Σε συγκεντρώσεις ηγετών, όπως η σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας την περασμένη Δευτέρα στο Ερεβάν της Αρμενίας, η παρουσία των συμμετεχόντων είναι συχνά συμβολική. Στις συνόδους αυτές οι συζητήσεις τείνουν να είναι ακαδημαϊκού χαρακτήρα. Παρ’ όλα αυτά, οι απουσίες όχι απαρατήρητες δεν περνούν, αλλά δίνουν και αφορμές για εικασίες.
Στη σύνοδο αυτή, την όγδοη κατά σειρά ενός φόρουμ που συστάθηκε κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου στην Ουκρανία επαναδιατυπώνοντας τη δυτική συνοχή, η πιο σημαντική προσωπικότητα ήταν εκείνη που δεν βρισκόταν στην αίθουσα. Η απουσία του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς έριξε τη σκιά της στη διαδικασία εγείροντας πολλά ερωτήματα πέρα από τα γνωστά περί «ανειλημμένων υποχρεώσεων» κ.λπ. Πόσο μάλλον όταν στην ίδια αίθουσα βρισκόταν ένας ηγέτης «εκτός» Ευρώπης, ο πρωθυπουργός του Καναδά Μάρκ Κάρνεϊ. Επίσημα δεν δημιουργήθηκε θέμα. Ανεπίσημα όμως η απουσία αυτή ήταν αδύνατο να αγνοηθεί ή να υποτιμηθεί. Ο Μερτς βρίσκεται στο επίκεντρο της κλιμακούμενης διατλαντικής διαμάχης από τότε που υπαινίχθηκε πως το Ιράν «ταπείνωσε» τις Ηνωμένες Πολιτείες στον μεταξύ τους πόλεμο. Η αντίδραση από την Ουάσιγκτον ήταν άμεση και τιμωρητική: Ο Πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε την απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία και επέβαλε 25% δασμούς στις εισαγωγές ευρωπαϊκών αυτοκινήτων εκτοξεύοντας δύο φαρμακερά βέλη στην καρδιά του γερμανικού μοντέλου ασφάλειας και οικονομικής ευρωστίας. Προφανώς, η απόφαση του Μερτς να μείνει μακριά από το Ερεβάν δεν υπαγορεύθηκε από «ανειλημμένες υποχρεώσεις», ήταν καθαρός υπολογισμός.
Μια άδεια καρέκλα...
Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα, παρά την άτυπη δομή της, είναι μια «οθόνη προβολής» της ευρωπαϊκής ενότητας. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσπάθησαν να αναδείξουν και οι ηγέτες της αποφεύγοντας το δράμα. Ο τόνος που υιοθετήθηκε ήταν προσεκτικά ζυγισμένος. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε είπε πως οι Ευρωπαίοι «έλαβαν το μήνυμα» από την Ουάσιγκτον, ενώ η επικεφαλής εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. Κάγια Κάλας υπογράμμισε την ανάγκη για ανάληψη μεγαλύτερης ευρωπαϊκή ευθύνης χωρίς να αμφισβητήσει άμεσα τις αμερικανικές θέσεις. Η σιωπή «είπε» τα υπόλοιπα...
Όμως εκείνη η άδεια καρέκλα -της Γερμανίας- στο Ερεβάν δεν σταμάτησε να τραβά την προσοχή. Ήταν σαν ένας υπαινιγμός. Το Βερολίνο, που σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο αποτελούσε το «αγκυροβόλιο» της σχέσης της Ευρώπης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, πλέει τώρα σε αχαρτογράφητες θάλασσες. Αν η απουσία του Μερτς από το Ερεβάν ήταν ένα συγκυριακό ατόπημα ή σημάδι ενός ευρύτερου αναπροσανατολισμού, παραμένει ασαφές. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι η Ευρώπη σημειώνει τώρα τις απουσίες, ειδικά όσες έχουν στρατηγικό βάρος. Μόλις ένα χρόνο στην καγκελαρία και ο Μερτς βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς γεωπολιτικής καταιγίδας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία διέλυσε την ψευδαίσθηση μιας μόνιμα ειρηνικής ευρωπαϊκής τάξης. Η επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο -με εμπορικούς πολέμους που γρήγορα έγιναν θερμοί- κλόνισαν το συμπαγές του βορειοατλαντισμού. Και η Γερμανία, που εδώ και καιρό ήταν ένας οικονομικός γίγαντας αλλά στρατιωτικά ένα... αεροβόλο σκοποβολής, επανεξοπλίζεται τώρα σε κλίμακα που θα φαινόταν αδιανόητη πριν από μια δεκαετία. Το ερώτημα που προκύπτει για την Ευρώπη δεν είναι αν η Γερμανία θα γίνει πάλι μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη. Αυτό έχει ήδη δρομολογηθεί. Είναι αν ο επανεξοπλισμός της θα λειτουργήσει σταθεροποιητικά ή αποσταθεροποιητικά - όσο κι αν το δεύτερο ακούγεται υπερβολικό για την ώρα.
