Ενας φόρος λειτουργεί σαν γέφυρα μεταξύ της Ακροδεξιάς και του γαλλικού κεφαλαίου όπως εκφράζεται από την εργοδοτική οργάνωση MEDEF. Πρόκειται για τον φόρο Ζικμάν. Ο καθηγητής του Μπέρκλεϊ και της Εcole Normale Superieure στο Παρίσι προτείνει τη θέσπιση ελάχιστου φόρου 2% στις πολύ μεγάλες περιουσίες, άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ, που μπορεί να αποφέρει κέρδη για τα δημόσια ταμεία της τάξης των 15 ως 25 δισ. ετησίως περιορίζοντας τη φοροδιαφυγή και μειώνοντας τις φορολογικές ανισότητες, καθώς οι υπερπλούσιοι συχνά πληρώνουν αναλογικά λιγότερους φόρους από τη μεσαία τάξη. Η πρόταση αυτή, την οποία υποστηρίζει το 75% των Γάλλων, απορρίπτεται από τους μακρονικούς, από τον πρωθυπουργό Σεμπαστιέν Λεκορνί (που αναζητά κοινοβουλευτική πλειοψηφία) και από τους δεξιούς συμμάχους του, ενώ ενώνει τα κόμματα της Αριστεράς. Ωστόσο, η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη είναι ότι φέρνει κοντά τον ακροδεξιό Εθνικό Συναγερμό και το μεγάλο κεφάλαιο.
Η γαλλική Ακροδεξιά σταδιακά έχει αλλάξει τη στρατηγική της. Ενώ πριν από δέκα χρόνια το Εθνικό Μέτωπο απέρριπτε την «υπερ-νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση» και τη «δικτατορία των αγορών» και στην προεκλογική εκστρατεία του 2017 η Λεπέν ζητούσε να μπει «φραγμός στο χρήμα-βασιλιά» και στο «χρηματοπιστωτικό σύστημα» ασκώντας σκληρή κριτική στους δισεκατομμυριούχους, πλέον η εκλογική άνοδος του κόμματος οδήγησε σε στροφή 180 μοιρών, αλλάζοντας στρατηγική και επιχειρώντας την προσέγγιση του μεγάλου κεφαλαίου.
Ο νέος πρόεδρος του κόμματος Ζορντάν Μπαρντελά, πνευματικό παιδί και επιλογή της Λεπέν, ταυτίζει Μακρόν και Μελανσόν χαρακτηρίζοντας τον πρώτο «Πρόεδρο της αποανάπτυξης», ενώ θεωρεί «θανατηφόρο ταξικό αγώνα» τον αγώνα κατά των ανισοτήτων που κάνει ο δεύτερος, τον οποίο μπορεί -αν τελικά καταδικαστεί τελεσίδικα η Λεπέν- να αντιμετωπίσει στις εκλογές του 2027. Πλέον η Λεπέν μιλά πού και πού για «κοινωνική δικαιοσύνη», απορρίπτοντας όμως κάθε μέτρο που θα άγγιζε την οικογενειακή ή επαγγελματική ακίνητη περιουσία.
Η Ακροδεξιά καταγγέλλει φορολογική επιδρομή
Σχολιάζοντας τον νόμο Ζικμάν, στις 17 Σεπτεμβρίου στην τηλεόραση France 5, ο ακροδεξιός βουλευτής Σεμπαστιέν Σενί, που βρίσκεται στο περιβάλλον της Λεπέν, προειδοποίησε ότι θα έτρεπε τους επιχειρηματίες σε φυγή προκαλώντας πτώση των εσόδων. Όχι τυχαία, οι βουλευτές του Εθνικού Συναγερμού φέτος τον Φεβρουάριο απείχαν από την ψηφοφορία στη Βουλή για τον φόρο Ζικμάν. Συστηματικά το κόμμα καταγγέλλει τη «φορολογική επιδρομή», ενώ ο Μπαρντελά έχει ξεκινήσει επιχείρηση γοητείας των εργοδοτών. Προσκεκλημένος στην καλοκαιρινή συνέλευση της MEDEF, της οργάνωσης των εργοδοτών, ο Μπαρντελά υποσχέθηκε φοροαπαλλαγές, ενώ ο πρόεδρός της Πατρίκ Μαρτέν υπογράμμισε ότι ο πρόεδρος του Εθνικού Συναγερμού μαζί με τους Ατάλ και Ρεταγιό (πρώην πρωθυπουργό και νυν υπουργό Εσωτερικών) «συνειδητοποιούν τις οικονομικές απειλές».
