Εχει γίνει αποδέκτης πολλής θετικής ενέργειας από τον κόσμο και εκτίμησης από τους συναδέλφους του. Ο Γιάννης Μόνος επέμεινε σε όλη τη ζωή του να κάνει ό,τι του έδινε την αίσθηση της πληρότητας. Είχε το προνόμιο να ζήσει από τη μουσική που επέλεξε να υπηρετήσει, χωρίς παραχωρήσεις ή άλλες εκπτώσεις, δίνοντας επί δεκαετίες την ευκαιρία στο ευρύ κοινό να γνωρίσει μέσα από τις ερμηνείες του τον αυθεντικό ήχο και τον εξοπλισμό ενός πραγματικού soul jazz organ combo, με τη δημιουργία συνόλων όπως το Hot Organic Trio, το Y.M. Blues Family, το Yiannis Monos & The Beast.
Ο Γιάννης ήταν μόλις 17 ετών όταν μπήκε στο «κλίμα» των blues, σε μια εποχή που είχαν μεγάλο κοινό στην Ελλάδα, και μόλις 20 ετών όταν πρωτοσυναντήθηκε με το «beast», το θηρίο, το παραγκωνισμένο από την επέλαση των συνθεσάιζερ Hammond organ. Πρωτοπόρος του Hammond στην Ελλάδα υπήρξε ο συνθέτης Νίκυ Γιάκοβλεφ και κορυφαίος ερευνητής των ηχητικών δυνατοτήτων του ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. Στα πρώτα σχήματα τα οποία ίδρυσε και συμμετείχε ο Γιάννης Μόνος συνδυάστηκε ο ήχος των Chicago Blues, των δυναμικών Tower of Power και της Paul Butterfield Blues Band, αλλά και του live LP «Jazz blues fusion» του πατριάρχη των βρετανικών blues John Mayall, που μας άφησε την ημέρα που συναντηθήκαμε. Ο Έλληνας χειριστής του Hammond B3 διερεύνησε σε βάθος αυτό το ιδιαίτερο όργανο και τον τρόπο που εντάχθηκε στο τοπίο της αμερικανικής μουσικής με τη σύντηξη της soul music, της country, του R&B και τελικά της jazz - κορωνίδας της αφροαμερικανικής μουσικής παράδοσης.
Μια αλησμόνητη γνωριμία
Καταλυτική θεωρεί τη συνάντησή του με τον σπουδαίο φυσαρμονικίστα-βοκαλίστα των blues Junior Wells το 1984, λίγο πριν από τη συναυλία του με τον Son Seals στο Σπόρτιγκ. Βρέθηκε στο καμαρίνι του κατά λάθος, αναζητώντας την... τουαλέτα! «Έτσι όπως μπήκα φουριόζος, πέφτω πάνω στους δίμετρους μαύρους της παρέας του. Ο Son Seals και ο Wells μ’ ένα πράσινο κοστούμι με καμπάνα παντελόνι έτρωγαν και πίνανε. Έμεινα κόκαλο. Oooops! Sorry! I’m in a wrong place and you must be Mr Junior Wells… “I am! Αλλά μην με λες κύριο. Έλα κοντά. Κάτσε”. Του είπα ότι είμαι μουσικός και ότι παίζω πιάνο. “Τι μουσική σ’ αρέσει;” “Το blues”. “Και ποιος είναι ο αγαπημένος σου πιανίστας;” “Ο Otis Spann”. Μόλις το ακούει, σηκώνεται επάνω σαν ελατήριο, μ’ αγκαλιάζει και λέει: “Με τον Otis είμαστε φίλοι και έχουμε παίξει μαζί!”. “Όλοι οι άνθρωποι μπορούμε να παίξουμε τα blues” του είπε ο Junior Wells». Και ο Γιάννης Μόνος θυμάται πάντα αυτή την πολύ διδακτική για το μέλλον του γνωριμία.
Κλασικές σπουδές και R&B
Εχοντας ήδη σπουδάσει πιάνο στο Εθνικό Ωδείο με δασκάλα την Κρινιώ Καλομοίρη, όταν ο Ανδρέας Καρμπόνε τον άκουσε να παίζει σε ένα παλιό πιάνο εξάσκησης των μαθητών που ήταν παρατημένο στον διάδρομο του ωδείου, απόρησε. Ο οκτάχρονος τον άφησε έκπληκτο με τον τρόπο που «εφεύρισκε» τα ακόρντα, για την έμφυτη ευκολία του να συνδυάζει μουσικούς φθόγγους, να σχηματίζει μουσικές έννοιες. Ο δρόμος για τις μουσικές του σπουδές ήταν ανοιχτός.