Ο καταλύτης
Ο κύριος καταλύτης της στρατηγικής μετατόπισης της Γερμανίας δεν είναι μόνο η Μόσχα, είναι και η Ουάσιγκτον. Η αμερικανική αναδίπλωση στην Ευρώπη, που για ορισμένους είναι μια νομοτέλεια καθοδηγούμενη από την εξάντληση των πόρων που στήριζαν τον αμερικανικό ηγεμονισμό παγκοσμίως, σε συνδυασμό με την έξαρση του διμερούς οικονομικού ανταγωνισμού στο πλαίσιο του ευρύτερου παγκόσμιου, καθιστούν την κατάσταση ξεκάθαρη: Οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας στη Γερμανία, ο ακρογωνιαίος λίθος της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής τάξης τόσο στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου όσο και μετά απ’ αυτόν, δεν μπορούν πια να θεωρούνται δεδομένες.
Οι Ευρωπαίοι έβλεπαν εδώ και καιρό να έρχεται αυτή η στιγμή. Από την εποχή ακόμη του Ομπάμα που τους ζητούσε διακριτικά να αυξήσουν τις στρατιωτικές δαπάνες τους στο 2% του ΑΕΠ. Ο τρόπος με τον οποίο αυτή η διακριτική προτροπή έγινε απαιτητική επιταγή, με μονομερείς ενέργειες, πολιτικά φορτισμένη ατμόσφαιρα και ανοιχτές διαφωνίες γύρω από τον πόλεμο των ΗΠΑ με το Ιράν, επιβεβαίωσε τη βαριά αίσθηση της ρήξης μιας ιστορικής σχέσης. Οι επιπτώσεις για το Βερολίνο ήταν βαθιές. Για δεκαετίες η αρχιτεκτονική ασφάλειας της Γερμανίας βασιζόταν σε ένα αξίωμα: Η αμερικανική ισχύς ήταν η βάση και η εγγύηση της ευρωπαϊκής άμυνας, επιτρέποντας στη Γερμανία να δώσει προτεραιότητα στην οικονομική ανάπτυξή της και στην ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Αυτό το αξίωμα δεν είναι πια η βάση της εξίσωσης. Η Γερμανία προετοιμάζεται τώρα για μια εποχή που η σύνδεση με την Ουάσιγκτον θα τίθεται υπό όρους, σίγουρα θα είναι απρόβλεπτη και δυνητικά περιορισμένη. Η σιωπηλή αναδιάταξη προσφέρει τώρα κινητική ενέργεια στον πλέον φιλόδοξο στρατιωτικό επανεξοπλισμό στη σύγχρονη ευρωπαϊκή Ιστορία.
Η κλίμακα της μετατόπισης
Οι αριθμοί προκαλούν ίλιγγο. Οι γερμανικές στρατιωτικές δαπάνες αναμένεται να ξεπεράσουν τα 150 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως μέχρι το τέλος της δεκαετίας! Θα είναι ο μεγαλύτερος στρατιωτικός προϋπολογισμός στην Ευρώπη και μεταξύ των κορυφαίων παγκοσμίως. Το Βερολίνο έχει θέσει σε κατάσταση ύπνου το συνταγματικό φρένο για τον κρατικό δανεισμό προκειμένου να χρηματοδοτήσει τα εξοπλιστικά σχέδιά του. Οι σχετικές προμήθειες περιλαμβάνουν εκατοντάδες οπλικά συστήματα σε κάθε τομέα -από άρματα μάχης και μη επανδρωμένα αεροσκάφη έως δορυφόρους και κυβερνο-δυνάμεις. Ο στόχος είναι σαφής και διακηρυγμένος δημόσια: Η Γερμανία θα έχει τις ισχυρότερες συμβατικές Ένοπλες Δυνάμεις στην Ευρώπη.
