Live τώρα    
"Το σπίτι μου" της Μέλπως Αξιώτη: Ο μηχανικός, ο συγκολλητής και οι δρόμοι της Χρυσαλλίδας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

"Το σπίτι μου" της Μέλπως Αξιώτη: Ο μηχανικός, ο συγκολλητής και οι δρόμοι της Χρυσαλλίδας

Της Πόλυς Χατζημανωλάκη

Υπάρχουν βιβλία που απασχολούν την επικαιρότητα, βιβλία που προβάλλουν στην επιφάνεια της μνήμης διαρκώς και βιβλία που σιωπούν, κρύβονται στις πτυχές της λήθης και επανέρχονται μόνο όταν τα καλέσουν αυτοί που τα αγάπησαν, κερδίζοντας μια δεύτερη ζωή, γοητεύοντας και συναρπάζοντας νέους αναγνώστες. Μια τέτοια περίπτωση είναι «Το σπίτι μου» της Μέλπως Αξιώτη και με αυτό εγκαινιάζουμε τη στήλη, τα Ημερολόγια Αναγνώσεων στην "Αυγή", αφιερώνοντάς του την πρώτη εγγραφή.

Η Μέλπω Αξιώτη δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή στους νεότερους, παρά το ότι το έργο της έχει τύχει αναγνώρισης στη γραμματεία και την κριτική. Έγραψε το πρώτο μοντερνιστικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα, τις «Δύσκολες νύχτες» στα 1939. Στη δική μου την περίπτωση, ήταν χάρη στον πατριώτη της, Παναγιώτη Κουσαθανά και στις Αξιοσημείωτες Συναντήσεις του (Εκδόσεις Ίνδικτος) που είχα την ευκαιρία διαβάσω για την επίσκεψη της ανεπιθύμητης Μέλπως στο νησί της -είχε τη ρετσινιά της κομμουνίστριας-, μετά τον επαναπατρισμό της στην Ελλάδα. Μαρτυρία του μαρασμού, της οικονομικής ένδειας, της εσωτερικής εξορίας, της πνευματικής φθοράς και λάμψη ατόφιας λογοτεχνίας: «σήμερα περιμένω ένα σουβριάλι ασημένιο», εμβληματική μυθιστορηματική αρχή. Συγγραφική ζωή γεμάτη δημιουργικές εκκινήσεις και ανασχέσεις λόγω της ένταξης στην Αριστερά, τις διώξεις και την εξορία, αλλά και την εσωτερική απαξίωση που της επεβλήθη. Το βιβλίο της «Το σπίτι μου» -πρώτη εγγραφή του ημερολογίου- είναι ένα βιβλίο νόστου, γραμμένο στην εξορία γύρω στα 1957, όπου ζούσε ως πολιτική πρόσφυγας. (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος)

Ένας μηχανικός από την πρωτεύουσα αποβιβάζεται στο πατρικό νησί της Μέλπως Αξιώτη, τη Μύκονο, στην αρχή του βιβλίου. Ο μηχανικός, ο άνθρωπος χωρίς αμφιβολίες, αυτός που «χτίζει» τη μελλοντική κοινωνία, γοήτευε τότε τους διανοούμενους της Αριστεράς. Να θυμίσουμε την προμετωπίδα του Walter Benjamin στον Μονόλογό του, για τον δρόμο με το όνομα της αγαπημένης του, της Άσιας Λάσιτς, που «ως μηχανικός τον διάνοιξε μέσα στον συγγραφέα».

Το πατρικό νησί είναι η χώρα της παιδικής ηλικίας και η επίσκεψη εκεί διανοίγει τον δρόμο προς τη μνήμη. Ο μηχανικός αποκαθιστά την επαφή με το συγγραφικό της παρελθόν, μετά από χρόνια αυτολογοκρισίας και σιγής, που της είχαν επιβληθεί από τους μηχανισμούς του κόμματος. Ο μηχανικός κατέχει χάρτες και αρχιτεκτονικά σχέδια, οι βεβαιότητές του όμως υπονομεύονται από το ονειρικό στοιχείο που επίσης τον (δια)κατέχει, τον αναστεναγμό μιας Σταματίνας, που είχε κάμει καμαριέρα στο σπίτι τους και το νοσταλγούσε.

Η διχοτομία ανάμεσα στα τεχνοκρατικά σχέδια και τη νοσταλγία είναι σημαίνουσα, οι δύο συγκρουόμενοι «τρόποι» να ζεις τον κόσμο. Η ένταξη της Μέλπως Αξιώτη στην Αριστερά και η δημιουργική της απογείωση, ιδιοσυγκρασικά και ψυχικά, ταυτίζονται, αλλά στην πράξη εσαεί αντιφάσκουν. Η επαφή με την εξωτερική πραγματικότητα, ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» και οι κομματικές επιτροπές, η λογοκρισία, οδηγούν σε κατακερματισμό την ταυτότητά της. Η Κάδμω, η περσόνα της συγγραφέως, όπως ο λαμπερός Αδάμ Καδμόν των Εβραϊκών Παραδόσεων, θρυμματίζεται σε μικρές σπίθες τη στιγμή της δημιουργικής πτώσης, μην μπορώντας να αντέξει τη δόξα του. Αυτός που αποκαθιστά τον κατακερματισμό και θα δείξει στον μηχανικό, από μνήμης, όλα τα μέρη του νησιού, είναι ένας τυφλός συγκολλητής αρχαιοτήτων. Η συγκόλληση που συγκροτεί τον Άνθρωπο.

«Το σπίτι μου» συνδυάζει τον μοντερνισμό με τον λαϊκό λόγο, την πατρική νησιωτική γλώσσα που η Αξιώτη έχει συντηρήσει χρόνια στην εξορία. Διαφορετικοί αφηγητές εναλλάσσονται, παρένθετα κείμενα από επιστολές και παλιά αρχεία παρατίθενται, προσωπικές μνήμες και ονειρικές σκηνές από την ιστορία και την τοπογραφία του νησιού ξεδιπλώνονται, οι εκκλησιές, οι ζητιάνοι, οι σαλοί... Ένα ταμείο ψυχών που θυμίζει Παπαδιαμάντη αλλά και Βιρτζίνια Γουλφ, και Προυστ. Η εικόνα του νησιού συγκροτείται, η περσόνα της Κάδμως που μεταμορφώνεται στα διάφορα βιβλία σαν Χρυσαλλίδα συγκολλάται -ο δρόμος που διανοίγεται μέσα από το κουκούλι είναι έργο μηχανικού- ο τυφλός κατέχει τον χάρτη εντός του, δείχνει χωρίς να χρειάζεται να βλέπει.

Η σπαραχτική διαθήκη ενός ανθρώπου που κατάλυσε την ουσία του, τη ζωή του, το πνεύμα του, στην ένταξή του από ιδιοσυγκρασία -γιατί δεν μπορούσε να ζήσει αλλιώς- στους αγώνες της Αριστεράς, αλλά διεκδικεί την εσωτερική του ενότητα, τη μόνη του δύναμη την υστάτη ώρα.

Ένα βιβλίο αριστουργηματικό, δύσκολο στην ανάγνωση, αλλά πολύτιμο, κλασικό και ουσιώδες.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0