Για ιδιωτικές προβολές είναι διαθέσιμες τρεις μεγάλες παραγωγές από ισάριθμους σκηνοθέτες-σκηνοθέτριες οι οποίοι έχουν φτάσει μέχρι τα Όσκαρ και που σε μια (όχι τόσο μακρινή) εποχή θα ήταν ανήκουστο να μην γνωρίσουν διανομή στις κινηματογραφικές αίθουσες. Αυτή η παρτίδα εμπορικών ταινιών είναι ενδεικτική για την εποχή που έρχεται μετά τις συγχωνεύσεις των παραδοσιακών στούντιο με τις πλατφόρμες περιεχομένου
«Frankenstein»
Σκηνοθεσία: Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο

Ήταν καλλιτεχνικό απωθημένο για τον βραβευμένο με Όσκαρ Μεξικανό σκηνοθέτη η μεταφορά του Φρανκενστάιν στη μεγάλη οθόνη. Η γοτθική ιστορία του φιλόδοξου επιστήμονα που θέλει να δημιουργήσει μια νέα ζωή μέσα από μέρη νεκρών σωμάτων έχει γνωρίσει μια αξέχαστη μεταφορά από τον Τζέιμς Γουέιλ το 1931, ενώ αξιοπρεπέστατη ήταν και η σύγχρονη διασκευή του Κένεθ Μπράνα το 1994. Ο Ντελ Τόρο διαθέτει πάθος για το υλικό και μεταχειρίζεται με αγάπη το μυθιστόρημα της Μαίρης Σέλλεϋ. Υπάρχουν σκηνές που μπορεί να κάνουν τον θεατή να θέλει να παγώσει την οθόνη για να προλάβει να χωρέσει το μάτι του όλη την ομορφιά του κάδρου. Η ομορφιά των σκηνικών και το αίσθημα απειλής αλληλοσυμπληρώνονται με αδιαφιλονίκητη μαεστρία. Ωστόσο μια επική ταινία τρόμου δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην εμφάνιση. Η ταινία στο σύνολό της δεν καταφέρνει να είναι αντάξια της καλλιτεχνικής διεύθυνσης και η δραματουργία δεν έχει ανάλογο εκτόπισμα με τα σκηνικά και τα κοστούμια. Η ιστορία του πρώτου μέρους χτίζεται γύρω από την αφήγηση του αλαζονικού πρωταγωνιστή Βίκτορ (Όσκαρ Άιζακ) στον καπετάνιο του πλοίου, από την ενήλικη εξέγερσή του ενάντια στο Κολλέγιο Ιατρικής, μέχρι τις απόπειρές του να δημιουργήσει το απόκοσμο Πλάσμα από νεκρά κορμιά στρατιωτών που πέθαναν στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Ο Ντελ Τόρο παίζει έξυπνα με την ιδέα πως ο θάνατος γεννά μόνο θάνατο. Το δικό του νεογέννητο τέρας διαθέτει αλαβάστρινο δέρμα χωρίς καθόλου ουλές, σε αντίθεση με το δύσμορφο πλάσμα που υποδυόταν ο Μπόρις Κάρλοφ στην κλασική ταινία. Στην πιο τρυφερή στιγμή της ταινίας, το Πλάσμα στρέφει το κεφάλι του προς τον ήλιο, σαν να μπορεί να νιώσει τη ζεστασιά του. Παρά τη mainstream αισθητική και τις κόμικ επιρροές που κυριαρχούν στο σινεμά του, τουλάχιστον εκεί ο Ντελ Τόρο υπογράφει μια σκηνή αληθινής αγάπης προς το κινηματογραφικό του παιδί.
«Jay Kelly»
Σκηνοθεσία: Νόα Μπόμπακ