Είναι αυτονόητο πως δεν πρόκειται για οικονομο-τεχνικό ζήτημα. Πρόκειται για τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου της Γερμανίας στο νέο παγκόσμιο τοπίο. Η μεταπολεμική Γερμανία αναπτύχθηκε, άκμασε και ωρίμασε οικονομικά και πολιτικά μέσα από μια ισχυρή κουλτούρα αναψηλάφησης του μιλιταριστικού παρελθόντος της και «αποστασιοποίησής» της από τη λογική της στρατιωτικής ισχύος. Ήταν ένας τρόπος, εν μέρει επιβεβλημένος από τους Συμμάχους, ως αντιστάθμισμα στη ζοφερή ιστορική κληρονομιά του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Οι Αμερικανοί, ως αρχιτέκτονες της ευρωπαϊκής μεταπολεμικής τάξης, δεν έκαναν το «λάθος» των συμμάχων της Αντάντ να επιβάλουν τιμωρητικά μέτρα στην εκ νέου ηττημένη Γερμανία του 1945. Μετά την επίσημη διχοτόμησή της το 1949 σε δύο ανταγωνιστικά κράτη, πραγματικά αριστοτεχνικά, οι ΗΠΑ κατάφεραν καίριο πλήγμα στον γερμανικό εθνικισμό ενσωματώνοντας τη γερμανική ταυτότητα στις δομές και στο πνεύμα του βορειοατλαντισμού. Η εξάρτηση από την ισχύ των ΗΠΑ καθόρισε τη θέση της Γερμανίας στον χάρτη του Ψυχρού Πολέμου αλλά και στην Ευρώπη μετά τη γερμανική ενοποίηση το 1990.
Η «συρρίκνωση» της συνθήκης αυτής, αν όχι η πλήρης εγκατάλειψή της από την Ουάσιγκτον, μεταβάλλει τώρα όλη τη θεώρηση της γερμανικής θέσης. Η Bundeswehr, οι γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις, ανασυγκροτούνται στη βάση ικανοτήτων ταχείας ανάπτυξης και αποτελεσματικής αποτροπής. Η υποχρεωτική στράτευση επανέρχεται στο τραπέζι μετά την κατάργησή της το 2011. Από τον Ιούλιο του 2027 όλοι οι 18χρονοι Γερμανοί θα είναι υποχρεωμένοι να περνούν «περιοδεύοντες» για κατάταξη, εν αναμονή της επιστροφής της υποχρεωτικής θητείας. Από τις αρχές του 2026 οι άνδρες ηλικίας 17 έως 45 ετών υποχρεούνται να ζητούν έγκριση από την Bundeswehr για ταξίδια στο εξωτερικό που διαρκούν περισσότερο από τρεις μήνες. Ο στόχος είναι ως το 2035 ο γερμανικός στρατός να αριθμεί μια ενεργή δύναμη 260.000 ατόμων!
Η βιομηχανική πολιτική αλλάζει επίσης, με την παραγωγή στρατιωτικού υλικού να γίνεται κεντρικός πυλώνας της οικονομικής στρατηγικής. Εργοστάσια που κάποτε παρήγαγαν εξαρτήματα αυτοκινήτων θα τροποποιηθούν για να κατασκευάζουν βλήματα πυροβολικού. Σε μια βιομηχανική περιοχή στο Βόρειο Βερολίνο, κοντά στην τοποθεσία του Τείχους, ένα πρώην εργοστάσιο ανταλλακτικών αυτοκινήτων ετοιμάζεται να αρχίσει την κατασκευή εξαρτημάτων πυρομαχικών πυροβολικού. «Rheinmetall Out», γράφει το γκράφιτι στη μάντρα του, παραπέμποντας στην ιδιοκτήτρια εταιρεία. Στη πραγματικότητα, η Γερμανία δεν αναβαθμίζει μόνο τον στρατό της, προσανατολίζει αναλόγως την οικονομία της...
