Rolling Stones, Johnny Marr, Neil Young, Phil Collins, John Fogerty, Michael Stipe, Elton John, Ozzy Osbourne, Brian May, Rihanna, αλλά και οι κληρονόμοι του Leonard Cohen, του Isaac Hayes, του George Harrison και του Prince είπαν βροντερό «όχι» στους Ρεπουμπλικάνους
Ο κιθαρίστας των θρυλικών Smiths Johnny Marr ανακοίνωσε πρόσφατα πως θα κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι του για να σταματήσει τη χρήση των τραγουδιών του συγκροτήματος από τον πρώην Αμερικανό Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων.
Αυτή είναι η πιο πρόσφατη περίπτωση διάσημου μουσικού που αντιτίθεται στη χρήση των τραγουδιών του από το επιτελείο του Ντ. Τραμπ από το 2015, όταν έθεσε πρώτη φορά υποψηφιότητα για την προεδρία. Πολλοί είναι οι μουσικοί και τα συγκροτήματα που στο παρελθόν έχουν βρεθεί στη θέση του J. Marr και έχουν απειλήσει με νομικές ενέργειες το επιτελείο που διοργανώνει τις καμπάνιες. Πριν από τρεις εβδομάδες ο Ντ. Τραμπ κέρδισε τις προκριματικές εκλογές στο Νιου Χαμσάιρ, κάνοντας ένα βήμα πιο κοντά στο να προταθεί από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ως υποψήφιος Πρόεδρος. Αντιμετωπίζει μόνο έναν σημαντικό αντίπαλο στις προκριματικές εκλογές, τη Νίκι Χέιλι, αφού ο κυβερνήτης της Φλόριντα Ρον ΝτεΣάντις αποσύρθηκε από την κούρσα. Ο μπροστάρης των Smiths St. P. Morrissey δεν έχει ακόμη εκφράσει τη γνώμη του για την κίνηση του J. Marr, γεγονός μάλλον αναμενόμενο αν αναλογιστούμε τις κατά καιρούς ακραίες πολιτικές τοποθετήσεις του. Ωστόσο ο J. Marr έχει εκφραστεί ανοιχτά κατά των δεξιών Βρετανών πολιτικών που επαινούν τους Smiths. Μάλιστα, όταν ο πρώην πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Ντέιβιντ Κάμερον είχε επιλέξει σε μια εκπομπή του BBC το τραγούδι του συγκροτήματος «This charming man» ως αγαπημένο του, ο J. Marr είχε γράψει στα social media: «Σταματήστε να λέτε ότι σας αρέσουν οι Smiths. Σας το απαγορεύω».
Το soundtrack που δεν σφετερίστηκε η Alt-right
Πρόσφατα ο Phil Collins απαγόρευσε ρητά στον Ντ. Τραμπ να χρησιμοποιεί το εμβληματικό τραγούδι του «Feel it in the air tonight», όταν ακούστηκε πριν από μια ομιλία του στην Αϊόβα. Επίσης, ο Neil Young, όταν δεν είχε καταφέρει να σταματήσει να παίζεται το «Rockin in the Free World» στις συγκεντρώσεις των Ρεπουμπλικάνων, είχε στείλει μια ανοιχτή επιστολή στον Ντ. Τραμπ, αποκαλώντας τον «ντροπή για τη χώρα του» και επικρίνοντας δημόσια τη στάση του σχετικά με την κλιματική αλλαγή. Λίγο νωρίτερα, το 2018, ο τραγουδιστής των Aerosmith Steven Tyler είχε επίσης απαιτήσει με ανάλογο τρόπο να σταματήσουν να ακούγονται τα τραγούδια του συγκροτήματος «Dream on» και «Living on the edge». Το ίδιο είχε πράξει και η Adele το 2016, η οποία είχε δηλώσει ότι ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν είχε την άδεια να χρησιμοποιήσει το τραγούδι της «Rolling in the deep», ενώ λίγο αργότερα είχε υποστηρίξει ανοιχτά τη Χίλαρι Κλίντον.
Πιο επιθετικός ήταν ο John Fogerty του κλασικού ροκ συγκροτήματος Creedence Clearwater Revival, ο οποίος είχε αντιταχθεί στη χρήση του τραγουδιού «Fortunate son» τον Οκτώβριο του 2020, αναφέροντας χωρίς περιστροφές: «Χρησιμοποιούνται οι στίχοι μου και η φωνή μου για ένα μήνυμα που δεν υποστηρίζω». Είχε σημειώσει, μάλιστα, πως οι στίχοι του κομματιού που είχαν γραφτεί το 1969 ασκούσαν κριτική στο σύστημα που επέτρεπε στους πλούσιους να αποφεύγουν την υποχρεωτική επιστράτευση για τον Πόλεμο του Βιετνάμ. Επίσης, οι R.E.M. έχουν διαμαρτυρηθεί πολλές φορές για τη χρήση της μουσικής τους, με πιο αξιομνημόνευτη περίπτωση το 2015, όταν ο Michael Stipe, πληροφορούμενος ότι ακούστηκε το «It’s the end of the world as we know it (and i feel fine)» δήλωσε: «Μην χρησιμοποιείτε τη μουσική μας ή τη φωνή μου για την ηλίθια παρωδία της εκστρατείας σας».
