Ανάπηρος από τη γέννησή του, θύμα της ατελούς οστεογένεσης, της ασθένειας των «γυάλινων οστών», δεν ξεπέρασε το ύψος των 99 εκατοστών. Ο εύθραυστος σκελετός του έκανε τα κόκαλά του να σπάζουν. Αυτό σε συνδυασμό με το παθιασμένο στιλ του υπήρξαν μια συνεχής σωματική πρόκληση. Οι συνεργάτες του τον μετέφεραν στη σκηνή αγκαλιά και, ενώ υπέφερε από φρικτούς πόνους και από συνεχή κατάγματα ακόμη και στη διάρκεια των συναυλιών, κατάφερε να επιτύχει εξαιρετική ταχύτητα και εντυπωσιακή ανεξαρτησία των δύο του χεριών.
Ο πατέρας του ήταν κιθαρίστας της jazz, έτσι ο Michel μεγάλωσε περιτριγυρισμένος από αρμονίες. Ερωτεύτηκε το πιάνο αφού, σε ηλικία 4 ετών, είδε τον Duke Ellington στην τηλεόραση και άρχισε να ζητάει αυτό το όργανο. Τα Χριστούγεννα πήρε δώρο ένα πιάνο παιχνίδι λόγω έλλειψης χρημάτων. Μόλις άκουσε τον ήχο του, το έκανε κομμάτια, αφού δεν ήταν αυτό που είχε ακούσει στην τηλεόραση.
Ενα πιάνο στα σκουπίδια
Μια μέρα ο πατέρας του, που δούλευε κοντά σε μια βρετανική στρατιωτική βάση, είδε στα σκουπίδια ένα πιάνο. Μεθυσμένοι Βρετανοί στρατιώτες έριχναν μπίρες στα πλήκτρα του και μετά το πέταξαν στα σκουπίδια. Μολονότι τo πιάνο δεν ήταν σε καλή κατάσταση, για τον μικρό Michel ήταν ό,τι έπρεπε για να ξεκινήσει τα πρώτα του βήματα.
Ασχολήθηκε αμέσως με το όργανο και σύντομα γεννήθηκε ένα θαύμα, αν και ο ίδιος απέδιδε την επιτυχία του στη σκληρή δουλειά και όχι στην ιδιοφυΐα. Ενώ τα παιδιά της ηλικίας του έπαιζαν διάφορα αθλήματα, ο Petrucciani ανέπτυσσε όλη τη μέρα το ταλέντο του και το πάθος του για τη μουσική. Ο πιανίστας που είχε την πιο μεγάλη επιρροή πάνω του ήταν ο Bill Evans, τον οποίο άρχισε να ακούει από την ηλικία των 10 ετών. Οι αρμονίες του, η άρθρωση της κάθε μελωδίας του συνδέθηκαν με την πρώιμη έκθεση του νεαρού πιανίστα στο ύφος του Evans.
Οσο πιο μακριά μπορούσε
Δεν μπορούσε να πάει στο σχολείο κι έτσι έκανε ιδιαίτερα μαθήματα με αλληλογραφία. Ο πατέρας του κατασκεύασε έναν ανυψωτή για τα πεντάλ, για να τα φτάνει. Σ ηλικία 3 ετών τραγουδούσε jazz και σ’ αυτή των 4 άρχισε να παίζει πιάνο για την οικογένειά του. Στα 13 ήδη συνόδευε τον διάσημο τρομπετίστα Clark Terry, που, όταν τον είδε για πρώτη φορά, έσκασε στα γέλια. Όταν κατάλαβε, έδωσε στον μικροσκοπικό Μichel την ευκαιρία να παίξει για να μπορέσει να τον ακούσει. Χρειάστηκε ένα λεπτό για να συνειδητοποιήσει το αστείρευτο ταλέντο του και έσπευσε να τον αγκαλιάσει.
Ο Petrucciani ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα στο Παρίσι με τον ντράμερ Aldo Romano. Άρχισε να ηχογραφεί για την Owl Records και έγινε καλός φίλος με τον ιδιοκτήτη της Jean-Jacques Pussai. Ο Pussai τον θυμάται να βιάζεται πάντα να ηχογραφήσει. «Δεν θέλω να χάσω χρόνο» του έλεγε. Έπρεπε να δραπετεύσει, να πάει όσο πιο μακριά μπορούσε Δεν ένιωθε ελεύθερος.