Μουδιασμένη αντίδραση
Οι μέχρι στιγμής αντιδράσεις στην Ευρώπη είναι ανάμεικτες, από ανακούφιση έως ανησυχία. Για πολλούς ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας θεωρείται πως ήρθε καθυστερημένα. Είναι γνωστή η αφήγηση πως η ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης δεν επωμιζόταν το αναλογούν μερίδιο στην κοινή άμυνα και πως απέφευγε συστηματικά τη συζήτηση για αυτόνομη ευρωπαϊκή στρατιωτική ικανότητα. Αντιμετωπίζοντας τώρα τις ανασφάλειές της, κρίνει πως ένας ισχυρός γερμανικός στρατός είναι απαραίτητος για την αποτροπή αυτού που θεωρεί εξ ανατολών απειλή αλλά και για την αντιστάθμιση των δυνητικά αναξιόπιστων Ηνωμένων Πολιτειών. Η Πολωνία, μια χώρα με βαρύ ιστορικό τραύμα από τον Β´ Π.Π., η οποία έχει επίσης αυξήσει δραματικά τις δικές της στρατιωτικές δαπάνες, χαιρετίζει σε γενικές γραμμές την αλλαγή αυτή. Για τις χώρες στην ανατολική πλευρά του ΝΑΤΟ η γερμανική στρατιωτική ισχύς δεν αποτελεί απειλή, είναι αναγκαιότητα. Όμως ακόμη και στη Βαρσοβία η αντίδραση στον γερμανικό επανεξοπλισμό δεν διατυπώνεται χωρίς αμφιθυμία. Αλίμονο, η Ιστορία ρίχνει βαριά τη σκιά της. Στο παρελθόν -όχι ακόμη τόσο μακρινό- ο συνδυασμός της γερμανικής οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος είχε προκαλέσει δεινά. Αυτή η μνήμη δεν μπορεί να σβηστεί.
Στη Γαλλία οι ανησυχίες είναι δομικές. Όλη η μεταπολεμική ευρωπαϊκή σταθερότητα βασίστηκε σε μια άτυπη συνθήκη: εξισορρόπηση του ιστορικού γαλλο-γερμανικού ανταγωνισμού με τη Γαλλία να ηγείται στρατιωτικά υποστηριζόμενη από την πυρηνική ικανότητά της και τη Γερμανία να παράσχει τη σταθερή οικονομική βάση. Αυτή η ισορροπία τώρα μεταβάλλεται. Καθώς η Γερμανία διακηρύσσει ότι επιδιώκει να γίνει κυρίαρχη στρατιωτικο-βιομηχανική δύναμη στην Ευρώπη, προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με την ηγεσία και τη στρατηγική κατεύθυνση του ευρωπαϊκού σχεδίου. Ποιος θα θέσει τις αμυντικές προτεραιότητες της Ευρώπης; Θα ενεργήσει η Γερμανία ως ευρωπαϊκή ηγέτιδα δύναμη ή θα ακολουθήσει μια προσέγγιση προσανατολισμένη στα δικά της εθνικά συμφέροντα; Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι θεωρητικά, αγγίζουν τον πυρήνα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
«Φαντάσματα» και προοπτικές
Με την άνοδο του AfD ο επανεξοπλισμός δεν μπορεί να διαχωριστεί από την εσωτερική πολιτική ζωή

Η συζήτηση γίνεται δύσκολη για ακόμη έναν λόγο: τις προειδοποιήσεις ιστορικών που βλέπουν πιθανούς κινδύνους πίσω από τον γρήγορο γερμανικό επανεξοπλισμό. Η ανησυχία δεν έγκειται στο ότι η Γερμανία σκοπεύει να κυριαρχήσει στην Ευρώπη υπό οποιαδήποτε έννοια επιβολής. Θα ήταν αδιανόητο αυτό για μια σταθερή Δημοκρατία βαθιά ενσωματωμένη στους ευρωπαϊκούς και διατλαντικούς θεσμούς, της οποίας η ηγεσία ξεκαθαρίζει σε κάθε ευκαιρία ότι ο επανεξοπλισμός αποσκοπεί στην ενίσχυση της συλλογικής ασφάλειας, όχι της εθνικής ισχύος. Όμως η ισχύς από τη στιγμή που συσσωρεύεται έχει τον τρόπο να αναδιαμορφώνει τις σχέσεις, όχι μόνο μεταξύ ανταγωνιστών, αλλά και μεταξύ εταίρων. Καθώς οι στρατιωτικές δυνατότητες της Γερμανίας θα αυξάνονται μοιραία, το ίδιο θα συμβεί και με την πολιτική επιρροή της στην Ευρώπη. Τα μικρότερα κράτη μπορεί να αρχίσουν να δυσφορούν με τη γερμανική κυριαρχία. Θα μπορούσαν να προκύψουν αντιπαλότητες σχετικά με τις στρατιωτικές προμήθειες, τη στρατηγική και την ηγεσία του ευρωπαϊκού σχεδίου. Ακόμα και εντός συμμαχιών οι ανισότητες στην ισχύ μπορούν να προκαλέσουν τριβές.
