Με την επιχειρηματική λογική που τον χαρακτηρίζει, ο Ντόναλντ Τραμπ θεωρεί ότι τώρα είναι η στιγμή να «αγοράσει φθηνά» και πως η αισθητή αποδυνάμωση του Ιράν μετά τις τελευταίες εξελίξεις σε Γάζα, Λίβανο και Συρία προσφέρει την ιδανική ευκαιρία για μια νέου τύπου συνεννόηση με την Τεχεράνη. Είναι, όμως, το Ιράν διατεθειμένο να υποκύψει στους σκληρούς όρους του Αμερικανού Προέδρου και τι έχει να πει το Ισραήλ για όλα αυτά;
Στις αρχές της περασμένης εβδομάδας ο Τραμπ, στο πλευρό του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, ενημέρωνε τους δημοσιογράφους στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, όταν έριξε τη νέα «βόμβα»: Άμεσες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές ήδη διεξάγονται, ενώ μια «πολύ σημαντική συνάντηση» είχε προγραμματιστεί για το Σάββατο 12 Απριλίου. Αν όσα είπε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα -η Τεχεράνη έσπευσε να διαψεύσει τα περί άμεσων διαπραγματεύσεων-, θα πρόκειται για τις πρώτες εκ του σύνεγγυς διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν από το 2015, όταν οι δύο πλευρές είχαν συνυπογράψει μαζί με άλλες μεγάλες δυνάμεις την πολύκροτη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το οποίο ο Τραμπ φρόντισε να διαγράψει με μια μονοκονδυλιά τρία χρόνια αργότερα.
Μαστίγιο και καρότο
Αυτή τη φορά ο μεγιστάνας των ακινήτων υπόσχεται να προσφέρει μια «ισχυρότερη» συμφωνία από εκείνη που πέτυχε ο προκάτοχός του Μπάρακ Ομπάμα. Ο στόχος της Ουάσιγκτον δείχνει, ωστόσο, υπερβολικά μαξιμαλιστικός για να πείσει την Τεχεράνη, καθώς αυτή τη φορά το ζητούμενο δεν είναι η διασφάλιση ότι το πυρηνικό πρόγραμμά της θα έχει αποκλειστικά ειρηνικούς σκοπούς, αλλά η πλήρης αποδιάρθρωσή του. «Όλοι συμφωνούν πως μια συμφωνία θα ήταν προτιμότερη από το προφανές» τόνισε ο Τραμπ, προαναγγέλλοντας την έναρξη των συνομιλιών, με μια σαφώς απειλητική αναφορά στο ενδεχόμενο επιθέσεων εναντίον των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Και βέβαια, όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, η Ουάσιγκτον έσπευσε να δείξει και το μαστίγιο δίπλα στο καρότο. Έξι βομβαρδιστικά Β-2 στάλθηκαν στην αμερικανική βάση στο νησί Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό, σε απόσταση βολής από το Ιράν. Τα Β-2 είναι σε θέση να φέρουν τόσο πυρηνικά όπλα όσο και τις μεγαλύτερες διατρητικές βόμβες που διαθέτει το Πεντάγωνο, ικανές να πλήξουν υπόγειες εγκαταστάσεις σε μεγάλο βάθος.
Μιλώντας στο δίκτυο CNN, ο αναλυτής αμυντικών θεμάτων Πίτερ Λέιτον τόνισε ότι η κίνηση δεν είναι δυνατόν να έχει στόχο μόνο τους αντάρτες Χούθι της Υεμένης, που ο Τραμπ βομβάρδισε ήδη κατά τις πρώτες ημέρες του στην προεδρία. «Έξι είναι ένας σοβαρός αριθμός. Για τους Χούθι θα αρκούσαν δύο ή τρία. Έξι Β-2 δεν μπορεί παρά να εντάσσονται σε μια μείζονα επιχείρηση» σημείωσε.