Ο σκηνοθέτης Νόα Μπόμπακ έκρινε ότι ο κόσμος είχε ανάγκη από μια δραμεντί που θα μιλούσε για τα προβλήματα μοναξιάς και αποσύνδεσης με τον αληθινό κόσμο που αντιμετωπίζουν οι δισεκατομμυριούχοι στις επαύλεις γύρω από τους λόφους του Χόλυγουντ. Ο άλλοτε κυνικός σκηνοθέτης υπογράφει την ιστορία του Jay Kelly, ενός διάσημου αστέρα του κινηματογράφου που βρίσκεται στη δύση της καριέρας του και ένα βραβείο συνολικής προσφοράς σε ένα ιταλικό φεστιβάλ θα δώσει ώθηση σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ο ήρωας αυτός θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο Τζορτζ Κλούνεϊ (ή το alter ego του) και αυτή η ταύτιση χαρακτήρα και αληθινού ηθοποιού, ενώ θα έπρεπε να απελευθερώνει ερμηνευτικά τον πρωταγωνιστή, με έναν περίεργο τρόπο τον εγκλωβίζει σε μια άβολη προσπάθεια να παίξει τον εαυτό του. Ο Τζέι υποτίθεται πως έχει περάσει από αρκετούς καταστροφικούς γάμους και έχει σχεδόν αποξενωθεί από την κόρη του. Έτσι, σε μια καθυστερημένη προσπάθεια επανασύνδεσης, αναβάλλει την έναρξη των νέων του γυρισμάτων και ξεκινάει ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Η αλήθεια είναι πως δεν καταλαβαίνουμε τι πραγματικά θέλει να πετύχει με αυτό το ταξίδι ο ήρωας, όπως επίσης δεν είναι καθόλου σαφείς οι προθέσεις του ίδιου του Μπόμπακ (μιλάει για ένα ταξίδι ενός πατέρα και της κόρης του ή κάνει μια σάτιρα της κινηματογραφικής βιομηχανίας;), με αποτέλεσμα οι σκηνές που όφειλαν να αποπνέουν έναν «φελινικό» υπαρξισμό να μην ξεπερνούν το ελαφρύ κοσμοπολίτικο μελόδραμα. Επιπλέον, ο Μπόμπακ προσπαθεί να ισορροπήσει τις αμήχανες σκηνές (όταν π.χ. ο Τζέι γοητεύει με την παρουσία του τους τουρίστες ενός βαγονιού τρένου) με τις αναδρομές στο παρελθόν της καριέρας του. Στο φινάλε, όπου ο σκηνοθέτης παρακολουθεί τον πρωταγωνιστή του να παρακολουθεί τον εαυτό του στη μεγάλη οθόνη, η λεπτή γραμμή μεταξύ του Κλούνεϊ και του Κέλι σχεδόν εξαφανίζεται, και η ταινία γίνεται το οικογενειακό δράμα αναμνήσεων και αγαθής νοσταλγίας που έπρεπε να ήταν εξαρχής.
«A House of Dynamite»
Σκηνοθεσία: Κάθριν Μπίγκελοου

Ένας πυρηνικός πύραυλος κατευθύνεται προς το Σικάγο, αλλά κανείς δεν ξέρει ποια παγκόσμια δύναμη τον εκτόξευσε. Αν δεν αναχαιτιστεί, ο πύραυλος θα χτυπήσει τον στόχο του σε 18 λεπτά. Η ταινία ξετυλίγεται μέσα σε αυτό το χρονικό πλαίσιο, με τα γεγονότα να μεταδίδονται από πολλαπλές οπτικές γωνίες. Η Κάθριν Μπίγκελοου είναι η πρώτη γυναίκα που κέρδισε το Όσκαρ σκηνοθεσίας (για την ταινία «The Hurt Locker» του 2009) και δεν χρειάζεται άλλα διαπιστευτήρια για τις ικανότητές της να χτίζει θορυβώδες σασπένς και να διαχειρίζεται τον πανικό σε «εμπόλεμες» ζώνες. Η δράση της ταινίας χωρίζεται σε τρία μέρη, το καθένα από τα οποία επικεντρώνεται σε διαφορετική ομάδα ατόμων που αντιδρούν στην πιθανότατα να πεθάνουν ακαριαία 10 εκατομμύρια άνθρωποι. Το «A House of Dynamite» παίρνει τον εαυτό του λίγο περισσότερο στα σοβαρά απ’ όσο χρειάζεται, γίνεται όμως απολαυστικό όταν παίζει με το ενδεχόμενο του πόσο απροετοίμαστη θα έβρισκε μια τέτοια κατάσταση την αμερικανική κυβέρνηση, κυρίως λόγω των τεράστιων δυσκολιών να ληφθούν οι σωστές αποφάσεις τη σωστή στιγμή και να εφαρμοστούν τα πρωτόκολλα. Από τις βιαστικές διαπραγματεύσεις στην αίθουσα επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου μέχρι τις τριβές των υπευθύνων αντιπυραυλικής άμυνας, η Μπίγκελοου αξιοποιεί την έκρυθμη γεωπολιτική πραγματικότητα για το κινηματογραφικό της σασπένς, όταν πολλοί από τους συναδέλφους της, που παράγουν ταινίες πολιτικής δράσης, επικεντρώνονται σε ανασύσταση αληθινών γεγονότων ή υποκύπτουν στον πειρασμό του ριμέικ.