Υπάρχει επίσης το ερώτημα πώς η Γερμανία θα χρησιμοποιήσει τις νέες στρατιωτικές δυνατότητές της. Μέχρι τώρα το Βερολίνο δεν «άνοιγε» όταν του χτυπούσαν την πόρτα για να εμπλακεί σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό. Αυτή η απομόνωση γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διατηρηθεί. Ένας ισχυρότερος στρατός απαιτεί ένα σαφέστερο στρατηγικό δόγμα, κάτι που η Γερμανία δεν έχει ακόμη διατυπώσει ξεκάθαρα. Χωρίς σαφήνεια σε αυτό το κρίσιμο σημείο, υπογραμμίζουν οι αναλυτές, η επέκταση των στρατιωτικών ικανοτήτων κινδυνεύει να υπερσκελίσει τη χάραξη στρατηγικής.
Αν ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας προκαλεί σκεπτικισμό στην Ευρώπη, αναλόγως ασκεί πίεση στο δικό της πολιτικό σύστημα. Ο πρώτος χρόνος της θητείας του Μερτς ήταν μια πραγματική δοκιμασία... στίβου μάχης. Η οικονομική στασιμότητα, ο άγριος ανταγωνισμός από την Κίνα σε τομείς γερμανικής υπεροχής όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, το αυξανόμενο κόστος της ενέργειας, εν γένει το «ξεφούσκωμα» του άλλοτε κραταιού γερμανικού οικονομικού θαύματος, δημιουργούν μια πυκνή ομίχλη προκλήσεων και αμηχανίας. Η δημόσια υποστήριξη για την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών μπορεί να είναι πραγματική για την ώρα, αλλά όχι απεριόριστη. Πιθανή αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους ή ευρύτερων αρνητικών επιπτώσεων στην ήδη χωλαίνουσα οικονομία εξαιτίας των αυξημένων δαπανών για στρατιωτικούς εξοπλισμούς θα μπορούσε να κάνει τους Γερμανούς πολύ επιφυλακτικούς στη συνέχεια.
Υπάρχει κάτι ακόμα: Η μεταπολεμική ταυτότητα της Γερμανίας παραμένει βαθιά επηρεασμένη από τον πασιφισμό και τον αντι-μιλιταρισμό. Η κοινή γνώμη, ειδικά οι παλαιότερες γενιές, συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν με μεγάλη επιφύλαξη την ιδέα μιας στρατιωτικά ισχυρής Γερμανίας. Και βέβαια το αίσθημα της ανησυχίας εντείνεται από την άνοδο της Ακροδεξιάς του AfD. Η προοπτική, όσο μακρινή κι αν είναι, ενός ισχυρού γερμανικού στρατού υπό μια κυβέρνηση λιγότερο αφοσιωμένη στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ένα σενάριο που δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν πως το ζήτημα του γερμανικού επανεξοπλισμού δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ζήτημα της γερμανικής εσωτερικής πολιτικής. Σε κάθε περίπτωση πάντως, λένε οι ίδιοι, αν γίνει σωστή διαχείριση, ο γερμανικός επανεξοπλισμός θα μπορούσε να ενισχύσει την ευρωπαϊκή άμυνα και αποτροπή και να παράσχει τη βάση μιας μεγαλύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την ανάδυση μιας πιο ισορροπημένης διατλαντικής σχέσης καθώς οι ΗΠΑ ορίζουν εκ νέου τη σχέση τους με την Ευρώπη. Αν όμως γίνει λανθασμένη διαχείριση, ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας θα μπορούσε να εμβαθύνει τις διαιρέσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να τροφοδοτήσει τις αντιπαλότητες μεταξύ των κρατών-μελών και να περιπλέξει τις προσπάθειες διατήρησης της συνοχής.
Ως εκ τούτου, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Γερμανία θα γίνει ισχυρή στρατιωτικά. Μπορεί σίγουρα να το πετύχει. Είναι αν αυτή η δύναμη θα ασκηθεί με τρόπο που να ενισχύει τις δομές που έχουν κρατήσει την Ευρώπη σταθερή και σχετικά ειρηνική εδώ και δεκαετίες. Προς το παρόν, η προοπτική του γερμανικού επανεξοπλισμού δεν είναι ούτε εντελώς καθησυχαστική ούτε εντελώς ανησυχητική. Αποτελεί μάλλον μια ένδειξη του ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Μια εποχή υπό την οποία η στρατιωτική ισχύς, για άλλη μια φορά, θα έχει σημασία, θα κάνει τη διαφορά. Σ’ αυτή τη νέα εποχή φαίνεται πως η Γερμανία θα βρίσκεται στο επίκεντρο της Ιστορίας.