Η Rihanna απείλησε ότι θα κινηθεί νομικά για τη μη εξουσιοδοτημένη χρήση του «Don’t stop the music» το 2018, όπως το ίδιο έκαναν οι White Stripes για το «Seven nation army», ο Elton John για τα τραγούδια του «Rocket man» και «Tiny Dancer» στις συγκεντρώσεις του 2016, ο άρχοντας του χέβι μέταλ Ozzy Osbourne για το «Crazy train» και ο Brian May των Queen για το «We are the champions» ως μουσικό χαλί της εισόδου του Ντ. Τραμπ στο στάδιο. Επίσης, ο παραγωγός της R&B Pharrell Williams απαγόρευσε τη χρήση του «Happy» σε μια συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε λίγες ώρες μετά τους πυροβολισμούς στη συναγωγή του Πίτσμπουργκ το 2018. Τέλος, ο Mick Jagger και ο Keith Richards των Rolling Stones κατάφεραν να αποτρέψουν τη χρήση του τραγουδιού «You can’t always get what you want» τόσο το 2016, όσο και το 2020.
Νομικοί φραγμοί από τους κληρονόμους
Τον Μάιο του 2022 οι κληρονόμοι του soul συνθέτη Isaac Hayes κατηγόρησαν τον Ντ. Τραμπ για τη χρήση του τραγουδιού «Hold on, I’m comin» σε εκδήλωση που διοργάνωσε το λόμπι υπέρ της οπλοκατοχής [National Rifle Association (NRA)]. Μάλιστα, η εντολή απαγόρευσης συνοδευόταν και από συλλυπητήρια στις οικογένειες των θυμάτων από μαζικούς πυροβολισμούς σε σχολεία. Οι κληρονόμοι του George Harrison είχαν επίσης καταγγείλει τη χρήση του τραγουδιού «Here comes the sun» των Beatles, που είχε συνθέσει ο πρώην κιθαρίστας τους, όταν o Ντ. Τραμπ ήθελε να ακουστεί τη στιγμή που η κόρη του Ιβάνκα θα έμπαινε στο συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων.
Τον Αύγουστο του 2020 οι κληρονόμοι του καταλόγου του Leonard Cohen εξέδωσαν ανακοίνωση με την οποία κατήγγειλαν τη μη εξουσιοδοτημένη χρήση του «Hallelujah» στο συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων. Επίσης, τα μέλη της οικογένειας του Ιταλού τενόρου της όπερας Luciano Pavarotti διαμαρτυρήθηκαν για τη χρήση της ερμηνείας του στο περίφημο «Nessun dorma» του Giacomo Puccini. Προφανώς οι άνθρωποι του πρώην Προέδρου επέλεξαν το συγκεκριμένο άσμα γιατί τελειώνει με τα λόγια «I will win» («Θα κερδίσω»). Η χήρα και οι τρεις κόρες του Pavarotti δεν έμειναν μόνο στη φραγή, αλλά δήλωσαν ότι οι απόψεις του Ντ. Τραμπ για τη μετανάστευση δεν συνάδουν με τους αγώνες του Pavarotti για την υποστήριξη των μεταναστών και των προσφύγων μέσω της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών και οργανώσεων, όπως η War Child. Οι διαχειριστές της κληρονομιάς του Prince καταδίκασαν τη χρήση του τραγουδιού του «Purple rain» σε μια συγκέντρωση το 2019, ενώ η οικογένεια του Tom Petty κατήγγειλε την επιλογή του «I won’t back down», αναφέροντας ότι το τραγούδι γράφτηκε για τον «αδικημένο» και τον «απλό άνθρωπο», και ότι ο Τραμπ δεν εκπροσωπεί κανέναν από τους δύο.
Τέλος, φαντάζει απίθανο, αν κρίνουμε από τα δημογραφικά στατιστικά του κοινού στις τραμπικές φιέστες, αλλά σε αυτές είχαν χρησιμοποιηθεί οι gay ύμνοι της ντίσκο «Macho man» και «Y.M.C.A.» των Village People, με αποτέλεσμα τα εναπομείναντα μέλη του συγκροτήματος να απαιτήσουν ρητά την απαγόρευση της χρήσης των μεγάλων επιτυχιών τους.
