουλεύει υπέρ του.
Το μεγάλο εμπορικό ντιλ που δεν έγινε ποτέ
Η εικόνα ήταν σχεδόν σουρεαλιστική. Ο Τραμπ επέστρεφε στην Ουάσιγκτον μιλώντας για τεράστια εμπορική επιτυχία και η κινεζική πλευρά απαντούσε διπλωματικά «ουδέν σχόλιο». Ούτε αριθμοί, ούτε χρονοδιάγραμμα, ούτε υπογραφές, ούτε καν μια έμμεση αναφορά στην Boeing

Αν κάποιος παρακολουθούσε μόνο τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ μετά την πρώτη ημέρα της συνόδου στο Πεκίνο, θα κατέληγε στο συμπέρασμα πως οι ΗΠΑ βρίσκονταν μόλις ένα βήμα μακριά από μια ιστορική εμπορική συμφωνία.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος ανακοίνωσε πανηγυρικά στο Fox News ότι ο Σι Τζινπίνγκ θα έβαζε βαθιά το χέρι στην τσέπη. «Θα παραγγείλει 200 αεροσκάφη. Είναι τεράστιο» τόνισε με εμφανή ικανοποίηση, παρουσιάζοντας την επικείμενη συμφωνία ως προσωπικό διπλωματικό του επίτευγμα. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι, την ώρα που ο Τραμπ μιλούσε για το «μεγάλο deal», το Πεκίνο συμπεριφερόταν σαν να μην είχε ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο.
Μετά την αναχώρηση του Αμερικανού Προέδρου, οι Κινέζοι αξιωματούχοι απέφυγαν επιμελώς να επιβεβαιώσουν οποιαδήποτε συμφωνία για αγορά αεροσκαφών, ενώ και ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών αρκέστηκε σε γενικόλογες αναφορές περί «αμοιβαία επωφελών εμπορικών σχέσεων».
Η εικόνα ήταν σχεδόν σουρεαλιστική. Ο Τραμπ επέστρεφε στις ΗΠΑ μιλώντας για τεράστια εμπορική επιτυχία και η κινεζική πλευρά απαντούσε διπλωματικά «ουδέν σχόλιο». Ούτε αριθμοί, ούτε χρονοδιάγραμμα, ούτε υπογραφές, ούτε καν μια έμμεση αναφορά στην Boeing. Ακόμη χειρότερα για τον Λευκό Οίκο, ούτε οι ίδιες οι αγορές έδειξαν να πιστεύουν την ιστορία. Η μετοχή της Boeing υποχώρησε περισσότερο από 4%, καθώς οι επενδυτές αντιλήφθηκαν ότι η πολυδιαφημισμένη συμφωνία μάλλον υπήρχε μόνο στη φαντασία του Τραμπ.
Συμφωνίες στα... αζήτητα
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Κίνα προχωρά σε μια τόσο μαζική παραγγελία... αόρατων Boeing. Σχεδόν κάθε μεγάλη σινο-αμερικανική σύνοδος συνοδεύεται από προβλέψεις περί «γιγαντιαίων» συμφωνιών, που τελικά είτε περιορίζονται δραστικά είτε δεν υλοποιούνται ποτέ.
Το ίδιο είχε συμβεί και κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ το 2020, όταν το Πεκίνο υποτίθεται ότι επρόκειτο να αυξήσει θεαματικά τις αγορές αμερικανικών προϊόντων. Λίγους μήνες αργότερα, η πανδημία χρησιμοποιήθηκε ως λόγος υπαναχώρησης και η Κίνα ακύρωσε παραγγελίες δεκάδων Boeing 737 MAX.
Στο μεταξύ, η πραγματική εικόνα της κινεζικής αγοράς αεροσκαφών μόνο ευχάριστη δεν είναι για την αμερικανική εταιρεία. Η Airbus έχει πλέον τεράστιο προβάδισμα στην Κίνα. Σε αντίθεση με τον αμερικανικό κολοσσό, η ευρωπαϊκή εταιρεία αποδέχθηκε εδώ και χρόνια την κινεζική απαίτηση για τοπική παραγωγή, συναρμολογώντας αεροσκάφη στην Τιαντζίν, ήδη από το 2008. Η εξέλιξη βοήθησε την Κίνα να αποκτήσει τεχνογνωσία για να αναπτύξει τη δική της αεροναυπηγική βιομηχανία. Σήμερα η κρατική Comac προωθεί το C919, ένα αεροσκάφος που πολλοί αναλυτές περιγράφουν ως σχεδόν αντίγραφο του Airbus A320.
Κινεζική τεχνολογία
Παρόμοια ήταν η εικόνα και στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης, όπου πολλοί στην Ουάσιγκτον περίμεναν ότι η παρουσία του διευθύνοντος συμβούλου της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, στην αμερικανική αποστολή θα εξασφάλιζε κάποια σημαντική συμφωνία για τις πωλήσεις αμερικανικών τσιπ στην Κίνα. Τελικά, ούτε εκεί προέκυψε κάτι χειροπιαστό. Παρά τις προσδοκίες, δεν υπήρξε καμία σαφής ένδειξη ότι το Πεκίνο σκοπεύει να επιτρέψει μαζικές αγορές των προηγμένων τσιπ H200 της Nvidia, την εξαγωγή των οποίων προς την Κίνα είχε εγκρίνει η κυβέρνηση Τραμπ από τον περασμένο Δεκέμβριο.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η στάση του ίδιου του Αμερικανού εμπορικού αντιπροσώπου Τζέιμισον Γκριρ, ο οποίος παραδέχτηκε ότι η Ουάσιγκτον δεν έχει τη δυνατότητα πίεσης. «Είναι κυρίαρχη απόφαση της Κίνας» δήλωσε, όταν ρωτήθηκε για το θέμα.
Η αμερικανική στρατηγική τεχνολογικού αποκλεισμού της Κίνας φαίνεται, κατά τα άλλα, να επιταχύνει ακριβώς αυτό που προσπαθούσε να αποτρέψει. Λίγο πριν από τη σύνοδο, η κινεζική DeepSeek ανακοίνωσε ότι το νέο της μοντέλο Tεχνητής Nοημοσύνης έχει βελτιστοποιηθεί ώστε να λειτουργεί πάνω σε τσιπ της Huawei.
Με άλλα λόγια, ενώ η Ουάσιγκτον προσπαθούσε επί χρόνια να περιορίσει την κινεζική τεχνολογική άνοδο μέσω κυρώσεων και περιορισμών, το Πεκίνο επιτάχυνε την προσπάθεια οικοδόμησης ενός αυτόνομου τεχνολογικού δικτύου.