Εκανε το κοινό να δακρύσει
Το 1982 κατέληξε στην Καλιφόρνια, όπου επισκέφτηκε τον σαξοφωνίστα Charles Lloyd, που είχε τότε αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Αφού τον άκουσε να παίζει, εμπνεύστηκε τόσο πολύ, που συμφώνησε να κάνει μαζί του μια περιοδεία. Ο Lloyd είπε στον Michel: «Δεν σχεδίαζα να παίξω ξανά. Με πυροδότησες. Άκουσα αυτή την ομορφιά μέσα σου και τότε είπα “πρέπει να τον πάω σε όλο τον κόσμο γιατί υπάρχει κάτι τόσο όμορφο”».
Η περιοδεία του Michel Petrucciani και του Charles Lloyd στη Δυτική Ακτή είχε τεράστια επιτυχία, η οποία συνεχίστηκε. Στις 22 Φεβρουαρίου 1985, με τον Petrucciani στην αγκαλιά, ο Lloyd ανέβηκε στη σκηνή του Town Hall στη Νέα Υόρκη και τον κάθισε στο σκαμπό του πιάνου κάνοντας το κοινό να δακρύσει. Η εμφάνιση του Michel και του Lloyd στο Montreux Jazz Festival έγινε άλμπουμ και το 1982 κέρδισαν μαζί το Prix d’ Excellence. Όμως ο βραχύσωμος πιανίστας ένιωθε περιφρόνηση στα πολλά βραβεία. Ένιωθε πως του τα χάριζαν και ότι τα έπαιρνε επειδή οι άνθρωποι γύρω του πίστευαν ότι θα πέθαινε νέος.
Το υπέρτατο βραβείο
Το 1983 η Los Angeles Times θα τον ψηφίσει «Jazz man of the year» και το ιταλικό πολιτιστικό γραφείο θα του απονέμει το βραβείο του καλύτερου πιανίστα της jazz. Οι Γάλλοι, με τη σειρά τους, θα τον τιμήσουν κι αυτοί με το υπέρτατο βραβείο, το Prix «Django Reinhardt», ενώ το 1984 ο σόλο δίσκος «100 hearts» θα πάρει το βραβείο για το καλύτερο jazz άλμπουμ. Την ίδια χρονιά ο Petrucciani μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Ήταν μία από τις πλέον παραγωγικές περιόδους του.
Το 1986 ηχογράφησε με τον σαξοφωνίστα Wayne Shorter και τον κιθαρίστα Jim Hall το «Power of three», ένα live άλμπουμ. Έπαιξε και με πολλές άλλες μορφές της jazz σκηνής των ΗΠΑ, όπως ο Dizzy Gillespie, ο Joe Henderson, ο Stanley Clarke, ο Joe Lovano, ο Al Foster, ο Dave Holland και ο Lee Konitz. Έβαζε προτεραιότητα όμως στην ηχογράφηση ενός σόλο πιάνο δίσκου. «Πιστεύω ότι ένας πιανίστας δεν είναι ολοκληρωμένος μέχρι να παίξει μόνος. Ξεκίνησα να κάνω σόλο συναυλίες τον Φεβρουάριο του 1993 και ζήτησα από τον ατζέντη μου να ακυρώσει για έναν χρόνο τις συναυλίες με το τρίο για να παίξω μόνο σόλο ρεσιτάλ. Πέρασα υπέροχα παίζοντας μόνος, ανακαλύπτοντας το πιάνο. Μελετούσα κάθε βράδυ. Ένιωθα πως μάθαινα για το όργανο και την επικοινωνία μου με το κοινό. Ήταν μια απίστευτη εμπειρία. Μετά, το να ανέβω σε μια σκηνή και να παίξω με άλλους μουσικούς έγινε παιχνιδάκι!».

Ο επίλογος μιας σύντομης ζωής
Ηταν ιδιαίτερα περήφανος για το άλμπουμ του 1992 «Promenade with Duke», στο οποίο τίμησε τη μουσική που συνέθεσε ο Ellington. Η διασκευή του στο «Caravan» εξερευνούσε κάθε απόχρωση της επιτυχίας του 1936 που ο Ellington έγραψε με τον τρομπονίστα Juan Tizol. Μία από τις καλύτερες σόλο ερμηνείες της μουσικής του.