Πώς ο Ronald Reagan έκανε Δημοκρατικό τον Bruce Springsteen
Η προσπάθεια εκμετάλλευσης του «Born in the USA» οδήγησε τον τραγουδοποιό στην πολιτική συνειδητοποίηση και στην υποστήριξη του Ομπάμα, που τον κάλεσε να παίξει το τραγούδι στην τελετή ορκωμοσίας του
Το 1984 ο Πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν διεκδικούσε με σιγουριά τη δεύτερη προεδρική θητεία του, επομένως η εκστρατεία επανεκλογής του στόχευε περισσότερο στην προσέλκυση μετριοπαθών και ανεξάρτητων ψηφοφόρων, παρά στην αφοσιωμένη ρεπουμπλικανική βάση. Εάν το ροκ εντ ρολ ήταν ανάθεμα για τους παλαιότερους συντηρητικούς του κόμματος, οι σύμβουλοι του Ρ. Ρέιγκαν έκριναν πως η αισιοδοξία και ο ιδεαλισμός της εν λόγω μουσικής μπορούσαν να διαμορφώσουν τον χαρακτήρα της εκστρατείας.

Τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς ο συντηρητικός αρθρογράφος -και άτυπος σύμβουλος της προεκλογικής εκστρατείας- Τζορτζ Γουίλ παρακολούθησε μια συναυλία του Bruce Springsteen στο Μέριλαντ και εντυπωσιάστηκε. Ο ύμνος που έγραψε για την εργατική και την πατριωτική ηθική του Springsteen τη στιγμή που η εκστρατεία βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη έκανε το επιτελείο του Ρ. Ρέιγκαν να τον συμπεριλάβει σε μια ομιλία του στο Νιου Τζέρσεϊ, όπου μίλησε για «το μέλλον της Αμερικής» που βρίσκεται «στα τραγούδια ενός μουσικού που θαυμάζουν τόσο πολλοί νέοι». Όταν ρωτήθηκε για το προεδρικό κομπλιμέντο, ο B. Springsteen προσπάθησε να το αποποιηθεί, αλλά δεν ήταν εύκολο πράγμα να διαχειριστεί την αναφορά και τηn ξαφνική ταύτιση. Στην πραγματικότητα, όσο κι αν ο Springsteen ήθελε να κρατήσει αποστάσεις, υπήρχαν κάποιες αναμφισβήτητες ομοιότητες μεταξύ της ρητορικής του Ρ. Ρέιγκαν εκείνης της εποχής και του δίσκου. Για παράδειγμα, η μπαλάντα «My hometown» δεν θα αποτελούσε αταίριαστη επιλογή για κεντρικό θέμα της καμπάνιας. Βέβαια, τόσο ο Τζορτζ Γουίλ όσο και οι άνθρωποι του Προέδρου παρερμήνευσαν το ρεφρέν του «Born in the USA» ως έναν «χαρούμενο πατριωτικό ύμνο», όμως οι στίχοι λένε κάτι πολύ διαφορετικό: Εκφράζουν την αδικαίωτη οργή ενός προδομένου βετεράνου του Βιετνάμ και όχι ακριβώς την «αγνότητα» και την «αισιοδοξία» που αναζητούσαν οι δεξιοί.
Η απόπειρα του Ρ. Ρέιγκαν να καπηλευτεί την τεράστια δημοτικότητα του «αφεντικού» με την κυκλοφορία του «Born in the USA» και η αμήχανη διαμάχη για το προεκλογικό soundtrack του ’84 ανάγκασαν σε μεγάλο βαθμό τον Springsteen να εξελιχθεί ιδεολογικά, να πάρει θέση και να αποσαφηνίσει τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Έτσι ο αποστασιοποιημένος πολιτικά ερμηνευτής με το εργατικό υπόβαθρο έγινε ένας ένθερμος υποστηρικτής των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των αδικημένων του συστήματος. Πλέον, ακόμη και ο πρώην κυβερνήτης του Νιου Τζέρσεϊ Κρις Κρίστι, ένας από τους ελάχιστους Ρεπουμπλικάνους της πολιτικής ζωής που ακόμα δηλώνουν δημόσια θαυμαστές του Springsteen, διαχωρίζει το έργο του μουσικοσυνθέτη από τη «δημοκρατική» ιδεολογία που το διαπνέει. Χρόνια αργότερα, το 2004, το τραγούδι «No surrender» ακουγόταν σε όλη την εκστρατεία του Τζον Κέρι και φυσικά ο Μπάρακ Ομπάμα επέλεξε τον Bruce για να παίξει στην τελετή ορκωμοσίας του, όπως επέλεξε και ένα κομμάτι του «Born in the USA», το «I’m on fire», για τη λίστα με τα πιο αγαπημένα του τραγούδια. Και όλα αυτά χάρη στον Ρ. Ρέιγκαν.