Το χιόνι έπεφτε πυκνό και στους έρημους δρόμους της πόλης τα λίγα περαστικά αυτοκίνητα άφηναν βαθύ το αποτύπωμά τους, όταν από το φτηνό, μπλε, πλαστικό ραδιοφωνάκι, μετά το «Epistrophy» του Thelonious Monk, ακούστηκε μια κιθάρα αλλούτερη, υπερκόσμια, που άφησε έκπληκτο τον πρωτοετή πολυτεχνίτη φοιτητή. Το επόμενο πρωί στο μεγάλο δισκάδικο, uptown, χάνοντας δύο ώρες μαθήματα, συνάντησα το «Extrapolation», ένα post-bop άλμπουμ αρκετά διαφορετικό από τα μεταγενέστερα fusion έργα του McLaughlin. Ήταν το πρώτο άλμπουμ του ως τότε άγνωστού μου κιθαρίστα, που ξεκίνησε να μαθαίνει κιθάρα όταν ήταν 11 ετών και μαγεύτηκε από τα μαύρα ηλεκτρικά μπλουζ του Σικάγο.
Mahavishnu John McLaughlin
Γεννήθηκε στις 4 Ιανουαρίου 1942 σε μια οικογένεια μουσικών. Η μητέρα του ήταν βιολονίστρια στο Doncaster του Νότιου Γιορκσάιρ στην Αγγλία και ο πατέρας του ήταν ιρλανδικής καταγωγής. Ο μικρός John σπούδασε βιολί και πιάνο και ασχολήθηκε με την κιθάρα, εξερευνώντας την τζαζ και το swing των Tal Farlow, Django Reinhardt και Stéphane Grappelli. Στις αρχές του 1960 μετακόμισε στο Λονδίνο.
Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 ο John McLaughlin δούλεψε με τους Alexis Korner, Graham Bond και Ginger Baker και έπαιξε free jazz με τον Gunter Hampel για έξι μήνες. Μετά το «Extrapolation» του 1969 ηχογράφησε το 1970 το «My goals beyond», ένα άλμπουμ με ακουστικά κιθαριστικά σόλο που ξεχώριζε απ’ τον ήχο της συνεργασίας του με γνωστούς δεξιοτέχνες Ινδούς μουσικούς. Σε αυτό πήρε το όνομα Mahavishnu. Το εμπνεύστηκε όταν αποφάσισε να ακολουθήσει τον Ινδό πνευματικό ηγέτη Sri Chinmoy. Mahavishnu John McLaughlin, λοιπόν.
Με τον Miles και τον Hendrix
Ζώντας απ’ το 1969 στη Νέα Υόρκη, ξεχώρισε ως μέλος του δυναμικού τρίο Lifetime του ντράμερ Tony Williams και έγινε μέλος των συγκροτημάτων του Miles Davis, παίζοντας στους ιδιαίτερα επιδραστικούς δίσκους «In a silent way» και «Bitches brew», όπως και στα LP «On the corner» (1972) και «Big fun» (1969), όπου εμφανίζεται ως σολίστ στο «Go ahead John», στο οποίο ο Miles Davis τον τιμούσε αναγνωρίζοντας την αξία του.
Την 25η Μαρτίου 1969, στο στούντιο Record Plant της Νέας Υόρκης, ο McLaughlin συμμετείχε σε ένα jam session με τον Jimi Hendrix. «Παίζαμε από τις δύο έως τις οκτώ το πρωί. Ήταν μια υπέροχη εμπειρία! Έπαιζα ακουστική κιθάρα με μαγνήτη και ο Jimi έπαιζε ηλεκτρική. Χρησιμοποιούσε ό,τι μπορούσε: ακουστική κιθάρα, συνθεσάιζερ, ορχήστρες, φωνές. Ό,τι έπιανε στα χέρια του το χρησιμοποιούσε» θυμόταν πρόσφατα. Η φήμη του ως παίκτη πρώτης κλάσης μεγάλωνε, με αποτέλεσμα να ηχογραφήσει με τους Miroslav Vitous, Larry Coryell, Joe Farrell, Wayne Shorter, την Carla Bley, τους Rolling Stones και άλλους.
