Με βολές κατά της Γερμανίας και της Γαλλίας για τους χειρισμούς τους στην κρίση του ευρώ αποχαιρετά το Eurogroup ο μέχρι χθες επικεφαλής του, Όλι Ρεν.
Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Wall Street Journal, ο Ρεν υποστηρίζει ότι οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης έχασαν δύο πολύτιμα χρόνια για να δημιουργήσουν ένα ισχυρό ταμείο διάσωσης που θα αντιμετώπιζε την κρίση χρέους της, αναγκάζοντας την ΕΚΤ να παρέμβει για να σώσει το ευρώ.
Ο Ρεν, ο οποίος ανέλαβε επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της Ε.Ε. τον Φεβρουάριο του 2010 και παραιτήθηκε χθες έχοντας εκλεγεί ευρωβουλευτής, αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην "αποτυχία" του πρώτου προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας να δημιουργήσει εμπιστοσύνη στην αγορά και στις επακόλουθες κρίσεις του φθινοπώρου 2011 και του Ιουνίου 2012, όταν η Ευρωζώνη έφθασε πολύ κοντά στη διάσπασή της.
"Υπήρχε συχνά μια αίσθηση ότι φτάναμε στον πάτο - και μετά φθάναμε σε άλλο πάτο" σημείωσε υπογραμμίζοντας πως η σχετική σταθερότητα, που κερδήθηκε με τα ταμεία διάσωσης, "υπονομεύθηκε" στη συνέχεια από τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν τον Οκτώβριο του 2010 η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί.
Αυτή η «ηλίθια συμφωνία», που τρόμαξε τους ιδιώτες επενδυτές, «ήταν το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της Ιρλανδίας», ανέφερε χαρακτηριστικά. Εκτίμησε επίσης ότι θα ήταν καλύτερα να είχε συμφωνήσει η Ευρωζώνη το 2010 για το «μεγάλο μπαζούκα» -με «κοινές και αρκετές» εγγυήσεις από όλες τις χώρες- των οικονομικών διασώσεων. "Με την έννοια αυτή, χάσαμε δύο πολύτιμα χρόνια στην αντιμετώπιση της κρίσης και μετά έπρεπε να παρέμβει η ΕΚΤ, επειδή δεν υπήρχε αξιόπιστο οικονομικό τείχος προστασίας", σημείωσε.
Την ίδια ώρα, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (ΤΔΔ) ζητεί στην ετήσια έκθεσή της "νέα πυξίδα" για τη δημοσιονομική πολιτική υπογραμμίζοντας ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους είναι αναγκαία προκειμένου η παγκόσμια οικονομία να ξαναβρεί τον δρόμο προς μια βιώσιμη ανάπτυξη.
Η ανάπτυξη παραμένει στη σκιά "της μεγάλης χρηματοοικονομικής κρίσης", σημειώνεται χαρακτηριστικά στην έκθεση. Η ΤΔΔ, η οποία θεωρείται "η κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών", υπογραμμίζει ιδιαίτερα την αντίθεση ανάμεσα στην ευφορία που επικρατεί αυτή τη στιγμή στις χρηματοοικονομικές αγορές και στην αδυναμία των επενδύσεων στην πραγματική οικονομία, την ώρα μάλιστα που οι μακροοικονομικές και γεωπολιτικές προοπτικές παραμένουν αβέβαιες.
Οι βολικές νομισματικές πολιτικές που ασκήθηκαν από τις κεντρικές τράπεζες για να στηριχθεί η ανάκαμψη, στην πραγματικότητα άνοιξαν την όρεξη των επενδυτών για τις τοποθετήσεις κινδύνου. Για να αποκατασταθεί με βιώσιμο τρόπο η ανάπτυξη απαιτείται κατά συνέπεια να τεθούν σε εφαρμογή στοχευμένες πολιτικές, εκτιμά η ΤΔΔ, η οποία επιμένει πως είναι ανάγκη να εγκαταλειφθεί η ιδέα να γίνεται το χρέος ο κινητήριος μοχλός της ανάπτυξης.
"Απολύτως απαράδεκτο" χαρακτήρισε, τέλος, το ενδεχόμενο βρετανικής αποχώρησης από την Ε.Ε. ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. «Ιστορικά, πολιτικά, δημοκρατικά, πολιτιστικά, η Βρετανία είναι απολύτως απαραίτητη για την Ευρώπη», δήλωσε στους Financial Times.