Ο ακραίος Νετανιάχου
Από τις αρχές Μαρτίου, άλλωστε, ο Τραμπ είχε ανακοινώσει πως έχει στείλει επιστολή στην ιρανική κυβέρνηση ζητώντας διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας και απειλώντας με ανάληψη στρατιωτικής δράσης αν δεν υπήρχε ανταπόκριση. Ο θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν Αλί Χαμενεΐ είχε απαντήσει τότε πως η Τεχεράνη δεν διαπραγματεύεται με δυνάμεις που προσπαθούν να την εκφοβίσουν. Αυτή τη φορά η απόκριση ήταν διαφορετική. Σε άρθρο του στην εφημερίδα The Washington Post ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγκτσί σχολίασε ότι η χώρα του είναι διατεθειμένη να πετύχει μια ειρηνευτική συμφωνία με τις ΗΠΑ μέσω της διπλωματίας. «Κλείνοντας και το μάτι» στον Αμερικανό μπίζνεσμαν-Πρόεδρο, αναφέρθηκε μάλιστα σε μια επιχειρηματική ευκαιρία «τρισεκατομμυρίων δολαρίων» και στην αποφυγή μιας ιδιαίτερα δαπανηρής στρατιωτικής επέμβασης στη Μέση Ανατολή για την Αμερική.
Το Ισραήλ έχει πραγματοποιήσει ήδη δύο αεροπορικές επιδρομές κατά του Ιράν τους τελευταίους δώδεκα μήνες. Θα μπορούσε η επόμενη επίθεση να γίνει σε συνεργασία με τις ΗΠΑ; Ο Νετανιάχου έδειξε, πάντως, να αιφνιδιάζεται από την ανακοίνωση του Τραμπ. Η κυβέρνησή του ξεκαθαρίζει με κάθε δυνατό τρόπο πως δεν αρκούν οι δεσμεύσεις της Τεχεράνης και ότι το πυρηνικό πρόγραμμά της θα πρέπει να ακυρωθεί. Προτείνει, μάλιστα, μια λύση «τύπου Λιβύης», τη συμφωνία του 2003 δηλαδή που οδήγησε στη διάλυση του αντίστοιχου πυρηνικού προγράμματος της βορειοαφρικανικής χώρας.
Απομένει να φανεί αν αυτό που προτείνει τώρα η διακυβέρνηση Τραμπ είναι στο ίδιο πνεύμα. Επιβεβαιώνοντας μια τέτοια εκτίμηση, ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου Μάικλ Γουόλτζ δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα πως ο Τραμπ θα απαιτήσει την «πλήρη διάλυση» του ιρανικού προγράμματος εμπλουτισμού ουρανίου.
Ενδοϊρανικές ισορροπίες
Είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο να αποδεχτεί η Τεχεράνη, που, από την πλευρά της, επιδιώκει τη διεθνή αναγνώριση του πυρηνικού προγράμματός της, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να εμπλουτίζει ουράνιο με τη χρήση των φυγοκεντρωτών που κατασκεύασε μετά το 2018. Επιζητεί παράλληλα την πλήρη άρση, και όχι απλώς χαλάρωση, των οικονομικών κυρώσεων, την πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα SWIFT και διεθνείς επενδύσεις. Οι αφετηρίες, επομένως, των δύο πλευρών βρίσκονται πολύ πιο μακριά από εκείνες στην έναρξη των προηγούμενων διαπραγματεύσεων. Το Ιράν ζητά την πλήρη άρση των κυρώσεων και οι ΗΠΑ την ολοκληρωτική εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος. Θα βρεθεί έδαφος συνεννόησης κάπου στη μέση;
Πολλά θα εξαρτηθούν από την έκβαση της μόνιμης διαπάλης ανάμεσα στον σκληρό πυρήνα του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν και στους λεγόμενους μεταρρυθμιστές, τους οποίους εκπροσωπεί και ο Μασούντ Πεζεκσιάν που εξελέγη πέρυσι στην προεδρία της χώρας με την υπόσχεση πως θα εργαζόταν σκληρά για να θέσει τέλος στη διεθνή απομόνωση και στις κυρώσεις που έχουν προκαλέσει σοβαρές ζημιές στην οικονομία της χώρας. Από την άλλη, οι σκληροπυρηνικοί έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν ότι μετά την εξασθένηση έως εξουδετέρωση των συμμαχικών δυνάμεων του Ιράν σε Γάζα, Λίβανο και Συρία το πυρηνικό πρόγραμμα αποτελεί το τελευταίο δυνατό χαρτί που διαθέτει το Ιράν για να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία του και την περιφερειακή επιρροή του. Ποιος θα υπερισχύσει και πόσο διαλλακτική θα αποδειχθεί τελικά η Ουάσιγκτον θα φανεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες.