Ο ηλεκτρισμός της κιθάρας τον προκάλεσε και ξύπνησε τη διάθεσή του να πιάσει στα χέρια με άλλον ενθουσιασμό πια την κλασική κιθάρα που μάθαινε με δάσκαλο τον εξαιρετικό Μιχάλη Κονταξάκη των Encardia. Η απόσταση από τη γειτονιά του στον Ταύρο ως το Μουσικό Γυμνάσιο του Αλίμου ήταν μικρή.
Εκεί συνάντησε παιδιά, συμμαθητές που ήταν από καιρό «μπασμένοι» στη μεγάλη αφροαμερικάνικη παράδοση της τζαζ. Συνομήλικοι ή και νεότεροί του σε ηλικία η Νίκη, ο «Λύκος», ο Φαναράς, έπαιζαν ήδη τζαζ. Ο Γιώργος μόνο λίγο ροκ έπαιζε με τις μαθητικές μπάντες και δεν είχε ακόμα βρει την αιτία για να μείνει στο Μουσικό. Έφυγε. Απ’ το Γενικό Λύκειο πέρασε στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό. «Τίποτα σπουδαίο» ψιθυρίζει σκεφτικός. Ώσπου ένα βράδυ άκουσε τον Τάκη Πατερέλλη και το «Πράγμα» στο Κεραμείο. Και τότε αποφάσισε να πάει ως την Κέρκυρα, στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, για να δει τι γίνεται εκεί. Και το θαύμα έγινε: συνάντησε τον «Φούρη».
Στο μεγάλο σχολείο της τζαζ
Ο δάσκαλος της νέας γενιάς πιανίστας και οργανίστας της τζαζ Γιώργος Κοντραφούρης ενδιαφέρθηκε όταν έμαθε ότι ένας ψηλόλιγνος νεαρός φοιτητής έπαιζε κοντραμπάσο. Υπήρχαν ελάχιστοι κοντραμπασίστες τότε στο τμήμα τζαζ του Ιόνιου Πανεπιστημίου. Οι δάσκαλοι, οι συμφοιτητές, το κλίμα της Σχολής, όλα τον οδήγησαν στην Κέρκυρα. Πριν όμως βρεθεί εκεί, συνάντησε κορυφαίους κοντραμπασίστες, σαν τον «πιτσιρικά» Κίμωνα Καρούτζο, τον ζεστό ήχο του Περικλή Τριβόλη, το «απόλυτο» μπάσο και την πειθαρχία του Ντίνου Μάνου, που του έδειξαν τον δρόμο.
Συμπαίκτες του στα πρώτα live έγιναν οι φίλοι και συμφοιτητές του. Μαζί έφτιαξαν μια μουσική κοινότητα, που έμοιαζε περισσότερο με μια κολεκτίβα παρά με ένα πανεπιστήμιο. Με αυτούς κυρίως έμαθε να παίζει και όχι με την πολλή μελέτη. Και η μουσική δεν ήταν πια μια αγγαρεία για τον Γιώργο, που μια εσωτερική πειθαρχία τον κάνει να είναι πάντοτε έτοιμος να παίξει δίπλα σε άλλους σπουδαίους «παίχτες».
Μια μέρα στη ζωή
Ξυπνάει -πρωί ή μεσημέρι, ανάλογα με το πόσο κράτησε το βραδινό gig- και πιάνει το μπάσο ή κάθεται στο πιάνο, αλλά πάντοτε υπάρχει μια ιδέα να κινήσει ολόκληρη την υπόλοιπη μέρα. Όποτε μπορεί γίνεται μπέιμπι σίτερ των δύο μικρών ανιψιών του, κάτι που του δίνει μεγάλη χαρά. Ως μουσικός, μία είναι η στιγμή της ζωής του που θυμάται πιο πολύ κι ας μην ήταν η πιο σημαντική: η πρώτη του πτυχιακή, το ταξίδι μέχρι εκεί -Φεβρουάριος του 2023 ήταν- στο αγαπημένο όλων, δασκάλων και φοιτητών, Πολύτεχνο.
«Το δωμάτιο μίκρυνε εκείνο το βράδυ. Και δεν ήταν ο ήχος ή το παίξιμο μόνο, αλλά η ψυχή, το συναίσθημα της βραδιάς. Αυτή η μαγική ανταπόκριση από συμφοιτητές και δασκάλους», θυμάται ο Γιώργος, «ήταν αυτό που γέμισε την ψυχή μου ζεστασιά». Και αν κάποιος του έλεγε πως γέλασε ή δάκρυσε, του έφτανε. Έπαιζε για αυτούς και γινόταν ένας καλύτερος άνθρωπος και μουσικός.
Δελτίον ταυτότητος
Ο κοντραμπασίστας Γιώργος Πανταζόπουλος πατάει γερά στη γη. Νιώθει τη μουσική σαν κάτι πιο λίγο, πιο απλό απ’ την έννοια «Τέχνη» στο σύνολό της. Παρά το ότι στην εποχή μας η μουσική «πρέπει» να ανήκει σε μια πρωτοπορία, ο Γιώργος θέλει απλά να ανήκει σε αυτό που τον εκφράζει. Το καλλιτεχνικό του αποτύπωμα -αν υπάρχει ήδη ή θα υπάρξει στο μέλλον- θέλει να το καταγράψει κάποιος άλλος, να μην μιλάει ο ίδιος γι’ αυτό. Βαρύ λοιπόν το έργο του γράφοντος, που στα λόγια του βρήκε από την αρχή κάτι το αυθεντικό. Και αισιοδοξώ πως, με το πέρασμα του χρόνου, δεν θα διαψευστώ.
Καθώς πλησιάζει τα 30, ο Γιώργος βάζει στον εαυτό του «deadlines» και αποδίδει υπό πίεση καλύτερα όταν διακυβεύεται κάτι σοβαρό ή επείγον. Ανάμεσα σε όσους τον δίδαξαν, άλλος τον πίεσε για να γίνει αυτό που μπορεί να είναι σήμερα ή και να γίνει αύριο. Είχε πράγματα να μάθει απ’ αυτόν. Άλλος όμως είχε αυτό το πνεύμα, αυτό το «spirit» να τον εμπνεύσει, να ανταλλάξει μαζί του ενέργεια.

Χρόνος, συγκέντρωση, αποτέλεσμα
Το «Some Things I’ve Never Told You» περιλαμβάνει οκτώ κομμάτια, παιγμένα με έναν συνδυασμό ενέργειας και λεπτότητας από μια λαμπρή τριάδα μουσικών της νεότερης γενιάς της ελληνικής τζαζ σκηνής. Οι Αλέξανδρος Λυκοθανάσης στο πιάνο, Παναγιώτης Θέμας στα ντραμς και ο ίδιος ο Γιώργος Πανταζόπουλος (κοντραμπάσο) δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό και παραδίδουν ένα άλμπουμ μεστό και ουσιαστικό, που διακρίνεται για τη φρεσκάδα και τον ενθουσιασμό του και είναι ικανό να αγγίξει ένα ευρύτερο κοινό, πέρα και πάνω από τους ειδήμονες κύκλους της jazz.
Πέντε συνθέσεις του Γιώργου Πανταζόπουλου και τρεις ευφάνταστες τζαζ διασκευές αποτελούν τους σταθμούς αυτού του άλμπουμ. Οι διασκευές είναι το jazz standard «Confessin’», το «Nature Boy» που αποδίδεται ως σόλο κοντραμπάσο και το κλασικό «Puttin’ on the Ritz» του Irving Berlin που κλείνει το άλμπουμ.
Ο πρώτος καφές
Το «Coffee Break» με το οποίο ανοίγει το «Some Things I’ve Never Told You» δίνει τον τόνο. Το κύριο θέμα του κομματιού γράφτηκε στο διάλειμμα ενός session, με έναν καφέ στο χέρι. «Πάντα μου άρεσαν τα New Orleans grooves και ακούγοντας κυρίως τον Ray Brown και τον τρόπο που τα άγγιζε επηρεάστηκα πολύ» ομολογεί ο Γιώργος.
Από αυτό το σημείο εκκίνησης και μετά, το jazz piano trio ξεδιπλώνει τη δυναμική του και τη μελωδικότητά του, αλλά και την τεχνική του, δημιουργώντας διαφορετική ατμόσφαιρα και υφή σε κάθε ένα από τα κομμάτια που ακολουθούν.
Το «Night Ride» με την ατμοσφαιρική blues εισαγωγή του είναι μία σύνθεση του ίδιου του Γιώργου, το πρώτο ολοκληρωμένο κομμάτι που έγραψε ποτέ. Η κεντρική ιδέα του γράφτηκε σε ένα βραδινό λεωφορείο στη διάρκεια της πρώτης καραντίνας το 2020, σε μια περίοδο που οι επιρροές από τους σπουδαίους μπασίστες Oscar Pettiford και Ray Brown ήταν φανερές και ο dark n’ blue ήχος του Charles Mingus τον μάγευε.
