Ως ιστορικός που διαμόρφωσα τα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα στη δεκαετία του 1990, ανήκω σε μια γενιά που δεν συγκινήθηκε ιδιαίτερα από το 1821. Σε μια εποχή κριτικής διερώτησης των εθνικών αφηγημάτων και θεματικής ανανέωσης των ιστορικών σπουδών, η βεβαρημένη με εθνορομαντικούς λόγους και σύμβολα Ελληνική Επανάσταση, διαφορετικά απ’ ό,τι συνέβαινε στον χώρο της δημόσιας ιστορίας, είχε μάλλον περιθωριακή θέση στην ατζέντα της ακαδημαϊκής ιστορίας.
Από μία άποψη, λοιπόν, το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί προϊόν της ερευνητικής «άνοιξης» περί το ’21 που χαρακτήρισε την πρόσφατη επέτειο των διακοσίων χρόνων από την έναρξη της Επανάστασης. «Επετειακό» ως προς την αφορμή του, το βιβλίο προκρίνει ωστόσο μια προσέγγιση της Επανάστασης, πέρα απ’ τα όρια του μεθοδολογικού εξαιρετισμού, ως ιστορικής περιόδου στην οποία μπορούν να δοκιμαστούν ερωτήματα, θεματικές και συζητήσεις της σύγχρονης ελληνικής και διεθνούς ιστοριογραφίας.
Η αρχική μου ιδέα ήταν να μελετήσω τις απαρχές της συγκρότησης ποινικών και κατασταλτικών θεσμών στη νεότερη Ελλάδα μέσα από τα αρχεία των νεόκοπων υπουργείων (Μινιστέριων) της Αστυνομίας (1822-1826) και του Δικαίου (1822-1827). Η έρευνα στις χιλιάδες των εγγράφων, έργο συλλογικό, εκτός από λεπτομερείς όψεις των διεργασιών που συνέβαιναν στο «κεντρικό» επίπεδο, έφερε στο φως σημαντικό όγκο τεκμηρίων που αφορούσαν την επικοινωνία των νέων θεσμών με τους κατοίκους της επαναστατημένης Ελλάδας. Ξεκίνησα, να μελετώ τη «μεγάλη» ιστορία της συγκρότησης θεσμών στα χρόνια της Επανάστασης, στον δρόμο όμως συνάντησα ιστορίες «μικρών» ανθρώπων, εκείνων δηλαδή που βρέθηκαν στα μετόπισθεν και δεν άφησαν τα ίχνη τους στο μεγάλο γεγονός. Αναφορές πολιτών για αδικοπραγίες εναντίον τους, αστυνομικές εκθέσεις, πρακτικά ανακρίσεων, δικαστικές αποφάσεις, όλο αυτό το υλικό με προέτρεπε να «διαβάσω» τη διαμόρφωση των ποινικών και αστυνομικών θεσμών όχι μόνο από τη σκοπιά των κεντρικών αποφάσεων και των διοικητικών πρακτικών, αλλά και από τη σκοπιά των ανθρώπων που από διάφορες θέσεις εμπλέκονταν στη διαδικασία αυτή. Η κατάδυση στα αστυνομικά και δικαστικά αρχεία του Αγώνα με οδήγησε στο μαλακό υπογάστριο μιας κοινωνίας σε συνθήκες πολέμου και επαναστατικής αναταραχής. Αν λοιπόν το αρχικό ερώτημα αφορούσε τη συγκρότηση κατασταλτικών και ποινικών θεσμών, το βιβλίο αυτό εξετάζει πώς καθημερινές, οριακές κοινωνικές σχέσεις εκβάλλουν στην πολιτική, στον βαθμό που η διαχείρισή τους εμπλέκει τη συγκρότηση και λειτουργία νέων θεσμών, πώς διαρρηγμένες διαπροσωπικές σχέσεις «συναντώνται» με τις νέες πολιτικές κατηγορίες, τους θεσμούς και τα λεξιλόγια που εισήγαγε η Επανάσταση. Προσεγγίζοντας τα δικαστικά και αστυνομικά αρχεία ως προνομιακά πεδία για την ανίχνευση μείζονων πολιτικών αλλαγών στο μικροϊστορικό επίπεδο, το βιβλίο παρακολουθεί τις ανατροπές που επέφερε η Επανάσταση στην καθημερινότητα και στις κοινωνικές σχέσεις και προσφέρει μια πιο εκλεπτυσμένη και σύνθετη εικόνα της σχέσης θεσμών και κοινωνίας στην επαναστατημένη Ελλάδα.
