Ο Γιώργος Λάνθιμος έκανε μια σύντομη στάση στην Αθήνα, καθώς συνεχίζει την προώθηση της νέας ταινίας του με τίτλο «Poor things», και παραχώρησε μια συνέντευξη Τύπου στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία. Το αδιανόητο ταξίδι της ηρωίδας με το όνομα Μπέλα Μπάξτερ, την οποία ερμηνεύει σαρωτικά η Έμα Στόουν, απογειώνεται σε ένα πληθωρικό και εμπνευσμένο μανιφέστο γυναικείας χειραφέτησης, έτοιμο να ενθουσιάσει, να ενοχλήσει και ίσως να γράψει ιστορία στις επερχόμενες απονομές βραβείων. Το «Poor things» βγαίνει στους κινηματογράφους την 1η Ιανουαρίου του 2024 από τη Feelgood Entertainment.
Για τη σχέση του με τα κινηματογραφικά του δημιουργήματα και πώς αυτά διαβάζονται από το κοινό
Προσπαθώ να φτιάχνω τις ταινίες όσο πιο ανοιχτές γίνεται, ώστε οι διαφορετικοί άνθρωποι που έχουν άλλες εμπειρίες να βλέπουν διαφορετικά πράγματα. Να μην είναι, δηλαδή, η ταινία μια μονοδιάστατη εμπειρία για όλους, αλλά να προκαλεί διαφορετικές ερμηνείες και αισθήσεις. Δεν μπαίνω στη διαδικασία να αναλύω τι είναι αυτό που λέει η ταινία, γιατί νιώθω ότι περιορίζω τις ερμηνείες των άλλων και αυτό παρεξηγείται καμιά φορά. Αυτό που θα πω εγώ είναι μία όψη του πράγματος, οι άλλοι μπορεί να δουν πολύ περισσότερα κι αυτό είναι το ενδιαφέρον. Υπάρχουν πράγματα που είναι πιο προφανή και άλλα που αφορούν λιγότερους ανθρώπους. Επίσης, έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου νιώθω ότι είναι πολύ απίθανο αυτό που συμπεραίνει κάποιος, αλλά και αυτό έχει το ενδιαφέρον του.
Για τις τυχόν παρεμβάσεις των στούντιο, καθώς το «Poor things» ξεκίνησε ως μια ανεξάρτητη ταινία και πλέον η εταιρεία της ανήκει στην Disney
Η Searchlight έκανε τη χρηματοδότηση. Για τη δημιουργική ομάδα δεν άλλαξε τίποτε απ’ το στούντιο. Με τη Searchlight είχαμε κάνει και την «Ευνοούμενη», αλλά και την επόμενη ταινία που είναι ήδη στο μοντάζ, που λέγεται «Kinds of Kindness». Έχω final cut στις ταινίες που κάνω, είμαι απόλυτα ελεύθερος να διαχειριστώ το δημιουργικό κομμάτι όπως νομίζω.
Για την κατασκευή των πόλεων όπου ταξιδεύει η Μπέλα Μπάξτερ
Στο βιβλίο του Άλασντερ Γκρέι η ιστορία της Μπέλα Μπάξτερ δεν περιγράφεται με τα δικά της λόγια, αλλά τη βλέπουμε μέσα από την οπτική των άλλων. Εγώ ήθελα να βάλω την Μπέλα στο επίκεντρο της ταινίας και να δημιουργήσουμε τη δική της εμπειρία. Ενώ το βιβλίο είναι μια ρεαλιστική απεικόνιση της βικτωριανής εποχής, σκέφτηκα ότι θα ήταν πιο ενδιαφέρον να φτιαχτούν κόσμοι που θα αντικατοπτρίζουν πώς η Μπέλα Μπάξτερ έρχεται σ’ επαφή με καινούργιες εμπειρίες εκεί που ταξιδεύει. Σκέφτηκα ότι ήταν ενδιαφέρον να φτιαχτούν οι πόλεις, το σπίτι της και το πλοίο όπου ταξιδεύει, με παραδοσιακές τεχνικές, δηλαδή να χτιστούν τα σκηνικά και να μην τα κάνουμε με ψηφιακά εφέ. Χρησιμοποιήσαμε, φυσικά, και την τεχνολογία για να συμπληρώσουμε αυτό που είχαμε φτιάξει, γιατί υπήρχε μια τεράστια οπτική του κόσμου από τους ευρυγώνιους φακούς, οπότε χρειάστηκε να προσθέσουμε ψηφιακά σκηνικά σε αυτά που είχαμε ήδη φτιάξει, κινηματογραφήσει ή ζωγραφίσει.
Για την ενδυματολογία της Χόλι Γουάντινγκτον
Τα ρούχα της ταινίας, όπως και ο σχεδιασμός των σκηνικών ξεκίνησαν ταυτόχρονα, αρκετά πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα, και θέλαμε να υπάρχουν μία συνέχεια και μία συνέπεια ανάμεσά τους. Όπως και ο κόσμος μοιάζει κατασκευασμένος, θέλαμε τα ρούχα να είναι πιο γλυπτικά, όμως δεν άφηναν ελευθερία κινήσεων στους ηθοποιούς. Μετά αρχίσαμε να επικεντρωνόμαστε σε υφές και σχήματα που είχαν τη βάση τους στην περίοδο που αναπαριστούσαμε. Η Χόλι ήταν εξαιρετικά δημιουργική και έδωσε στα κοστούμια και νοηματική συνάφεια με την ιστορία. Τα ρούχα αντικατόπτριζαν τι περνάει κάθε στιγμή ο χαρακτήρας και συνδυάστηκαν με την εξέλιξη της Μπέλα. Τα δοκιμάζαμε και βλέπαμε πώς λειτουργούν, είτε αντιθετικά είτε ενισχύοντας τα δρώμενα.
