Live τώρα    
Κινηματογράφος / Οι ταινίες της εβδομάδας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κινηματογράφος / Οι ταινίες της εβδομάδας

 

 

Συναισθηματική αξία ***

Σκηνοθεσία: Γιόακιμ Τρίερ

Πρωταγωνιστούν: Ρενάτε Ρέινσβε, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Ελ Φάνινγκ

 

Το πένθος για τη χαμένη μητέρα τους βαραίνει τις ζωές δύο αδερφών που έχουν τραβήξει διαφορετικό δρόμο στη ζωή. Η Νόρα είναι ηθοποιός θεάτρου και η Άγκνες διάγει έναν ήπιο οικογενειακό βίο. Οι δυο τους τη δύσκολη στιγμή της κηδείας καλούνται να αντιμετωπίσουν την ανέλπιστη εμφάνιση του χαμένου για πολλά χρόνια πατέρα τους Γκούσταβ. Ο τελευταίος είναι σκηνοθέτης που έχει γράψει ένα ημιαυτοβιογραφικό σενάριο και προσφέρει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη Νόρα.

Ο σκηνοθέτης Γιόακιμ Τρίερ επιχειρεί μέσω μιας δραματικής αμφισημίας να εξετάσει τη δυσκολία των οικογενειακών σχέσεων μέσα από μια ηθοποιό που βιώνει μεγάλη υπαρξιακή κρίση και έναν αυτάρεσκο σκηνοθέτη που προσπαθεί να συνδεθεί με την κόρη του και να λυτρωθεί για τις λανθασμένες επιλογές του, χρησιμοποιώντας τον μόνο ασφαλή τρόπο που ξέρει, την τέχνη του. Το οικογενειακό δράμα υφαίνει η έντονη επίδραση του πατέρα, όπως τον ενσαρκώνει αριστοτεχνικά ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ, δηλαδή το πατριαρχικό φάντασμα που η Νόρα πασχίζει αλλά ποτέ δεν καταφέρνει να αποφύγει. Ο εγωισμός και η μεγαλομανία του πατέρα προκαλούν την άρνηση της Νόρα, αλλά ταυτόχρονα η προοπτική της ταινίας τη στοιχειώνει. Η προετοιμασία της ταινίας με μια Αμερικανίδα σταρ στη θέση της κόρης δεν πάει καλά, καθώς η ηθοποιός είναι εκτός κλίματος (ειρωνικά και η Ελ Φάνινγκ που την ενσαρκώνει είναι εκτός κλίματος στην ταινία του Τρίερ). Η γενεαλογική μνήμη του σπιτιού και τα βαριά απωθημένα μεταξύ πατέρα και κόρης οδηγούν την αφήγηση και τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα των ηρώων, όμως δεν είναι τόσο πολύπλοκα και φιλοσοφημένα όσο νομίζει ο Νορβηγός δημιουργός. Η αυτοκαταστροφική διάνοια του Γκούσταβ μοιάζει σε αρκετές σκηνές επιφανειακή και στερεοτυπική και ο Τρίερ δανείζεται από τις καλύτερες «μπεργκμανικές» δημιουργίες του Γούντι Άλεν, δηλαδή τη βουβή ένταση στις σχέσεις, την αυταρέσκεια του έκπτωτου καλλιτέχνη, την οικία που ταυτίζεται με τη μνήμη κ.λπ.

Μερικές καλές ερμηνευτικά σκηνές και το βαθύτερο σχόλιο για την εξαγνιστική δύναμη της κινηματογραφικής εικόνας, έστω και για να ενδυναμώσουν το οικοδόμημα της οικογένειας, διασώζουν τη συναισθηματική αξία της ταινίας.

 

 

Καυτό γάλα **

Σκηνοθεσία: Ρεμπέκα Λένκιεβιτς

Πρωταγωνιστούν: Εμα ΜακΚι, Φιόνα Σο, Βίκι Κριπς

 

Μια εξηντάχρονη γυναίκα ταξιδεύει με την κόρη της σε ένα παραθαλάσσιο θέρετρο της Ισπανίας για να συναντήσουν τον δρα Γκόμεζ, έναν θεραπευτή με πολλά μυστικά που περισσότερο θέλει να ψυχαναλύει παρά να εξετάζει. Η Ρόουζ δεν γνωρίζει από τι πάσχει, αλλά το κορμί της υποφέρει από πόνους και η ίδια αναγκάζεται να κινείται με αμαξίδιο. Η εικοσιπεντάχρονη κόρη της (Έμα Μάκι) έχει αναλάβει έμμεσα τον ρόλο του κηδεμόνα και της ιδιωτικής βοηθού σε αυτό το ταξίδι χαλάρωσης και θεραπείας. Ταυτόχρονα ψάχνει απαντήσεις για τη θέση της στον κόσμο και την ταυτοτική θέση της στην απόλαυση. Ο Έλληνας πατέρας της (Βαγγέλης Μουρίκης) άφησε νωρίς την οικογένειά του και ζει μια άλλη ζωή.

