ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΚΑΚΗ ΜΠΑΛΗ
Κάπως αλλιώς τα περίμεναν αυτά τα Χριστούγεννα οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, έγραφε τις προάλλες γερμανική εφημερίδα, κι ήρθε η Ελλάδα με επίσπευση της προεδρικής εκλογής να τους χαλάσει το εορταστικό κλίμα. Είναι πράγματι έτσι; Ας ρίξουμε μια ματιά στις πραγματικές αντιδράσεις στο άκουσμα της επίσπευσης, που κρίθηκε ως κίνηση υψηλού ρίσκου, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρες βουλευτικές εκλογές και πιθανώς και σε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ την επόμενη μέρα.
Πρώτον, γκρεμίστηκε το ελληνικό Χρηματιστήριο όσο ποτέ στην ιστορία του. Η αντίδραση των αναλυτών του Bloomberg ήταν ότι πρόκειται για «έναν νέο γύρο καταστροφολογικής κερδοσκοπίας».
Δεύτερον, τα spread των ελληνικών ομολόγων εκτινάχθηκαν πάνω από το 9%. Είχαν όμως ήδη πάρει την ανιούσα όταν, πριν από λίγους μήνες, ο πρωθυπουργός είχε ανακοινώσει ότι θέλει να κουνήσει το μαντίλι στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο τέλος του χρόνου.
Τρίτον, πλήθυναν οι αναλύσεις των επενδυτικών οίκων προς τους πελάτες τους, για το ρίσκο που αποτελεί πάλι η Ελλάδα. Κι έφτιαξε ο καθένας τα σενάριά του για το τι θα μπορούσε να γίνει εάν βγει πρόεδρος ο Σταύρος Δήμας, εάν γίνουν πρόωρες εκλογές, εάν κερδίσει ο Σαμαράς ή εάν κερδίσει ο Τσίπρας. Ο κοινός παρονομαστής των αναλύσεων είναι ότι έρχεται περίοδος «αυξημένης αβεβαιότητας». Αλλά ήταν πολύ πιο προσεκτικές στη χρήση της... επάρατης λέξης Grexit από τον πρωθυπουργό της Ελλάδας.
Τέταρτον, εμφανίστηκε ένας καταιγισμός άρθρων στον διεθνή Τύπο με τίτλους του τύπου «τζόγος», «στοίχημα», «κίνηση υψηλού ρίσκου». Άρθρα τα οποία στην πλειονότητά τους δεν έφτασαν στην πρώτη σελίδα, σε αντίθεση με τα αντίστοιχα του 2011, μετά την αναγγελία του δημοψηφίσματος που τελικά δεν έγινε, και του 2012, κατά την περίοδο των διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων στην Ελλάδα.
Ας δούμε, όμως, και τι δεν έγινε μετά το Eurogroup της Δευτέρας, που έδωσε δίμηνη παράταση στο Μνημόνιο και κατ' επέκταση διευκόλυνε τον Αντώνη Σαμαρά να επισπεύσει τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, με το ρίσκο να χάσει το στοίχημα.
Πρώτον, δεν ανέβηκαν τα spread των υπόλοιπων χωρών της ευρωκρίσης. Προφανώς, οι επενδυτές και οι κερδοσκόποι δεν υπολογίζουν πλέον μια «πυρκαγιά» που θα προκληθεί από τις σπίθες της Ελλάδας.
Δεύτερον, δεν έπαιξε η Ελλάδα πρώτη είδηση στα δελτία των ευρωπαϊκών τηλεοράσεων. Αυτή τη φορά οι αναφορές στη χώρα περιορίστηκαν στις εκπομπές για το χρηματιστήριο, με τους αναλυτές να ξεκινάνε με την ανησυχία τους για το πώς τα πάει η κινεζική οικονομία και πώς πέφτει η τιμή του πετρελαίου και να καταλήγουν με το κραχ στο Χρηματιστήριο Αθηνών και τις «ανησυχητικές» εξελίξεις στην αγορά ομολόγων, που τη θεωρούν και το βαρόμετρο της κρίσης.
Τρίτον, με εξαίρεση τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, κανείς Ευρωπαίος αξιωματούχος ή υπουργός δεν έσπευσε να ανακατευτεί δημοσίως στις πολιτικές εξελίξεις εν Ελλάδι. Ίσως να είναι απλώς ακόμη νωρίς, αλλά για την ώρα τίποτε δεν θυμίζει την κατάφωρη εμπλοκή τους το 2011 και το 2012.
Τέταρτον, κανείς δεν προφέρει πλέον λάθος τη λέξη ΣΥΡΙΖΑ, ωσάν να την έχουν συνηθίσει. Για την ακρίβεια, το κλίμα που -για την ώρα, πάντοτε- επικρατεί στο Βερολίνο, για παράδειγμα, είναι «χαλαρό», δεν φοβόμαστε τη λαϊκή ετυμηγορία στην Ελλάδα. Όχι επειδή έχουν κάποια βεβαιότητα ότι θα επικρατήσει ο Σαμαράς - κάθε άλλο. Ούτε αγάπησαν αίφνης τον ΣΥΡΙΖΑ, προφανώς δεν είναι ο συνομιλητής της αρεσκείας τους. Αλλά αφενός δεν τον θεωρούν πια τον απόλυτο «μπαμπούλα», αφετέρου αποπνέουν μια παράξενη σιγουριά ότι, όποια κι αν είναι η έκβαση της προεδρικής εκλογής -και των βουλευτικών εκλογών που ενδέχεται να ακολουθήσουν-, δεν πρόκειται να υπάρξει «ατύχημα» ούτε ντόμινο. Για το πρώτο εκτιμούν ότι μπορούν να φροντίσουν αυτοί, για το δεύτερο έχει φροντίσει ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, με τη δήλωσή του, την οποία επαναλαμβάνει κάθε φορά που αγριεύουν τα πράγματα, ότι «θα κάνει όλα όσα χρειάζονται» για να σώσει το ευρώ.
