Ο «Κόκκινος Σεπτέμβρης» δεν είναι ακόμα ένα ιστορικό κείμενο ή θεωρητικό δοκίμιο για το πραξικόπημα του Πινοσέτ και τον θάνατο του Αλιέντε. Δεν είναι ένα βιβλίο για μια κρίσιμη στιγμή της σύγχρονης Ιστορίας γραμμένο από ιστορικούς, αλλά μια προσπάθεια ενός φιλοσόφου κι ενός πολιτικού, του Μικαέλ Λεβί και του Ολιβιέ Μπεζανσνό, να μιλήσουν για τους άνδρες και τις γυναίκες της χιλιανής Αριστεράς που πάλεψαν, ενίοτε με τίμημα τη ζωή τους, για να διασώσουν το λεγόμενο «θαύμα Αλιέντε», την πρώτη και μοναδική απόπειρα μετάβασης στον σοσιαλισμό, σε μια δημοκρατική λαϊκή κυριαρχία χωρίς τη μεσολάβηση εμφυλίου πολέμου. Βασιζόμενοι στα ιστορικά αρχεία κι έπειτα από πολυετή έρευνα έστησαν ένα «μυθιστορηματοποιημένο» πολιτικό αφήγημα το οποίο διηγείται ημερολογιακά την πραξικοπηματική συνωμοσία των ΗΠΑ εκκινώντας από την εκλογή του Αλιέντε και καταλήγοντας στη μέρα του πραξικοπήματος, την οποία περιγράφουν καθώς εξελίσσεται ώρα με την ώρα ως το ολέθριο τέλος της. Οι διάλογοι αποτελούν είτε κατά γράμμα μεταφορά ιστορικών συνεννοήσεων είτε ελεύθερη ή μυθοπλαστική απόδοση των λεγομένων των πρωταγωνιστών. Το μυθιστορηματικό ύφος του βιβλίου ζωντανεύει με ανεπανάληπτο τρόπο τα βασικά πρόσωπα αλλά και τους επώνυμους μαχητές που αντιστάθηκαν στο πραξικόπημα. «Μπήκαμε στο πετσί δεκάδων προσώπων, από τα πιο διάσημα ως τα πιο ανώνυμα, για να συλλάβουμε την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα των ωρών εκείνων» επισημαίνει σε συνέντευξη ο Ολιβιέ Μπεζανσνό. Σ’ αυτό συμβάλλει και το παράρτημα με τίτλο «Τι απέγιναν;», όπου μαθαίνουμε τη μοίρα όλων των εμπλεκομένων στα αιματηρά γεγονότα.
Συγκινήθηκα, θύμωσα και παθιάστηκα μεταφράζοντας αυτό το βιβλίο, το οποίο θεωρώ πως είναι και εξαιρετικά επίκαιρο. «Αυτή η 11η Σεπτεμβρίου», σημειώνει ο Μπεζανσνό, «απηχεί σε τακτικά διαστήματα και με θλιβερό τρόπο την επικαιρότητα. Η εισβολή στο Καπιτώλιο στην Ουάσιγκτον ή στη Βουλή της Μπραζίλια μας υπενθυμίζουν, πενήντα χρόνια αργότερα, μια τρομερή αλήθεια: ότι σε κάθε περίπτωση η Ακροδεξιά δεν διστάζει ποτέ όσον αφορά την πορεία που θα ακολουθήσει. Η χιλιανή εμπειρία του 1973 μας θυμίζει με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι τα αυταρχικά, δικτατορικά, φασιστικά ή νεοφασιστικά καθεστώτα δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη τον αντίποδα του φιλελευθερισμού. Δύνανται σε περιόδους κρίσης να αποτελούν την προέκτασή του. Η Χιλή του Πινοσέτ, με τα διαβόητα “Chicago Boys”, υπήρξε το μεγάλο εργαστήριο αυτού του φιλελευθερισμού». Η σημερινή εισβολή στη Συρία, θα πρόσθετα εγώ, και η προηγούμενη ωραιοποίηση, αν όχι ηρωοποίηση, των τζιχαντιστών αποδεικνύουν για άλλη μια φορά ότι οι ΗΠΑ δεν ορρωδούν μπροστά σε κανενός είδους εγκληματική ενέργεια προκειμένου να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους. Ο κυνισμός του Νίξον και του Κίσινγκερ, που από την πρώτη ώρα της εκλογής του Αλιέντε θέτουν στο τραπέζι το σχέδιο του πραξικοπήματος για την ανατροπή του, λέει πολλά για την τωρινή και τη μελλοντική παγκόσμια πολιτική συνθήκη. Για τους ισχυρούς και τους υποτελείς τους, που αναιρούν με τις ενίοτε αιματηρές πράξεις τους κάθε εκπεφρασμένη λαϊκή ετυμηγορία.
Ο Σπὐρος Γιανναράς είναι συγγραφέας και μεταφραστής
Πεδίο μάχης*
7.10, είσοδος Μοραντέ, Προεδρικό Μέγαρο Λα Μονέδα
Γεγονός εντελώς ασυνήθιστο τόσο πρωινή ώρα, η Λα Μονέδα ξυπνάει από τον ήχο του φρεναρίσματος των αυτοκινήτων. Μια πομπή οχημάτων ακινητοποιείται απότομα μπροστά στον αριθμό 80 της οδού Μοραντέ, που βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του Μεγάρου. Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε κατεβαίνει από τους πρώτους από το Fiat. Φορώντας στρατιωτικό κράνος και με το πολυβόλο του, ένα Walter MP, περασμένο στον ώμο, μπαίνει βιαστικά στο κτήριο συνοδευόμενος από τους άνδρες της GAP. Ένας φωτογράφος απαθανατίζει τη στιγμή.
Την περίμετρο τη διασφαλίζουν συνολικά δύο όλα κι όλα μικρά τανκς, ενώ το κτήριο το προστατεύει μια χούφτα τυφεκιοφόρων. Η νευρικότητα και η αμηχανία τους είναι ολοφάνερες: προφανώς περιμένουν σαφείς οδηγίες από τους αξιωματικούς τους. Ο Αλιέντε ανεβαίνει δύο δύο τα σκαλιά για να φτάσει στο γραφείο του, δίπλα στο οποίο εγκαθίσταται η προσωπική του φρουρά.
Η σκηνή φαντάζει αμέσως εξωπραγματική. Οι χοντροί κι επιβλητικοί τοίχοι της Λα Μονέδα δεν πρέπει να έχουν ποτέ ως τώρα στεγάσει τόσους ένοπλους άνδρες. […]
Αρχικά σχεδιασμένο για να στεγάσει τη διοίκηση των δημόσιων οικονομικών, απ’ όπου πήρε και το όνομά του, La Moneda -το Μέγαρο της Λα Μονέδα-, το κτήριο υποδέχθηκε έναν ανυπολόγιστο αριθμό από αρχηγούς κρατών στα αίθρια και στα χρωματιστά σαλόνια του. Όμως ποτέ ως τώρα τα μάρμαρα και τα ξύλινα παρκέ του δεν τα είχε πατήσει Πρόεδρος της Δημοκρατίας που ερχόταν να οχυρωθεί μαζί με τους δικούς του, και με τα όπλα στο χέρι, σε ένα φρούριο υπό πολιορκία. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, στις 7.15 το πρωί, η Λα Μονέδα έχει πάψει να είναι ιερό μνημείο και μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε πεδίο μάχης.
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Κόκκινος Σεπτέμβρης», εκδόσεις Θεμέλιο