Η Ρεμπέκα Λένκιεβιτς (σεναριογράφος του «Ida») στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο διασκευάζει κάπως άτσαλα το μυθιστόρημα της Ντέμπορα Λέβι. Η αναζήτηση της ηρωίδας μοιάζει αποσπασματική και η ασπόνδυλη αφήγηση δεν βοηθά καθόλου στο να προκύψει κάτι ουσιαστικό. Οποιαδήποτε ελπίδα πως οι χαρακτήρες θα δείξουν βαθύτερες πλευρές του εαυτού τους σταδιακά διαψεύδεται. Μια αποκάλυψη στο τέλος δεν αρκεί για να εξιλεώσει όλη τη νωθρότητα που προηγείται και δεν καταφέρνει να βγάλει την ταινία από την υπνωτική της αδράνεια. Η ταινία προσπαθεί να διαχειριστεί το τραύμα μέσα από τις αποκλίνουσες πορείες των χαρακτήρων, όμως λείπει το κέντρο βάρους που θα συνέδεε τις ατομικές αναζητήσεις και θα ανύψωνε το σύνολο από τον εγκλωβισμό στα όρια μιας φωτογενούς ιστορίας αυτοβελτίωσης.

 

 

 

Η μακριά πορεία *1/2

Σκηνοθεσία: Φράνσις Λόρενς

Πρωταγωνιστούν: Koύπερ Χόφμαν, Ντέιβιντ Τζόνσον, Μαρκ Χάμιλ

 

Σε ένα κοντινό, μα δυστοπικό μέλλον μια μικρή ομάδα νεαρών αγοριών που προέρχονται από φτωχές οικογένειες παίρνει μέρος σε έναν ετήσιο διαγωνισμό βαδίσματος χωρίς γραμμή τερματισμού, με το κοινό να παρακολουθεί το reality επιβίωσης μέσα από κάμερες. Όποιος απομείνει να περπατάει τελευταίος κερδίζει ένα τεράστιο χρηματικό έπαθλο, όμως όποιος σταματήσει από κούραση ή χάσει τον βηματισμό του εκτελείται εν ψυχρώ από τους στρατιωτικούς συνοδούς της πορείας. Αυτή είναι μια ιστορία που έγραψε ο Στίβεν Κινγκ όταν ήταν πολύ νέος και την εξέδωσε το 1979 με το ψευδώνυμο Ρίτσαρντ Μπάκμαν, όταν πια είχε γίνει διάσημος συγγραφέας ιστοριών τρόμου. Η βασική ιδέα της είναι μια από τις βασικότερες επιρροές του «Hunger games», επομένως δεν είναι τυχαία η επιλογή του σκηνοθέτη Φράνσις Λόρενς, που έχει θητεύσει στο πετυχημένο franchise ταινιών που είχαν ως θέμα ένα ανάλογα μακάβριο παιχνίδι επιβίωσης. Φυσικά, μέσα από το βασανιστικό βάδην θα προκύψουν αντιπάθειες, ανταγωνισμοί αλλά και ισχυροί δεσμοί ζωής, όπως συμβαίνει σε πολεμικές ταινίες του Χόλιγουντ με τους στρατιώτες στο πεδίο της μάχης.

Ο Κινγκ αφηγήθηκε ένα βραδύκαυστο ταξίδι ενηλικίωσης, κάτι σαν αιματοβαμμένο «Stand by me». Ο σκηνοθέτης, από την πλευρά του, δεν έχει καμία ιδιαίτερη ιδέα για το πώς να αφηγηθεί αυτό το σαδιστικό και ιδρωμένο βάδην προς τον βέβαιο θάνατο και η έλλειψη φαντασίας οδηγεί στην ενοχλητική επανάληψη πυροβολισμών σε εξουθενωμένους εφήβους ή σε προβλέψιμα εμψυχωτικά λογύδρια.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0