Γεννήθηκε στην Καλιφόρνια από Εβραία μητέρα με Πολωνέζα γιαγιά και ρίζες στην Τσεχία και έναν ανοιχτών οριζόντων Ιρλανδό πατέρα, μοντέρ της μουσικής για πολλές ταινίες του Χόλιγουντ. Κάθε λέξη του Michael Lynch ήταν σημαντική για τον γιο του. Η επικοινωνία πατέρα και γιου μένει ζωντανή, πέρα από τόπο και χρόνο, φέρνοντάς τον πιο κοντά στην αυτογνωσία. Φάρος στήριξης, ενθάρρυνσης και αγάπης, η πολυταξιδεμένη μητέρα του Barbara αποτελεί πηγή έμπνευσης για τον David πίσω από κάθε του ταξίδι, κυριολεκτικό και μουσικό. Μικρός, στο αυτοκίνητό της, θυμάται κάποια πρωινά μια φωνή να του λέει: «Μουσικός θα γίνεις!». Χρόνια μετά, στην Ελλάδα πια, το κατάλαβε το μήνυμα. Κάτι του έλεγε πως δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Γιατί η μουσική είναι μια απέραντη έκφραση που τον έφερε σε σύγκρουση με την εσωστρέφεια και τον εγωισμό του, τον ταξίδεψε, του χάρισε εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Και από τότε δεν τον πρόδωσε.
Μια παλιά ιστορία
Εκείνη η πρώτη μας συνάντηση τον Δεκέμβριο του 1982 έγινε σχεδόν διαισθητικά. Κάτι ανεξήγητο με ώθησε να πάω εκείνο το βράδυ (παραμονές των Χριστουγέννων ήταν) στη Μουσική Αποθήκη της Μοσχονησίων - γωνία Αγίου Μελετίου. Κάποιος μου είχε σφυρίξει στο αφτί πως είχε φτάσει εκεί ένας νεαρός Αμερικανός ταξιδιώτης με το σακίδιο στον ώμο και ένα σαξόφωνο στο χέρι.
Την ιστορία του αυτή την είχα καταγράψει πριν από χρόνια στην ΑΥΓΗ και μπαίνω στον πειρασμό να την επαναφέρω στη μνήμη μου. Όμως ο David Lynch δεν έχει μόνο μία ιστορία αλλά και ένα ενεργό σημερινό δημιουργικό παρόν. «Αλήθειες» που πρέπει να ειπωθούν, μουσικές που πρέπει να ακουστούν, καθώς βγαίνουν από τα σώψυχά του, χρόνια πολλά μετά τα πρώτα τρία άλμπουμ του «Lit’l Song», «Wandering Home» και το «Μουσική με θέα» (για το θεατρικό έργο «Οικόπεδα με θέα» του David Mamet).
Το πρώτο καλό μεροκάματο
Ο ξανθός Αμερικανός άγγελος ήταν μόνος πάνω στη σκηνή και έπαιζε σ’ ένα σχεδόν άδειο μαγαζί. Κανείς δεν τον ήξερε ακόμα. Μιλήσαμε για λίγο, του σύστησα έναν φίλο και λίγες μέρες μετά τον είχε «ρουφήξει» η μικρή ακόμα αθηναϊκή τζαζ σκηνή. Τέτοιο «κελεπούρι»! Από τότε βρισκόμασταν συχνά, στο Παράφωνο, στο The Zoo, στο Jazzet Music Hall, στο παλιό και στο καινούργιο Half Note Jazz Club, με δικά του projects ή με την (αιώνια) «Ανθρώπινη Επαφή» με τον Σταύρο Λάντσια και τον Γιώτη Κιουρτσόγλου, τους Human Touch.
Η ψυχή της Αθήνας τού μίλησε. Γνώρισε μουσικούς, έπαιξε στα κλαμπ της πόλης, κοιμήθηκε σε πατώματα φίλων, ώσπου το αποφάσισε. Το πρώτο του υπόγειο σπίτι στα Εξάρχεια είχε και τηλέφωνο (πολυτέλεια) και το πρώτο καλό του μεροκάματο το έκανε με την ορχήστρα του Γιάννη Σπανού, που αναζητούσε έναν καλό φλαουτίστα. Ο David τα ζύγισε όλα και έμεινε στη χώρα μας. Και άπλωσε τις μουσικές ρίζες του.

Μακριά από κυκλώματα
Έπαιξε με τον Ρακόπουλο, τον Φαραζή και τον Φακανά στο πρώτο Half Note Jazz Club της Μιχαλακοπούλου, όπου πήγαινε συχνά. Ο Μηνάς Αλεξιάδης, ο Γιώργος Τρανταλίδης, ο Βαγγέλης Κατσούλης, ο Γιώργος Μαγκλάρας ζήτησαν τα πνευστά του για τους δίσκους τους. Η φήμη του Αμερικανού μουσικού απλωνόταν στην πόλη και άρχισαν να πέφτουν βροχή οι προτάσεις από τα μαγαζιά της νύχτας. Η ενέργεια αυτής της πιάτσας με τα εύκολα λεφτά δεν του ταίριαξε και δεν επέλεξε μία πορεία σε αυτούς τους κύκλους. Αυτό δεν το μετάνιωσε όταν πλέον έπαιζε με την Ελένη Καραΐνδρου, την Έλλη Πασπαλά, τη Μαρία Φαραντούρη, τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Μίμη Πλέσσα, τον Παύλο Σιδηρόπουλο ή όταν πειραματιζόταν και δημιουργούσε τους Iskra με τους Τάκη Φαραζή, Νίκο Τουλιάτο, Γιώργο Φακανά, Τάκη Μπαρμπέρη και Λεωνίδα Πλιάτσικα.
Truths be told, λοιπόν, David
«Ζούμε σε μια εποχή που οι απλές αλήθειες έχουν μεγαλύτερη σημασία από ποτέ. Να τις νιώθουμε. Να τις βλέπουμε. Να τις μοιραζόμαστε. Ζούμε σε μια εποχή όπου οι αλήθειες συχνά μένουν απαρατήρητες. Τις χάνουμε από τα μάτια μας και τότε βιαζόμαστε να βρούμε στιγμιαίες εναλλακτικές, που συχνά μας μουδιάζουν παρά ευαισθητοποιούν. Αλλά οι αλήθειες είναι εδώ γύρω μας, κρυστάλλινες και καθαρές. Η φύση μας, η ουσία μας είναι να τις νιώθουμε. Είναι εκεί που συντονιζόμαστε και ταυτιζόμαστε. Εδώ ζει και η μουσική· σε αυτόν τον ασφαλή χώρο όπου δημιουργείται αρμονία, ενότητα και κοινή εμπειρία σε real time. Η μουσική ρέει, εμπνέει και μιλάει σε όλους, ανεξαρτήτως τόπου ή χρόνου. Το νέο άλμπουμ “Truths be told” γεννήθηκε από αυτές τις αξίες και από χρόνια γραφής και παιξίματός μου. Αντικατοπτρίζει δεκαετίες της ζωής μου, της ιστορίας μου, της καταγωγής μου. Είναι μελωδίες από καρδιάς που προέρχονται από έναν πολύ προσωπικό χώρο. Κάθε ένα από τα 10 κομμάτια αυτού του άλμπουμ είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία, που, με τον δικό της τρόπο, έχει αλλάξει τη ζωή μου. Κάποια γεννήθηκαν από τις τρέχουσες συνθήκες· άλλα με οδήγησαν πίσω, στις βαθύτερες ρίζες μου, απρόσμενα. Δεν ήξερα από πού προέρχονταν, μέχρι που οι φωνές τους χτύπησαν μια καθαρή χορδή λέγοντας: “Αυτή είναι η κληρονομιά σου, η ουσία σου, η αύρα σου”. Μελωδίες που φωνάζουν “εδώ είμαστε”. Είμαι ευγνώμων που 17 ταλαντούχοι μουσικοί συνέβαλαν στη διαμόρφωση και στο χρωμάτισμα αυτής της μουσικής. Πολλές αμέτρητες ώρες στο στούντιο αφιερώθηκαν με μεράκι για να φτάσει το άλμπουμ σε εσάς. Με μεγάλη περηφάνια το μοιράζομαι τώρα μαζί σας».

Αλήθειες που πρέπει να λέγονται
Το «Truths be Told» είναι μια συλλογή δέκα πρωτότυπων έργων του David Lynch, γεμάτη με ήχους σύγχρονης τζαζ, κινηματογραφικές αρμονίες και μια βαθιά κρυμμένη μεσογειακή ταυτότητα
Το φλάουτο ξεχωρίζει σε κάποια κομμάτια, καθώς υπήρξε το πρώτο μουσικό του όργανο, ένα όργανο που αγαπάει πολύ και που εκφράζει την ιρλανδική του ρίζα όταν βγάζει έναν ήχο βαθύ, σαν από τα βάθη της καρδιάς. «Η όλη εμπειρία σύνθεσης αυτού του άλμπουμ δεν μου έχει επιτρέψει να κρύβω ή να κρύβομαι. Ούτε να ενδώσω στους φόβους μου και στον εγωισμό μου» λέει ο David Lynch. Οι μουσικοί με τους οποίους συνεργάστηκε στις ηχογραφήσεις αλλά και σε live παρουσιάσεις του είναι όλοι τους μερακλήδες. Τους ενώνει η κοινή πρόθεση για αβίαστη «ανταλλαγή» την ώρα του παιξίματος. «Τότε που εξαφανίζονται τα όργανα και οι παίχτες και μένει μόνο η μουσική». Στο «Truths be Told» αποκαλύπτεται ο λυρικός και ο συναισθηματικός εαυτός του David Lynch, σε μια βαθιά προσωπική δουλειά στην οποία συμμετέχει και η κόρη του Μυρσίνη. Στο «Tree» ο David, ο πατέρας του Michael (Mick) Lynch και ο γιος του Tommy Lynch μοιράζονται μία υπαρξιακή «κουβέντα». Οι τρεις γενιές θέτουν τις ίδιες ερωτήσεις, μέσα από μια άλλη οπτική πολλών χρόνων ζωής. Η παρουσία της 5χρονης Μυρσίνης γίνεται διακριτικά, σε ιδιαίτερα σημεία των «Thru true skys» και «U’re heart».
«Έχουμε όλοι τις βαθιές μας αλήθειες· το άλμπουμ είναι μία ειλικρινής έκφραση των δικών μου. Έχει έναν λυρισμό αυτός ο δίσκος και μελωδίες που με αγγίζουν και που έχουνε βγει ανεμπόδιστα. Μετά έγινε δουλειά με μεράκι στην ενορχήστρωση πολλών οργάνων, που δίνουν τα κατάλληλα ηχοχρώματα». Οι αλήθειες αυτές δεν είναι μόνο δικές του. Ανήκουν σε όλους μας. Παγκόσμιες αλήθειες, που πάντοτε θα υπάρχουν.
Το «Truths be Told» είναι μια συλλογή μελωδιών που πήγασαν «από καρδιάς» και αντικατοπτρίζουν δεκαετίες εμπειριών, αναζητήσεων και συνεργασιών. Κάθε κομμάτι του δίσκου είναι ένας άλλος κόσμος, μια άλλη «ταινία», και αποτελεί μιαν ολόκληρη ιστορία, μια προσωπική αλήθεια που μετατρέπεται σε κοινή εμπειρία μέσα από τη δύναμη της μουσικής. Ο David Lynch αποτυπώνει βιώματα και επιρροές της Ελλάδας στη μουσική του. Η Ελλάδα τον έχει επηρεάσει, έχει διεισδύσει στο πετσί του και βαθιά στην ψυχή του. Η καθημερινότητα, η επαφή του με το πνεύμα της χώρας και των ανθρώπων της τον διαμόρφωσαν ισότιμα με τις παλιές, τις νεανικές του «αμερικανικές» εμπειρίες. «Είναι δύσκολο να εντοπίζεις τις πηγές της έμπνευσης. Είναι πολλές και προέρχονται από αυτά που βιώνεις. Η φύση, η απλή, η άμεση επικοινωνία με τους ανθρώπους. Μικρά πράγματα που, τελικά, έχουν μεγάλη σημασία».
Ελληνικός αέρας
«Αγαπάω τον αέρα στην Ελλάδα. Αγαπάω το πνεύμα της που πολλές φορές κρύβεται. Και από την άλλη, είναι πολύ έντονο όταν βρίσκουμε την πρόσβαση σε αυτό. Και οι φιλίες μου εδώ έχουν μία αμεσότητα μεγαλύτερη από τον τρόπο επικοινωνίας στην Αμερική».
Τους μαθητές του, αυτά τα τυχερά παιδιά που μαθαίνουν δίπλα του ο David Lynch τα καλεί να επισκεφτούν την ίδια πηγή έμπνευσης την οποία κάποτε επισκέφθηκαν ο Βούδας, ο Sonny Rollins, ο Χριστός, αναζητώντας το παράδειγμα όσων λούστηκαν στην πηγή της δημιουργίας, της επικοινωνίας, της ουσίας της ύπαρξης και της ζωής. Αυτό ο σαξοφωνίστας της τζαζ το συναντά κείνα τα βράδια που δεν θυμάται τι έπαιξε επάνω στη σκηνή. Που δεν ήταν «εκεί» για να εμποδίσει τη ροή της μουσικής, που πήγασε ανεμπόδιστη από τα βάθη της ψυχής του.
«Κάθε κομμάτι μπορεί να αλλάξει την ψυχή μας» ήταν τα τελευταία του λόγια πριν το «γεια-χαρά» μας.