Μεταξύ των απειλών συγκαταλέγεται προφανώς και ο φόρος Ζικμάν, τον οποίο η MEDEF χαρακτηρίζει «επικίνδυνη θεωρία» που απειλεί τη γαλλική επιχειρηματικότητα. «Εγώ δεν ξέρω να χορεύω τη “Ζικμανία” και δεν έχω καμία πρόθεση να ξεκινήσω να μαθαίνω» δήλωσε μάλιστα ειρωνικά ο Μαρτέν, που λέει δημόσια ότι ο φόρος αυτός συνιστά «φορολογική πρόκληση», κυρίως γιατί περιλαμβάνει και την επαγγελματική περιουσία στη φορολογική βάση. Ο ίδιος έχει ανακοινώσει μεγάλη συγκέντρωση των εργοδοτών για τις 13 του μήνα στο πλαίσιο ευρύτερης κινητοποίησης κατά του μέτρου με επιχειρήματα όπως τη, δήθεν, κατάρρευση των επενδύσεων, την αποθάρρυνση των επιχειρηματιών και την αποδυνάμωση της γαλλικής οικονομίας.
Πανικός απέναντι στην Αριστερά
Εξηγείται άραγε αυτή η σύμπλευση μεγαλοεργοδοτών και Ακροδεξιάς από τη συγκυρία του φόρου Ζικμάν ή αναβιώνει μια παλιότερη, πιο δομική δυναμική των δύο χώρων; Στο ερώτημα απαντά ο Λοράν Μοντουί, έμπειρος δημοσιογράφος, συνιδρυτής του ερευνητικού ιστότοπου Mediapart, συγγραφέας πρόσφατα του βιβλίου «Συνεργασίες. Έρευνα για την Ακροδεξιά και τους επιχειρηματικούς κύκλους». Μιλώντας στο περιοδικό Politis, θυμίζει την ύπαρξη μιας «βαθιά αντιδραστικής παράδοσης της γαλλικής εργοδοσίας». «Σήμερα αυτό που αλλάζει είναι το παγκόσμιο πλαίσιο. Υπάρχει βαθιά αλλαγή του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η εγγύτητα με την Ακροδεξιά αποτυπώνεται διεθνώς. (...) Πρόκειται για ένα ρεύμα αναρχοκαπιταλισμού, ενός καπιταλισμού χωρίς κανόνες, χωρίς αντίβαρα εξουσίας, χωρίς δημοκρατία». Εξηγεί ότι αυτό που ενώνει και κινητοποιεί τις διαφορετικές εκφάνσεις τής εργοδοσίας σήμερα στη Γαλλία είναι ο φόβος, ο πανικός απέναντι στην Αριστερά στην εξουσία «που θα εφαρμόσει το πρόγραμμά της», ενώ στην περίπτωση της Ακροδεξιάς θεωρούν πως «μπορεί να επηρεάσουν την οικονομική πολιτική». Κι αυτό παρά το γεγονός ότι «το πρόγραμμα του Νέου Λαϊκού Μετώπου του 2024 δεν ήταν ιδιαίτερα ριζοσπαστικό, ειδικά συγκρινόμενο με εκείνο του Μιτεράν το 1981». Ο δημοσιογράφος-συγγραφέας κρούει τον κώδωνα κινδύνου λέγοντας ότι «βρισκόμαστε σε κομβική στιγμή. Η εργοδοσία, απογοητευμένη από τον Μακρόν, που τον θεωρεί ασταθή, χωρίς σαφή πολιτική κατεύθυνση, προσανατολίζεται σε μια εναλλακτική που θεωρεί πιο αξιόπιστη για τα ταξικά της συμφέροντα. Δεν πρόκειται πάντα για ιδεολογική επιλογή αλλά για επιλογή από υπολογισμό. Θεωρούν την Ακροδεξιά εταίρο πιο χειραγωγήσιμο από την Αριστερά. Κι αυτό θεωρώ ότι είναι σοβαρός συναγερμός για τη Δημοκρατία». Ο Μοντουί θυμίζει ότι «στην Ιστορία ποτέ η Ακροδεξιά δεν ανέβηκε στην εξουσία χωρίς τη στήριξη ή τη συναίνεση των επιχειρηματικών κύκλων: ο Μουσολίνι το 1922, ο Χίτλερ το 1933, ο Πινοσέτ στη Χιλή το 1933...». Και οι Μπαρντελά/Λεπέν το 2027;