«A tribute to Jack Johnson»
Στο άλμπουμ «A tribute to Jack Johnson» του 1970 ο Miles τον τίμησε δίνοντάς του τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα δύο μεγάλα κομμάτια του δίσκου. Σε αυτά η κιθάρα του McLaughlin «οργιζόταν» για τον πρωτοπυγμάχο βαρέων βαρών που δεν υπέκυψε στις πιέσεις της λευκής μαφίας, η οποία πριν από τον τελικό του είχε στείλει το εξής μήνυμα: «Πέσε κάτω ή θα σε κρεμάσουμε ψηλά!». Ο Miles ήξερε από «αυτά» γιατί ήταν και ο ίδιος μποξέρ.
Το 1973 ο John McLaughlin συνεργάστηκε με τον Carlos Santana, επίσης μαθητή του Sri Chinmoy, σε ένα άλμπουμ «λατρευτικών» τραγουδιών με την υποστήριξη των αντίστοιχων συγκροτημάτων: τους Santana και Mahavishnu Orchestra. Το LP «Love devotion surrender» περιείχε ηχογραφήσεις συνθέσεων του τιμώμενου J. Coltrane, συμπεριλαμβανομένου του «A love supreme», δύο συνθέσεων του McLaughlin και ενός παραδοσιακού gospel song, διασκευασμένου από τον Carlos Santana και τον McLaughlin, που περιόδευσαν τα επόμενα χρόνια για να το υποστηρίξουν.
Mahavishnu Orchestra και Shakti
Το ηλεκτρικό συγκρότημα του McLaughlin στη δεκαετία του 1970, η Mahavishnu Orchestra, περιλάμβανε τον βιολιστή Jerry Goodman, τα ηλεκτρονικά πλήκτρα του Jan Hammer, τον μπασίστα Rick Laird και τον ντράμερ Billy Cobham. Ερμήνευαν ένα τεχνικά δύσκολο και πολύπλοκο στιλ μουσικής, που συνδύαζε την ηλεκτρική τζαζ και το ροκ με τις ανατολικές και ινδικές επιρροές. Αυτό το συγκρότημα βοήθησε να καθιερωθεί το fusion ως ένα νέο αναπτυσσόμενο είδος. Το παίξιμο του McLaughlin διακρινόταν από τα εντυπωσιακά σόλο του πάνω σε μη δυτικές μουσικές κλίμακες. Στη συνέχεια ο J. McLaughlin εξέπληξε τον κόσμο της μουσικής, αλλάζοντας ριζικά κατεύθυνση. Δημιούργησε το ινδικής επιρροής συγκρότημα Shakti, παίζοντας μια ακουστική κιθάρα. Οι Shakti αποτέλεσαν τη μουσική πηγή στην αναδυόμενη τότε world music. Έπαιζε μια ακουστική κιθάρα με ατσάλινες χορδές, κατασκευασμένη από τον λαουτιέρη Abe Wechter, της οποίας οι δύο σειρές των χορδών συντονίζονταν ανεξάρτητα και παίζονταν σαν «συμπαθητικές» χορδές - όπως σε ένα σιτάρ.
Το συγκρότημα ηχογράφησε τρία άλμπουμ: «Shakti» (1975), «A handful of beauty» (1976) και «Natural elements» (1977). Με βάση τόσο το καρνατικό όσο και το ινδουιστικό στιλ και την εκτεταμένη χρήση του konnakol, οι Shakti εισήγαγαν τις ragas και τα ινδικά κρουστά στους λάτρεις της δυτικής αυτοσχεδιαζόμενης τζαζ.
Επιλεγμένοι δημιουργικοί σταθμοί
Ο John McLaughlin συμμετείχε, επίσης, στο «School days» του μπασίστα-φαινόμενο και ίνδαλμα των μπάσων χορδών Stanley Clarke και σε πολλά fusion άλμπουμ. Το 1979 συνεργάστηκε με τον φλαμένκο κιθαρίστα Paco de Lucía και τον κιθαρίστα της τζαζ Larry Coryell, που αντικαταστάθηκε από τον Al di Meola στις αρχές του 1980, σχηματίζοντας το κοσμογυρισμένο και κοσμαγαπημένο κιθαριστικό τρίο που είδαμε και απολαύσαμε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στο θέατρο του Λυκαβηττού. Το τρίο επανενώθηκε το 1996 για ακόμα έναν δίσκο και μια παγκόσμια περιοδεία. Είχαν κυκλοφορήσει προηγουμένως (1983) ένα στούντιο άλμπουμ με τίτλο «Passion, grace & fire». Το 1981 και το 1982 ο McLaughlin ηχογράφησε δύο άλμπουμ, τα «Belo horizonte» και «Music spoken here», με τους Translators, ένα σχήμα Γάλλων και Αμερικανών μουσικών που συνδύαζαν ακουστική κιθάρα, μπάσο, σαξόφωνο και βιολί, στο οποίο συμμετείχε και η φίλη του, η κλασική πιανίστα Katia Labèque. Από το 1984 έως το 1987 λειτουργούσε μια ξεχωριστή ηλεκτρική πεντάδα με το όνομα Mahavishnu. Κυκλοφόρησαν το «Mahavishnu» και το «Adventures in radioland». Το πρώτο από τα δύο άλμπουμ ηχογραφήθηκε με τον McLaughlin να χρησιμοποιεί εκτενώς το συνθεσάιζερ Synclavier σε συνδυασμό με μια πληκτρο-κιθάρα Roland. Ο Bill Evans έπαιζε σαξόφωνο, ο Jonas Hellborg μπάσο, ο Mitch Forman πλήκτρα και οι Danny Gottlieb και Billy Cobham εναλλάσσονταν στα ντραμς.