Σε φρενήρεις ρυθμούς
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο τρόπος ζωής του κινούνταν σε φρενήρεις ρυθμούς. Έπαιζε πάνω από εκατό φορές τον χρόνο και το 1998, έναν χρόνο πριν πεθάνει, έπαιξε εκατόν σαράντα φορές. Η κοινωνική του ζωή γινόταν όλο και πιο δαπανηρή. Άρχισε να πίνει πολύ και να πειραματίζεται με την κοκαΐνη. Δυσκολευόταν να περπατήσει με πατερίτσες κι έπρεπε να καταφύγει στο αναπηρικό καροτσάκι. Ο τελευταίος του μάνατζερ είπε: «Δούλευε πολύ, ηχογραφούσε και έκανε συναυλίες, αλλά ήταν πολλές και οι συνεντεύξεις του στην τηλεόραση. Καταπονήθηκε υπερβολικά, αυτό ήταν φανερό».
Ο Michel Petrucciani, εξαντλημένος από τους ρυθμούς της ζωής του και τις συνεχείς μετακινήσεις, πέθανε στα 36 του χρόνια από πνευμονία. Άφησε πίσω του κληρονομιά είκοσι εξαιρετικούς δίσκους, που χαρακτηρίστηκαν έργα τέχνης. Η συνθετική του ικανότητα, η εφευρετικότητα και η δεξιοτεχνία του στο πιάνο εντυπωσίαζαν, δίνοντας σε όλους ένα μάθημα ζωής. Δεν είναι σύμπτωση ότι ο τάφος του στο νεκροταφείο Père Lachaise, στο Παρίσι, βρίσκεται δίπλα στον τάφο του Σοπέν και κοντά στους τάφους του Bizet και του Rossini.
Ηρωας της ίδιας της ζωής
Πριν από μερικά χρόνια είδα μια ταινία του σκηνοθέτη του «Il Postino» Michael Radford. Το «Body and soul», που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών το 2011, παρουσιάζει έναν προσγειωμένο καλλιτέχνη με απτόητο πάθος και ενθουσιασμό για ζωή. Επίσης, ρίχνει φως στους έρωτες της ζωής του Petrucciani και στις πολλές γυναίκες που γνώρισε, καθώς αρκετές από τις πρώην συντρόφους του μιλούν στο ντοκιμαντέρ, το οποίο παρουσιάζει τον πιανίστα ως έναν χαρισματικό και διασκεδαστικό χαρακτήρα. «Ο Michel συμβολίζει τη μάχη του ανθρώπου» είπε ο Radford. «Είναι ο αγώνας να ζήσουμε στο έπακρο, να απολαύσουμε ό,τι μπορούμε από αυτή τη ζωή».
«Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που τα έχουν όλα στο σωστό μήκος, πόδια, χέρια και άλλα παρόμοια. Είναι συμμετρικοί από κάθε άποψη, αλλά ζουν τη ζωή τους σαν να είναι χωρίς χέρια, χωρίς πόδια, χωρίς εγκέφαλο. Ποτέ δεν άκουσα τον Michel να παραπονιέται. Δεν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, δεν παραπονέθηκε γι’ αυτό που είδε. Ήταν ένας σπουδαίος μουσικός γιατί ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, επειδή είχε την ικανότητα να αισθάνεται και να χαρίζει στους άλλους το συναίσθημα που έδινε με τη μουσική του». Μ’ αυτές τις λέξεις συνόψισε τον χαρακτήρα και το στιλ του Michel Petrucciani ο φίλος και καλός του συνεργάτης, μέγας σαξοφωνίστας Wayne Shorter.
Ο Michel Petrucciani κατάφερε να νικήσει τα πάθη του, τις αδυναμίες του αλλά και τα τεράστια προβλήματα της υγείας του κι ακολούθησε το δικό του όνειρο. «Για τους Γάλλους παραμένει ένας εθνικός ήρωας, ένας ήρωας της ίδιας της ζωής, παράδειγμα προς μίμηση» είπε ο κάποτε Πρόεδρος της Γαλλίας Ζακ Σιράκ. Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε βαθιά θλίψη σε όλο τον κόσμο της μουσικής. Merci, Michel.

[https://www.youtube.com/watch?v=YwCYdcvgmkY (Nice Jazz Festival, 1998) Nice]