Όταν οι Βρετανοί ψηφοφόροι πάνε στις κάλπες την προσεχή Πέμπτη για να αποφασίσουν αν η χώρα τους πρέπει να μείνει ή να φύγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα συνυπολογίσουν αναπόφευκτα πού οδηγεί ο φανατισμός, η καλλιέργεια του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Γιατί μέσα σε αυτό το κλίμα της πόλωσης και του διχασμού, με την επίκληση ακόμα και της φυλετικής καθαρότητας από το ακροδεξιό τμήμα του στρατοπέδου του Brexit, έγινε η δολοφονική επίθεση κατά της βουλευτή Τζο Κοξ.
Η βουλευτής των Εργατικών δεν ήταν μόνο μία από τους πρωταγωνιστές της εκστρατείας του Bremain, δηλαδή της παραμονής της χώρας στους κόλπους της Ε.Ε. ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στέλεχος οργανώσεων για την προστασία προσφύγων και μεταναστών, που είχε πάρει μέρος και στην προεκλογική εκστρατεία του Μπάρακ Ομπάμα το 2008, η Τζο Κοξ συμβόλιζε αυτό που απεχθάνονται οι λαϊκιστές ηγέτες του στρατοπέδου Brexit, μια Βρετανία συνδεδεμένη με την Ευρώπη, με δικαιώματα αλλά και με υποχρεώσεις, όπως προσδιορίζονται από τις ιδρυτικές αρχές και τις συνθήκες της Ε.Ε.
Το κλίμα ήταν ήδη βαρύ στο Λονδίνο, στις Βρυξέλλες και στις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εξαιτίας των δημοσκοπήσεων που έδιναν -άλλες μεγαλύτερο και άλλες μικρότερο- προβάδισμα στο Brexit. Φοβούμενοι πως ενδεχόμενη αρνητική ψήφος των Βρετανών θα φέρει την Ευρώπη, αυτή τη φορά όντως, σε «αχαρτογράφητα και επικίνδυνα νερά», οι πολιτικοί ιθύνοντες και οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών επιδίδονται σε αλλεπάλληλες προσπάθειες να προετοιμάσουν το θεσμικό κέντρο της Ευρώπης.
Όμως... «η αλήθεια είναι ότι επικρατεί μια κατάσταση σύγχυσης. Κανείς δεν είναι έτοιμος για το 'όχι' των Βρετανών. Όλοι περιορίζονται στο να απεύχονται να συμβεί κάτι τέτοιο» λέει χαρακτηριστικά στην «Α» διπλωματική πηγή.
Πηγή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, από την άλλη, αναφέρει ότι το κάθε θεσμικό όργανο της Ε.Ε. προετοιμάζει ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης, το οποίο είναι «μυστικό», όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε τέτοια περίπτωση. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο, η Φραγκφούρτη (δηλαδή η ΕΚΤ) έχει αναλάβει τη σύνταξη σχεδίου για την αντιμετώπιση της αναταραχής που θα προκαλέσει στις αγορές ενδεχόμενο Brexit.
Το πολιτικό σκέλος του σχεδίου έχει αναλάβει το «κουαρτέτο των προέδρων», δηλαδή οι επικεφαλής των τριών θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. Ντόναλντ Τουσκ (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο), Ζαν Κλοντ Γιούνκερ (Κομισιόν) και Μάρτιν Σουλτς (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο), από κοινού με τον Ολλανδό πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε, που ασκεί την εκ περιτροπής προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τέσσερις έχουν ραντεβού στις 10.30 το πρωί της Παρασκευής για να συντονίσουν τις αντιδράσεις τους στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.
Την ίδια ημέρα αναμένεται να συναντηθούν οι υπουργοί Εξωτερικών των έξι ιδρυτικών κρατών - μελών της Ε.Ε. (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Ολλανδία). Το μήνυμα που θα βγει από αυτές τις συναντήσεις δεν είναι άλλο από ένα μήνυμα ενότητας των χωρών της Ε.Ε., ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, ενώ στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων, το οποίο προετοιμάζει τη σύνοδο κορυφής της 28ης - 29ης Ιουνίου και που μεταφέρθηκε από τις 21 Ιουνίου στις 24 Ιουνίου, θα γίνουν οι πρώτες διεργασίες για την αντιμετώπιση του «χάους» που θα προκαλέσει ενδεχόμενο Brexit.
Σε γενικές γραμμές οι Βρυξέλλες υπογραμμίζουν ότι η επόμενη ημέρα ενός «όχι» θα είναι δύσκολη τόσο για τις χώρες της Ε.Ε. όσο και για τη Βρετανία. Όπως επισημαίνουν οι αρμόδιοι, η οικονομική αστάθεια θα πλήξει όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες, συμπεριλαμβανομένου και του «αδύναμου κρίκου», δηλαδή της Ελλάδας, ενώ οι πολιτικοί ηγέτες θα βρεθούν στη δύσκολη θέση να ξεκινήσουν μια μακρά και επίπονη διαπραγμάτευση (υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν συνολικά τουλάχιστον επτά χρόνια) για μια νέα σχέση με τη Βρετανία, μέσα σε κλίμα απογοήτευσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, κοινοτικές πηγές τονίζουν ότι ιδιαιτέρως σημαντικό είναι να επικρατήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σαφήνεια και να αποφευχθούν τυχόν «πισωγυρίσματα» ή καθυστερήσεις που θα επιδεινώσουν την κατάσταση. Για παράδειγμα οι Βρυξέλλες αναμένουν πως ο νυν πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, προτού υποβάλει την παραίτησή του, θα αποστείλει την αναγκαία επιστολή με την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισσαβώνας, θα ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για την πρόθεση της Βρετανίας να αποχωρήσει από την Ε.Ε.
Ωστόσο υπάρχουν κάποιοι υποστηρικτές του Brexit που αφήνουν να εννοηθεί ότι η επιστολή αυτή θα καθυστερήσει, ώστε να υπάρχει ο χρόνος για το Λονδίνο να διαπραγματευτεί με τις 27 ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για το μέλλον των μεταξύ τους -κυρίως εμπορικών- σχέσεων.
Κάτι τέτοιο, βέβαια, θα εξόργιζε ακόμη περισσότερο τους Ευρωπαίους, οι οποίοι ήδη αντιλαμβάνονται ότι πολιτικά δεν έχουν άλλο περιθώριο να υποχωρήσουν στα «τσαλίμια» της Βρετανίας. «Τον Φεβρουάριο οι '27', παρά την οργή τους για τη στάση της Βρετανίας, αναγκάστηκαν να κάνουν πολλές υποχωρήσεις για να συνάψουν μια συμφωνία που θα μπορεί να την κρατήσει στην Ε.Ε. προστατεύοντας το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Τώρα, όμως, υπάρχει άρνηση» μεταφέρει διπλωματική πηγή που συμμετέχει στις διαβουλεύσεις των κρατών - μελών.
Η ίδια πηγή εξηγεί ότι, παρά τους οικονομικούς κινδύνους, η συντριπτική πλειονότητα των κρατών - μελών είναι της άποψης ότι δεν μπορεί να υπάρξει κάποια ευνοϊκή συμφωνία με τη Βρετανία ύστερα από ενδεχόμενο «όχι» των Βρετανών.