«Round midnight» και «Mediterranean Concert»
Το 1986 εμφανίστηκε με τον Dexter Gordon στην ταινία του Bertrand Tavernier «Round midnight». Συνέθεσε, επίσης, το «Μεσογειακό Κοντσέρτο» σε ενορχήστρωση του Michael Gibbs. Στην παγκόσμια πρεμιέρα του συμμετείχε η Φιλαρμονική του Λος Άντζελες. Ηχογραφήθηκε το 1988, με τον Michael Tilson Thomas να διευθύνει τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου. Σε κάποιες ενότητες του κοντσέρτου ο John McLaughlin αυτοσχεδίαζε, ενώ στην ηχογράφηση του δίσκου συμπεριλήφθηκαν τα πέντε ντουέτα του με την Katia Labèque.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 άρχισε να παίζει ζωντανά και να ηχογραφεί με ένα τρίο, στο οποίο συμμετείχαν ο κορυφαίος Ινδός περκασιονίστας Trilok Gurtu και τρεις μπασίστες, με πρώτο τον Jeff Berlin, μετά τον Kai Eckhardt και τέλος τον Dominique di Piazza. Το συγκρότημα ηχογράφησε τα άλμπουμ «Live at The Royal Festival Hall» και «Que alegria», το πρώτο με τον Eckhardt και το δεύτερο με τον Di Piazza. Αυτές οι ηχογραφήσεις σήμαναν την επιστροφή του J. McLaughlin στα ακουστικά όργανα: μια κιθάρα με νάιλον χορδές.
Μετά από αυτή την περίοδο ηχογράφησε και περιόδευσε παρουσιάζοντας το LP «The heart of things» με τους Gary Thomas, Dennis Chambers, Matt Garrison, Jim Beard και Otmaro Ruíz. Το 1993 κυκλοφόρησε το άλμπουμ-αφιέρωμα στον πιανίστα Bill Evans «Time remembered: John McLaughlin plays Bill Evans», με την ακουστική κιθάρα του να υποστηρίζεται από τις κιθάρες του Aighetta Quartet και το ακουστικό μπάσο του Yan Maresz, ενώ τα τελευταία χρόνια περιόδευσε με τους Remember Shakti.
Ποτέ μια κιθάρα δεν έπαιξε έτσι
Ο McLaughlin θεωρείται σημαντική επιρροή για τους συνθέτες της fusion. Σε μια συνέντευξή του στο Downbeat ο Chick Corea παρατηρούσε: «Με αυτό που έκανε ο John με την ηλεκτρική κιθάρα του έφερε τον κόσμο όλο στα αυτιά μας. Κανείς δεν είχε ακούσει μια ηλεκτρική κιθάρα να παίζει έτσι πριν και σίγουρα με ενέπνευσε η εμπειρία του με τον Miles. Με οδήγησε στο να θέλω να ανεβάσω την ένταση, να γράψω μουσική ακόμα πιο δραματική». Και ο Jeff Beck: «Ο John ανέδειξε διαφορετικές πτυχές της κιθάρας. Μας εισήγαγε στη world music, συνδυάζοντας την ινδική μουσική με την τζαζ και την κλασική. Είναι ο καλύτερος εν ζωή κιθαρίστας». Τον Νοέμβριο του 2010 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο του Walter Kolosky με τίτλο «Follow your heart: John McLaughlin song by song», όπου ανέλυε καθετί που έγραψε ο McLaughlin και το οποίο περιείχε φωτογραφίες που ως τότε δεν είχαμε ξαναδεί.