Θα τα βρούμε...
Αξιοπρόσεκτη είναι η εκτίμηση του παλαίμαχου «ελληνολόγου» -κατά το «κρεμλινολόγος»- Χάιντς Γιούργκεν Αξτ, στην Deutsche Welle, ότι «ο κίνδυνος εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ δεν είναι ρεαλιστικός», επειδή, κατά τη γνώμη του, και ο ΣΥΡΙΖΑ θα αποδειχθεί διαλλακτικός και η πλευρά των πιστωτών θα δείξει μεγαλύτερη συμβιβαστική διάθεση. Ο Αξτ υποστηρίζει ότι «οι Ευρωπαίοι εταίροι θα κάνουν ό,τι μπορούν για να αποσπάσουν τη στήριξη του Αλέξη Τσίπρα και να διαπραγματευτούν μαζί του, με απώτερο στόχο, αφενός ο ίδιος ο Τσίπρας να μην χάσει το κύρος του, αφετέρου να διασφαλιστεί η σταθερότητα της Ευρωζώνης και να μην αναγκαστεί η Ελλάδα να εγκαταλείψει το ευρώ».
Ίσως, λοιπόν, έτσι εξηγείται η σιγή ασυρμάτου από την επίσημη Εσπερία, την οποία διατάραξε μόνο ο Γιούνκερ, κατά την «ανάκρισή» του από έξι δημοσιογράφους για λογαριασμό της κρατικής αυστριακής τηλεόρασης, προτρέποντας τους Έλληνες να μην ψηφίσουν «λάθος» και να στείλουν και πάλι για διαπραγμάτευση στις Βρυξέλλες «γνώριμα πρόσωπα».
Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι να δούμε τι ρωτήθηκε ο Γιούνκερ και απάντησε έτσι - για να τον... μαζέψει στη συνέχεια ακόμη κι ο εκπρόσωπός του, ευγενικά μεν, αλλά επιμένοντας ότι η Κομισιόν βεβαίως και διατηρεί τη θεσμική της ουδετερότητα. Ρωτήθηκε εάν ήγγικεν επιτέλους η ώρα να προχωρήσει η Ευρωζώνη στην έκδοση ευρωομολόγων, να αλλάξει δηλαδή την πολιτική της. Υπό πίεση ο Γιούνκερ παραδέχτηκε ότι δεν μπορεί να το επιβάλει αυτό στους Γερμανούς, που αρνούνται κατηγορηματικά την ιδέα από το 2010.
Υπάρχει άλλη πολιτική;
Κι αυτή είναι η ουσία της τοποθέτησης Γιούνκερ. Και το πραγματικό ερώτημα που θα έπρεπε να απασχολεί την όποια κυβέρνηση στην Ελλάδα. Εάν ευρωομόλογα γιοκ και «κούρεμα» του ελληνικού χρέους γιοκ, τότε τι; Πόσα παραναλώματα πρέπει να γίνουν ακόμη στην Ευρώπη της κρίσης για να αλλάξει πολιτική; Ή μήπως, για μια ακόμη φορά, το «σκληρό» Βερολίνο θα βρει έναν κομψό τρόπο να υποχωρήσει, όπως έκανε με τις επιχειρήσεις «διάσωσης», με την απρόθυμη αποδοχή του «μπαζούκα» του Ντράγκι, με τη σιωπηρή αποδοχή ότι στη Γαλλία και την Ιταλία, για παράδειγμα, θα επιτραπεί να παραβιάσουν το Σύμφωνο Σταθερότητας; Απάντηση σ' αυτό δεν υπάρχει, ενδεχομένως ούτε στο επιτελείο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που στοιβάζονται τα σχέδια Β, Γ και Δ από την αρχή της κρίσης. Ωστόσο, πληθαίνουν πανταχόθεν οι πιέσεις για αλλαγή πολιτικής, για μια λιγότερο «ασφυκτική» δημοσιονομική πειθαρχία, έως και για μια σημαντική αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους - όχι μόνο της Ελλάδας. Μάλιστα, ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη -αναλυτικό εργαλείο του καπιταλισμού- το πάει κι ένα βήμα παραπέρα. Και λέει ότι το ζητούμενο είναι νέες πολιτικές αναδιανομής, όχι τόσο επειδή είναι δίκαιο, αλλά κυρίως για να υπάρξει ανάπτυξη, αφού «η αύξηση της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας στερεί από τις χώρες μονάδες ανάπτυξης».
Το καλό σενάριο είναι να υποχωρήσει το Βερολίνο, βάζοντας πάλι τους όρους του, για να μην ξεχνιόμαστε. Το κακό σενάριο είναι να διαλυθεί η Ευρώπη. Υποτίθεται, όμως, ότι η καγκελάριος Μέρκελ δεν θέλει με τίποτε κάτι τέτοιο...