Για τη μουσική επένδυση του Τζέρσκιν Φέντριξ
Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποίησα πρωτότυπη μουσική. Πάντοτε έψαχνα τη μουσική κατά διάρκεια του μοντάζ. Δηλαδή, έβρισκα τα κομμάτια και μόνταρα με αυτά. Οπότε υπήρχε ένας συγκεκριμένος τόνος και μετά ήταν αδύνατο να έρθει ένας συνθέτης να γράψει κάτι καινούργιο και αυτό να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Όταν άκουσα το προσωπικό άλμπουμ του Τζέρσκιν Φέντριξ, ενστικτωδώς σκέφτηκα ότι ο τρόπος που κάνει μουσική μπορεί να ταιριάξει με το πώς εγώ κάνω ταινίες. Αποφασίσαμε να ξεκινήσει να συνθέτει πριν καν αρχίσουμε το γύρισμα, ώστε στο μοντάζ να έχω ήδη έτοιμη μουσική να χρησιμοποιήσω, όπως έκανα και παλιά. Αφού συζητήσαμε λίγο και του έδειξα την εικαστική έρευνα, άρχισε να μου στέλνει κομμάτια στα οποία εγώ αντιδρούσα θεωρητικά και του έδινα κατευθύνσεις. Το 95% της μουσικής που ακούγεται στην ταινία είναι αυτή που έγραψε τότε. Συνεργαζόμαστε, μάλιστα, και στην επόμενη ταινία με την ίδια μέθοδο.
Για τη δουλειά του με τους ηθοποιούς
Θ’ ακουστεί παράξενο, αλλά δεν τους λέω τίποτα και δεν αναλύουμε χαρακτήρες. Ο τρόπος με τον οποίο δουλεύουμε είναι πρακτικός και σωματικός. Κάνουμε διάφορες ασκήσεις όπου αν οι ηθοποιοί δεν γνωρίζονται ήδη, έρχονται κοντά κι αισθάνονται άνετα ο ένας με τον άλλον. Κάνουμε πρόβες χωρίς να προσπαθούμε να συγκεκριμενοποιήσουμε το πώς θα είναι η ερμηνεία στο γύρισμα. Χρησιμοποιούμε το σενάριο στη διάρκεια των παιχνιδιών και το κείμενο γίνεται δεύτερη φύση τους με έναν μη ορθολογικό τρόπο. Δημιουργείται μία μνήμη με βάση το κείμενο και τα σώματα. Συνειδητά προσπαθώ να μην συζητάμε πολύ, γιατί μην γνωρίζοντας τι σκέφτονται για τον χαρακτήρα τους, αποκτώ μια απόσταση και κρίνω καλύτερα εάν αυτό που βλέπω μ’ αρέσει ή όχι. Αν το είχαμε συζητήσει και προσυμφωνήσει, θα μου ήταν δύσκολο να το διακρίνω.
Για το εάν το «Poor things» θα μπορούσε να έχει γυριστεί στην Ελλάδα
Το «Poor things» δεν θα μπορούσε να γίνει στην Ελλάδα. Όταν ψάχναμε μέρος για το γύρισμα και καταλήξαμε στη Βουδαπέστη, όλες οι επιλογές ήταν ανοιχτές, ακόμα και η Ελλάδα, αλλά αποκλείστηκε γιατί εδώ δεν υπάρχουν στούντιο ούτε η τεχνική εμπειρία της κατασκευής τέτοιου επιπέδου σκηνικών. Η Ουγγαρία έχει τα μεγαλύτερα στούντιο στην Ευρώπη και παράδοση στην κατασκευή σκηνικών. Πριν από δέκα χρόνια για τον κόσμο του σινεμά μία τέτοια ιστορία φαινόταν παράξενη και όχι τόσο ενδιαφέρουσα. Όταν διάβασα το βιβλίο, μόλις είχα τελειώσει τις «Άλπεις», οπότε δεν είχα κάνει καν ταινία στα αγγλικά. Όμως τώρα άλλαξαν οι εποχές. Και όταν έφυγα από την Ελλάδα, έγιναν τα πρώτα βήματα για να μπορούμε να κάνουμε ταινίες μεγαλύτερου μεγέθους.
Για τη δημιουργική του ελευθερία
Στην αρχή υπήρχε μια αφέλεια, αλλά πάντα έκανα τις ταινίες που ήθελα να κάνω, απλώς στην αρχή δεν είχαμε χρηματική υποστήριξη και τα μέσα για να τις κάνουμε ακριβώς όπως θα τις θέλαμε. Παρόλο που τα μπάτζετ μεγαλώνουν, παρά την αρχική κοστολόγηση, όταν φτάνεις να κάνεις την ταινία ανακαλύπτεις ότι τα χρήματα δεν είναι ποτέ αρκετά. Πάντα υπάρχει ένας αγώνας. Η δημιουργική ελευθερία για μένα είναι απαραίτητη. Δεν θα έκανα ποτέ ταινίες χωρίς final cut και ήδη έχω αρνηθεί πολλές φορές προτάσεις για άλλες ταινίες ή χρηματοδότηση για τις δικές μου γιατί δεν μου εξασφάλιζαν τον έλεγχο. Προτιμώ να περιμένω, να προχωρήσω με άλλο σχέδιο ή να κάνω άλλο επάγγελμα.