Στα 15 ο Jerry Lee Lewis και ο Fats Domino -στη δισκοθήκη του πατέρα του- τον οδήγησαν στην κατεύθυνση του συναρπαστικού. Η μελέτη του rock and roll μαζί με το R&B τον έφερε κοντά στο ηλεκτρικό μπλουζ και στην τζαζ, ως μετεξέλιξη αυτών των ζυμώσεων. Ο Μιχάλης Ροζάκης στο Πινδάρειο Ωδείο και οι Μιχάλης Τραυλός και Σπύρος Ραφτόπουλος στο Σύγχρονο Ωδείο του δίδαξαν τα ανώτερα θεωρητικά της μουσικής. Έχοντας, όμως, ήδη περάσει μια ολόκληρη δεκαετία ως blues μουσικός στις σκηνές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης (Μύλος, ΡΟΔΟΝ club, Half Note, Cafe Palette, Αν club, Blues, Rodeo), ο Γιάννης χρειαζόταν τις σπουδές για να προσθέσει ειδικό βάρος στις δικές του μουσικές.
Y.M. Blues Family
Το πρώτο του σχήμα, οι Jugband Blues, μετονομάστηκαν σε Y.M. Blues Family γιατί είχε αρχίσει να δημιουργείται μια καλή παρέα μουσικών από την Ελλάδα που είχαν κοινό παρονομαστή τα blues. Μια «οικογένεια» με κοινή αναφορά σε αυτή τη μουσική. Από το 1983 έως και σήμερα η Υ.Μ. Blues Family παραμένει ένα ενεργό σύνολο από το οποίο έχουν περάσει οι καλύτεροι της ελληνικής blues σκηνής. Μεταξύ αυτών οι Ανδρέας Γκομόζιας, Ζαφείρης Τσίναλης, Στέλιος Λαδόπουλος, Ντίνος Αποστόλου, Γιώργος Πανούσης, Στέλιος Σαντοριναίος, Κωστής Βαζούρας, Θοδωρής Πιστόλας, Δημήτρης Τερζάκης κ.ά. Ο Τερζάκης ήταν αυτός που ώθησε τον Γιάννη Μόνο να στραφεί στο Hammond organ. Το 1988 η μπάντα ανασυντάχθηκε με την προσθήκη του κιθαρίστα Κώστα Σαριδάκη, του ιδρυτή του πρώτου αθηναϊκού blues γκρουπ Blue United Musicians (1982-1987). Στις αμέτρητες live εμφανίσεις τους ξεχωρίζουν αυτές με τον Mick Taylor, τον Sidney Selby, τον John Hammond Jr., τους Socrates και η τουρνέ το 1988 στην Ελλάδα με τον πάντα ανοιχτό στον «μαύρο ήχο», αλησμόνητο Λουκιανό Κηλαηδόνη, που τους θαύμαζε και πήγαινε συχνά να τους δει όπου κι αν έπαιζαν. Η μπάντα ηχογράφησε ζωντανά και τον δίσκο του Βαγγέλη Γερμανού «Ελεύθερος χρόνος» (2000).
Παράλληλα οι Blues Bug ζήτησαν από τον οργανίστα, πιανίστα, φυσαρμονικίστα και τραγουδιστή Γιάννη Μόνο να συνεισφέρει στην αναδιοργάνωση και στη μουσική αναμόρφωση της μπάντας, γράφοντας μουσικές και ενορχηστρώσεις για το άλμπουμ με τίτλο «Blues Bug and the silent partner» (1995). Οι Blues Bug είχαν εξαιρετικά δυναμική live παρουσία, έχοντας παίξει σε όλα τα μεγάλα κλαμπ της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και όλης της Ελλάδας, συμπράττοντας συχνά με μουσικούς όπως οι σπουδαίοι Louisiana Red και Guitar Shorty.