* Η Βάσω Σειρηνίδου είναι καθηγήτρια Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού στο ΕΚΠΑ
Ανατροπή της εσωτερικής τάξης των τοπικών κοινωνιών*
Τι αλλάζει τελικά στο τοπίο του εγκλήματος στην επαναστατημένη Ελλάδα σε σχέση με το παρελθόν; Περισσότερο από την ένταση της βίας, η Επανάσταση προκάλεσε ρήγμα στις ισορροπίες που επέτρεπαν τη συγκράτηση και διαχείρισή της στο εσωτερικό των κοινωνιών. Οι ισορροπίες αυτές δεν υπήρξαν ποτέ σταθερές και αδιατάρακτες. Η βία ήταν δομικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων και για τη διαχείρισή της ενεργοποιούνταν ένα πλήθος άτυπων και επίσημων μηχανισμών, από τις κοινωνικές αξίες της υπόληψης και την εμπιστοσύνης, μέχρι τον κοινωνικό έλεγχο που ασκούνταν σε επίπεδο συγγένειας, γειτονιάς, συντεχνίας και κοινότητας, και φυσικά τους επίσημους και άτυπους δικαστικούς θεσμούς. Κατά το παρελθόν δε ήταν σπάνιες οι στιγμές που η σοβούσα βία και διατάραξη της τάξης έφερνε τους μηχανισμούς αυτούς στα όριά τους και προκαλούσε την κατασταλτική παρέμβαση του κυρίαρχου.
Η Επανάσταση με τη σφοδρή βία που τη συνοδεύει και το κενό εξουσίας που δημιουργεί, θα ανατρέψει την εσωτερική τάξη των τοπικών κοινωνιών. Στο καθεστώς της γενικευμένης ανασφάλειας και αναταραχής, πρώτη δοκιμάστηκε η εμπιστοσύνη ως συνεκτικό στοιχείο των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων. Τα φαινόμενα κλοπών μεταξύ οικείων, όπως και το πλήθος των καταγγελιών για αθέτηση συμφωνιών είναι ενδεικτικά των ρωγμών που υπέστη η εμπιστοσύνη ως δομικό στοιχείο της πολιτικής οικονομίας. Η διάρρηξη της εμπιστοσύνης απελευθέρωσε εντάσεις που οι παραδοσιακοί μηχανισμοί επίλυσης των συγκρούσεων δεν μπορούσαν να διαχειριστούν. Με τη σειρά τους, οι πληθυσμιακές μετακινήσεις και τα προσφυγικά ρεύματα διαμόρφωσαν έναν νέο κόσμο παραβατικότητας, ιδίως στις πόλεις όπου έδρευε η Διοίκηση [...] Σ’ αυτό το κλίμα της βίας και ανασφάλειας οι άνθρωποι έσπευδαν να απευθυνθούν στη Διοίκηση, να χρησιμοποιήσουν νέους θεσμούς και λεξιλόγια για να ζητήσουν «το δίκιο τους». Τι περίμεναν να βρουν και πώς ανταποκρίθηκαν οι αρχές στο αίτημα για δικαιοσύνη; Θα το δούμε στα κεφάλαια που ακολουθούν.
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Στα χρόνια της βίας. Έγκλημα, κοινωνία και συγκρότηση κράτους στην επαναστατημένη Ελλάδα (1822-1827)» της Βάσως Σειρηνίδου, εκδόσεις Θεμέλιο