Τρίτο στη σειρά, το «Lucy: A Summer Love Story». Η πιο προσωπική σύνθεση του δίσκου, γιατί η Λούσι δεν είναι άνθρωπος, είναι μια γάτα που του λείπει πολύ. Το κομμάτι θυμάται το καλοκαίρι του 2023 ως μια στιγμή στον χρόνο, μια ανάμνηση που έμεινε ανεξίτηλη, με πολλές εντάσεις και μεταβολές.
Αγωνιζόμαστε, τρέχουμε, προσπαθούμε να πλησιάσουμε το «ταβάνι» μας και να νιώσουμε πράγματα. Όμως, όλα αυτά αξίζουν το τίμημα; Μάλλον ναι, γιατί «In the end it’s all worth it». Είναι ο τίτλος του τέταρτου κομματιού του άλμπουμ το οποίο είναι επηρεασμένο από τη μουσική του Billy Strayhorn, του αγαπημένου σύνθετη του Γιώργου και συνθετικού alter ego του «Δούκα» της τζαζ Duke Ellington.
Πέμπτο στη σειρά το «It all started here». «Το κομμάτι αυτό είναι αφιερωμένο στο Πολύτεχνο, που δεν είναι απλά το μπαρ που τα πίναμε στην Κέρκυρα, αλλά εκεί μέσα κάναμε τα πρώτα live και μάθαμε μουσική. Αυτό το μέρος μάς έχει χαράξει» θυμάται ο Γιώργος.
Στο «Confessin’» πρωταγωνιστεί αυτό το βαθύφωνο γυαλιστερό «έπιπλο» που ο leader και κοντραμπασίστας του τρίο επέλεξε ως προσωπικό όργανο έκφρασης της μελωδίας των συνθέσεών του, αλλά και των δημιουργικών επανεκτελέσεων των jazz standards του δίσκου. Σαν αυτό που είναι αφιερωμένο στον αγαπημένο του μπασίστα «Mr. PC» - Paul Chambers, που έχει ηχογραφήσει και ο ίδιος αυτή τη σύνθεση, η οποία έγινε γνωστή στα μέσα των ξέγνοιαστων swinging thirties.
Ένα κομμάτι πριν το τέλος, έρχεται το «Nature Boy». Η μεγάλη μελωδία του Eden Ahbez που έκανε παγκόσμια γνωστή ο Nat King Cole με τη βελούδινη φωνή του και εδώ την εξερευνά με τον σόλο ήχο του κοντραμπάσου του ο Γιώργος Πανταζόπουλος. Στο συγκεκριμένο take ο Γιώργος προσπάθησε να εστιάσει στον ήχο και να μπει σε μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα κάνοντας το μπάσο να ακούγεται πολυφωνικό, χωρίς όμως να χάσει την ηχητική του ταυτότητα.
Για τελευταίο κομμάτι του δίσκου ο Πανταζόπουλος επέλεξε το «Puttin’ on the Ritz», που ηχογραφήθηκε με την πρώτη παρά την ιδιαίτερα απαιτητική ενορχήστρωσή του, έντονα επηρεασμένη από το Ray Brown Trio. «Είναι αστείο, γιατί πρωτοάκουσα αυτό το κομμάτι πολύ μικρός μέσα από μια ελληνική σειρά στην TV. Μετά ανακάλυψα ότι είναι ένα από τα πιο γνωστά τζαζ τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ» θυμάται.
Επίλογος
«Η μουσική αυτού του άλμπουμ γράφτηκε σε μία μεταβατική περίοδο της ζωής μου. Πολλά πράγματα άλλαζαν, αλλά η μουσική ήταν εκεί, σταθερή υπενθύμιση ότι θα βρίσκεται πάντοτε δίπλα μου. Αυτό το άλμπουμ είναι αφιερωμένο στην οικογένειά μου και σε όλους τους ανθρώπους που γνώρισα στην Κέρκυρα, φίλους αδελφικούς και ανθρώπινες σχέσεις που θα με συντροφεύουν για πάντα» δηλώνει χαρούμενος από το αποτέλεσμα του πρώτου του δίσκου ο Γιώργος Πανταζόπουλος. Κι εμείς του ευχόμαστε πολλούς ακόμα και πάντα απολαυστικούς.