Ο «μάγος» Dr Lonnie Smith
Την πρώτη χρονιά του νέου αιώνα πήγαμε στο Half Note να δούμε τον μάγο του Β3 Hammond οργανίστα Dr Lonnie Smith μαζί με τον θρύλο της τζαζ σαξοφωνίστα Lou Donaldson. Μετά το τέλος της βραδιάς οι δύο «συνάδελφοι» συστήθηκαν και ο δόκτωρ άκουσε από τον Έλληνα ομότεχνό του ότι είχε στην κατοχή του ένα C3 του ’59 και δύο 122 Leslies. Του είπε πως ήθελε να τα δει από κοντά και να τ’ αγγίξει με τα δάχτυλά του, πράγμα που έγινε την επομένη στο στούντιο του Γιάννη. Ήταν μία αυθόρμητη συνάντηση τεσσάρων ωρών που τελικά εξελίχθηκε σ’ ένα άτυπο master class. Μίλησαν για όλα: για την ιστορία της ζωής του Dr Lonnie Smith, τις αρνητικές και τις θετικές εμπειρίες, τα δύσκολα χρόνια και τις φυλετικές διακρίσεις που είχε βιώσει. Αυτός ο «star» πατούσε στη γη, δεν πέταγε στ’ άστρα της δόξας. Ένας «αυτοκράτορας» επικοινωνούσε μ’ έναν πιστό υπήκοό του! Μετά απ’ αυτό η επιρροή του στη διαμόρφωση του παιξίματός του υπήρξε καθοριστική για τον Γιάννη Μόνο, που είχε την τύχη να τον συναντήσει ξανά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Hot Organic Trio: Η soul jazz σήμερα
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ο Γιάννης Μόνος σχημάτισε με τον έμπειρο ντράμερ Ζαφείρη Τσίναλη το Yiannis Monos Organ Duo, που το 2004 μετασχηματίστηκε στο Hot Organic Trio με τη σύμπραξη του έξοχου τζαζ κιθαρίστα Μάκη Αμπλιανίτη. Το H.O.T. ήταν η φυσική ωρίμανση της Blues Family, της θητείας του στους Blues Bug και της σαρανταετούς μουσικής του τριβής με το Hammond organ. Σκοπό είχε τη διερεύνηση και την παρουσίαση αυτού του τόσο άγνωστου στην Ελλάδα ήχου. Γι’ αυτό και οι εμφανίσεις και οι ηχογραφήσεις γίνονται μόνο με πλήρη εξοπλισμό: Hammond C3, Hammond B3 replica και Leslies 122. Τη συντήρηση όλου του εξοπλισμού επιμελείται ο ίδιος ο Γιάννης Μόνος, με τη συνδρομή ειδικών τεχνικών.
Το 2014 το νέο line up του Hot Organic Trio περιελάμβανε πια τον Απόστολο Λεβεντόπουλο στην κιθάρα και τον Βασίλη Πουσαίο στα τύμπανα, ενώ από το 2021 συμμετέχει ο ταλαντούχος νέος ντράμερ Στράτος Παπαϊωάννου. Το ρεπερτόριο, όπως προβλέπει η παράδοση των soul jazz organ trios των 60s και των 70s, έχει πυρήνα φυσικά το blues και τη soul music, με διαφυγές swing, groove, bop, latin και Americana. Όμως το H.O.T. παίζει στα live του και πρωτότυπες συνθέσεις του πολύπειρου οργανίστα και leader Γιάννη Μόνου, αλλά και Ελλήνων jazz δημιουργών των 50s και των 60s.
«Στο παίξιμό μου και ειδικότερα στον τρόπο που χειρίζομαι το Hammond organ εξερευνώ τις άπειρες δυνατότητες που έχει, τις μεταβάσεις από ήχο σε ήχο, τη συμμετοχή του εφέ Leslie και τη χρήση των bass pedals. Έχω ενσωματώσει στοιχεία από όλους τους μεγάλους δασκάλους Jimmy Smith, Wild Bill Davis, Jimmy Mc Griff, Brother Jack McDuff, Charles Earland, Billy Preston, Dr Lonnie Smith και τους νεότερους Tony Monaco και Joey DeFranscesco - που παίζει παράλληλα και τρομπέτα. Αυτός με ώθησε να παίζω φυσαρμόνικα παράλληλα με το όργανο και να τραγουδάω. Τελικά, αν χαίρομαι πραγματικά για κάτι, είναι που σήμερα υπάρχει στην Ελλάδα ένα κομμάτι της jazz σκηνής που αναφέρεται στο organ. Αυτό μπορείς να το πεις και δικαίωση μιας επίμονης πορείας σ’ ένα όχι πάντα εύκολο περιβάλλον» λέει ο Γιάννης Μόνος, κλείνοντας τη συνάντησή μας.