Τι είναι το θέατρο του Μπέκετ και ποιος είναι ο αφανής εμβληματικός ήρωάς του, ο περιώνυμος Γκοντό; Είναι δύο ερωτήματα γύρω από τα οποία έχει χυθεί πολύ μελάνι. Οι γραφές του Μπέκετ αρχικά κατατάχθηκαν στο λεγόμενο θέατρο του παραλόγου, μια κατηγορία μάλλον αόριστη και αρκετά ευρεία ώστε να χωράει περισσότερα από ένα είδη. Ειπώθηκε ύστερα ότι ο Μπέκετ μάς μιλάει μέσα από το θέατρό του για την απουσία του Θεού από τον κόσμο ή είναι ένας απελπισμένος μονόλογος της εφήμερης φύσης του ανθρώπου που δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την προοπτική του οριστικού θανάτου και της ανυπαρξίας.
Αλλοι θεώρησαν το θέατρο του Μπέκετ ως ό,τι πιο συγγενικό διαθέτουμε σήμερα με την αρχαία τραγωδία. Εισηγητής αυτής της άποψης στην Ελλάδα ήταν ο Αλέξης Μινωτής. Επιχείρησε να την εφαρμόσει στην πράξη, ανεβάζοντας ως τραγωδία το «Τέλος του παιχνιδιού», αλλά γρήγορα διαπίστωσε ότι δεν του «έβγαινε» και είχε την εντιμότητα να το δώσει ως κωμωδία. Η άποψη της κωμωδίας υποστηρίχτηκε και αυτή, στην Ευρώπη κυρίως, αλλά δεν προχώρησε. Ούτε εκείνη της τραγικωμωδίας. Κάτι πάντα διέφευγε από τους μελετητές.
Ο Λόγος, πανταχού «παρών»
Η «σιωπή» των ηρώων του Μπέκετ στα τελευταία δράματά του οδήγησε ορισμένους μελετητές στη διατύπωση της άποψης ότι πρόκειται για μια «απελευθέρωση» της καλλιτεχνικής έκφρασης από τα δεσμά του «κειμένου» και άλλα ηχηρά παρόμοια. Αν είναι δυνατόν! Ο Μπέκετ ακόμη και στα βουβά δράματά του εξακολουθεί να θητεύει στη μεγάλη σχολή που συνδέει τη γλώσσα με τον Λόγο - με αρχικό κεφαλαίο. Η έκλειψη του λόγου στα ύστερα δράματά του σε καμία περίπτωση δεν συνιστά προσχώρηση στο μεταμοντέρνο κίνημα της αγλωσσίας. Αποτελεί, αντίθετα, μια προσπάθεια κάθαρσης του φρέατος του λόγου από τα σκουπίδια με τα οποία τον γεμίζει η καθημερινή κατα-χρηστική γλώσσα. Στη φάση της σιωπής των ηρώων του ο Μπέκετ δεν απορρίπτει τον λόγο. Απορρίπτει, αντίθετα, την απερινόητη γλώσσα της νέας θύραθεν διαλεκτικής, που τον φαλκιδεύει, τον οικειοποιείται και τον διαστρέφει για να τον φέρει στα μέτρα της.
Μια και μίλησα λίγο πιο πάνω για κάθαρση του λόγου, αρκεί αυτό για να κατατάξουμε το θέατρό του στο τραγικό είδος; Δεν νομίζω, και θα εξηγήσω αμέσως γιατί. Θα δοκιμάσω να απαντήσω ταυτόχρονα και στο δεύτερο ερώτημα, που επίσης έχει μείνει αναπάντητο: Ποιος είναι ο Γκοντό; Ο Γκοντό, που τον περιμένουν όλοι αλλά ποτέ δεν έρχεται, μπορεί να είναι, ίσως είναι, ο «από μηχανής» της αρχαίας τραγωδίας. Που δεν έρχεται και δεν θα έρθει, επειδή χάλασε ο μηχανισμός, έσπασε ένα γρανάζι της μηχανής. Και άνοιξε έτσι ο δρόμος για την τραγωδία του μετατραγικού ανθρώπου! Έτσι ή κάπως έτσι.
Ολος ο κόσμος του Μπέκετ είναι εδώ
Αυτό το μακρύ προλόγισμα χρησιμεύει και ως εισαγωγή στην παράσταση με τίτλο «Πέντε μικρά έργα του Σ. Μπέκετ» από μια ομάδα νέων ανθρώπων με την ονομασία Loxodox, που δημιούργησαν ο Αλκίνοος Δωρής και η Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου, στο πολύ όμορφο, μικρό νέο θέατρο των Εξαρχείων, στη Σκηνή Μπέκετ, στην οδό Ζαΐμη 38. Είδαμε σε ενιαία παράσταση τα πέντε σύντομα έργα του συγγραφέα «Footfalls», «Play», «Act without words ΙΙ», «Rockaby» και «Come and go», σε σκηνοθεσία του Αλκίνοου Δωρή και ωραία μετάφραση του ίδιου και της Μαρίζας Θεοφυλακτοπούλου. Με την εξαιρετική, υπαινικτική μουσική της Στέλλας Γαδέδη, που είναι ένα οργανικό, αναπόσπαστο μέρος της παράστασης.
Η σκηνοθεσία του Αλκίνοου Δωρή μόλις «αγγίζει» το υλικό κείμενο-σώμα των έργων (περιλαμβανομένου του βωβού) για να αναδυθεί η εσωτερική τους μουσική, που με τη σειρά της «κρούει» ανεπαισθήτως τα σώματα των ηθοποιών, μεταμορφώνοντάς τα στο «άλλο» τους, και κάνει τα πέντε σύντομα έργα να συνομιλούν μεταξύ τους. Όλος ο κόσμος του Μπέκετ είναι εκεί, από φαντασία, πραγματικότητα, ποίηση και όνειρο, διόλου μαύρος, ανοιχτός στο φως, δίχως περιττά στολίδια. Σκηνικά και κοστούμια της ομάδας, λειτουργικοί φωτισμοί του Θωμά Οικονομάκου. Οι χαρισματικοί ηθοποιοί Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου, Κατερίνα Ρουσιάκη και Γιάννης Μπάτσης, ως ανθρώπινες μαριονέτες αιωρούμενες από αόρατα νήματα, ψελλίζουν αενάως τη λέξη: ελευθερία. Αν δεν είναι αυτό το νόημα των μπεκετικών μορφών, τότε ποιο είναι;