Ακόμα θυμάμαι εκείνο το ανατριχιαστικό «χαμηλά το κεφάλι», την εντολή του «σκηνοθέτη» δηλαδή, στον Μητσοτάκη κατά την επίσκεψή του στον τόπο του εγκλήματός τους στα Τέμπη. Και τα γένια τριών ημερών θυμάμαι σε κάθε επίσκεψη σε τόπους καταστροφής λόγω κυβερνητικής ολιγωρίας ή έλλειψης σχεδίου ή αποψίλωσης των ανθρώπινων πόρων. Και θυμάμαι και το αμίμητο του Νίκου Ρωμανού, διευθυντή του γραφείου της Ν.Δ. τότε, ότι ο Μητσοτάκης δεν άργησε να πάει στην κατεστραμμένη Καρδίτσα γιατί πήγε «σε τέσσερις εργάσιμες»! Δεν έχουν τελειωμό τα «θυμάμαι» αν αρχίσουμε να θυμόμαστε τα έργα και τις ημέρες αυτής της κυβέρνησης και αυτού του πρωθυπουργού.
Βλέπεις, όμως, και αυτή τη φωτογραφία του από την πρόσφατη επίσκεψη στο Άγιον Όρος και δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς: Δεν βρέθηκε ένας παρατρεχάμενος, από τους τόσους, να του πει «χαμηλά το πιγούνι»; Γιατί δεν υπάρχει πιο γελοία εικόνα (σχεδόν ύβρις) από τη στάση αλαζονείας και έπαρσης στον τόπο –υποτίθεται- της ένθεης ταπεινότητας και του ασκητισμού. Αλλά θα μου πεις, κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να ζητάμε ορθογραφία από της μυλωνούς… ξέρετε ποιο σημείο του σώματος. Άλλωστε και στην ορθογραφία τα μούσκεψε ο σοφολογιότατος απόφοιτος του Χάρβαρντ πρωθυπουργός, όπως ατράνταχτα απέδειξε το ιδιόχειρο σημείωμά του στο βιβλίο των επισκεπτών. Ανορθογραφία εφάμιλλη μόνο του Κώστα Καραμανλή του αθώου από τις ψήφους 30.000 συμπολιτών μας: «Πώς γράφεται, ρε, το Αχελώος;». Μικρή παρένθεση: Αν δεν προσέξατε τον εμφανώς παιδικό γραφικό χαρακτήρα του πρωθυπουργού, καλό θα ήταν να το κάνετε. Οι ειδικοί πολλά θα είχαν να πουν επ’ αυτού για την ψυχική του συγκρότηση. Κλείνει η παρένθεση.
Αλλωστε όλο το στήσιμο της επίσκεψης ήταν τόσο γκροτέσκο, τόσο… οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη που δεν θα άξιζε να ασχοληθεί κάποιος σοβαρά, πέραν της επισήμανσης της γελοίας επίδειξης ενός ταρτουφικού ευσεβισμού. Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη (και ασφαλώς δεν θα είναι η τελευταία) φορά που οι κάθε λογής πατριδέμπορες επιδεικνύουν έναν οχετό ευλάβειας ο οποίος ουδεμία σχέση έχει με την πίστη.
Το πράγμα, λοιπόν, θα τελείωνε εδώ ή με κάποιο σαρκαστικό σχόλιο όπως εκείνο του Σπύρου Μαρκεζίνη για την πρώτη «επιβλητική» φωτογραφία του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως πρωθυπουργού μπροστά σε μια βιβλιοθήκη. Γνωστής αμορφωσιάς, σε βαθμό βαρβαρότητας, ο Καραμανλής (σόι πάει το βασίλειο, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο σημερινό επίπεδο του πολιτικού προσωπικού της Ν.Δ…), και ο Μαρκεζίνης δεν έχασε, αυτοσαρκαζόμενος, την ευκαιρία: «Το να φωτογραφίζεται ο κύριος Καραμανλής μπροστά σε μια βιβλιοθήκη είναι σαν να φωτογραφίζομαι εγώ (σ.σ.: γνωστής ασχήμιας και σπιθαμιαίου ύψους ο Μαρκεζίνης) εν μέσω καλλονών υποψηφίων διά τον τίτλο της Σταρ Ελλάς».
Το πράγμα, λοιπόν, θα τελείωνε εδώ και θα έσβηνε μέσα στη χλεύη που προκάλεσε. Αλλά δεν τελειώνει εδώ. Αντίθετα, γίνεται οδυνηρά γκροτέσκο γιατί ο πρωθυπουργός, σε μια επίδειξη… βλαβερής ευλάβειας, φρόντισε να προικίσει το Άγιον Όρος με 100 εκατομμύρια από το ΕΣΠΑ. Κι εκεί είναι που χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου, με την κραυγαλέα περιφρόνηση στη χώρα, στους ανθρώπους και στις ανάγκες τους, με την περιφρόνηση μπροστά στον θάνατο και στον όλεθρο που έχουν προκαλέσει οι πολιτικές του.
Μερικές χιλιάδες ευρώ κόστιζε η κονσόλα που αν υπήρχε, το έγκλημα των Τεμπών δεν θα είχε συμβεί. Μερικές χιλιάδες ευρώ που δεν βρέθηκαν ποτέ, ενώ, αντίθετα, βρέθηκαν αμέσως εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για το ξεμπάζωμα και το τσιμέντωμα της συγκάλυψης. Τέμπη και Άγιον Όρος. Χαμηλά το κεφάλι, ψηλά το πιγούνι, σε μια κραυγαλέα στρέβλωση του προσώπου μπροστά στα γεγονότα και στις ευθύνες τους. Αυτή είναι η πολιτική της Ν.Δ., του επιτελικού κράτους και του Μητσοτάκη προσωπικά. Αυτή η οδυνηρά γκροτέσκα περιφρόνηση στους πάντες και στα πάντα. Μετά το τσιμέντωμα της Ακρόπολης, μετά το ξερίζωμα των σπλάχνων της Θεσσαλονίκης, 100 εκατομμύρια στο Άγιον Όρος. Εκατό εκατομμύρια, όταν η πραγματική κιβωτός πολιτισμού, πίστης, αγάπης, σοφίας, ελπίδας, που είναι οι άνθρωποι αυτού του τόπου, καθημερινά δηώνεται, διώκεται και καθημάζεται. Με χιλιάδες νεκρούς εκτός ΜΕΘ την εποχή της πανδημίας. Με ένα ΕΣΥ που στέκεται μόνο χάρις στον ηρωισμό των ανθρώπων του.
Κοστίζει ακριβά η ντροπή σήμερα.