Κάθε χρόνο κυκλοφορούν δεκάδες βιβλία για τη μουσική και το σινεμά, που είτε ερευνούν άγνωστες πτυχές της βιομηχανίας είτε μυθοποιούν διάσημες περσόνες αποτιμώντας το αποτύπωμά τους στο χρονικό πλαίσιο που έδρασαν. Ακολουθεί μια ανασκόπηση στα καλύτερα βιβλία του είδους, που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2023.
Οι πιο χρήσιμες και πιο αξιοσημείωτες μουσικές εκδόσεις είναι αυτές που προσφέρουν στον αναγνώστη μια νέα οπτική στα καλλιτεχνικά ρεύματα και είδη εμβαθύνοντας στα τραγούδια με διαφορετικά εργαλεία κατανόησης. Μια τέτοια εξαιρετικά φροντισμένη έρευνα, με τίτλο Too much too young: The 2 Tone Records story έκανε ο πρώην μουσικός και νυν συγγραφέας Daniel Rachel και αφορά την 2 Tone Records, μια βρετανική ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία που κυκλοφόρησε δίσκους από τον χώρο της ska και της reggae, τους οποίους ηχογράφησαν μουσικοί από τα νησιά της Καραϊβικής. Τα τραγούδια τους αναφέρονταν συχνά σε κοινωνικά ζητήματα, στον καθημερινό ρατσισμό και στους ταξικούς αγώνες. Το ογκώδες βιβλίο αναφέρεται στις κοινωνικές συνθήκες του 1979 που προκάλεσαν την έκρηξη των συγκροτημάτων που προέρχονταν από το punk και έγιναν γνωστά κάτω από αυτή τη δισκογραφική στέγη, όπως οι Specials, οι Selecter, οι Madness και οι Bodysnatchers. Το πάθος των συγκροτημάτων της 2 Tone πυροδοτούσαν οι κοινωνικές ανισότητες και οι στίχοι τους αναφέρονταν ευθύβολα στον ακροδεξιό εξτρεμισμό που καιροφυλακτούσε στις λαϊκές γειτονιές. Η πληθωρική εταιρεία που έκανε τη λευκή νεολαία να χορεύει μ’ αυτό το πρωτότυπο μουσικό υβρίδιο της ska και του punk γεννήθηκε στο Κόβεντρι, με πρωτεργάτη έναν φοιτητή της μεσαίας τάξης που είχε το όραμα μιας εναλλακτικής Motown. Χωρισμένο σε τρία μέρη, και με τον συμπληρωματικό τίτλο «Rude boys, racism and the soundtrack of a generation», το βιβλίο αποτελεί μια χορταστική αναδρομή σε μια σύντομη, μα πολιτικά φλεγόμενη περίοδο που διαμόρφωσε τη μετέπειτα βρετανική κουλτούρα.

Μια εξίσου πολύτιμη αναδρομή προσφέρει το Dance your way home: A journey through the dancefloor που υπέγραψε ύστερα από εξοντωτική έρευνα η Emma Warren. Ορκισμένη θαμώνας των νυχτερινών κλαμπ η ίδια, η Ε. Warren κατάφερε να συγκεντρώσει προσωπικές μαρτυρίες και αναμνήσεις γύρω από την εξέλιξη της κουλτούρας του χορού στον φυσικό του χώρο. Οι περιγραφές του βιβλίου συνδέουν την άνοδο του σύγχρονου dubstep με τους απαγορευμένους jazz χορούς στην Ιρλανδία της δεκαετίας του 1930. Τα διάσημα κλαμπ και οι χώροι όπου έβρισκαν καταφύγιο οι νέοι που αναζητούσαν την αυτοέκφραση μέσω του χορού στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 έχουν έκτοτε αποδεκατιστεί εξαιτίας της επέλασης του real estate. Το βιβλίο αποπειράται να περιγράψει τη συλλογική ευφορία που προκαλεί ο χορός αποτυπώνοντας τις κομβικές στιγμές της εξέλιξης αυτής της κουλτούρας που αναδύθηκε μέσα από τα σκοτάδια και τις σκιές στα θρυλικά στέκια (κάποια από αυτά ημιπαράνομα υπόγεια), καθώς και τον αντίκτυπό της σε πολιτιστικό και πολιτικό επίπεδο. Μια εμπεριστατωμένη και συχνά οδυνηρή ερωτική επιστολή προς την παγκόσμια χορευτική κοινότητα που δεν παύει να ανανεώνεται.

Η πτώση της βρετανικής pop και το πορτρέτο ενός θρύλου του σκεπτόμενου rock
Εχουν ήδη κυκλοφορήσει αρκετές βιογραφίες του Lou Reed, όμως το The king of New York του Will Hermes αποτελεί ένα καθηλωτικό ντοκουμέντο της πορείας του Νεοϋορκέζου πρωτοπόρου της underground σκηνής της δεκαετίας του ’60 και των αρχών της δεκαετίας του ’70. Ο συγγραφέας, που υπήρξε συντάκτης του Rolling Stone και των New York Times, σ’ αυτό το υπέροχο βιβλίο καταφέρνει και προσεγγίζει τον βίο και τις δημιουργικές ανησυχίες του αξέχαστου Lou Reed με τρόπο που καταφέρνει να συνδέσει τις άφθονες λεπτομέρειες της αφήγησης με την τρέχουσα πολιτιστική επικαιρότητα. Από τη ρευστή σεξουαλικότητα και την τεθλασμένη γραμμή ποιότητας στη δισκογραφική του παραγωγή και από την εξέλιξη της καλλιτεχνικής σκηνής της Νέας Υόρκης μέχρι την πνευματική αλληλεπίδραση με ανθρώπους όπως η Laurie Anderson και ο David Bowie, τα θέματα αναπτύσσονται απολαυστικά και ο αναγνώστης θα ακούσει με εντελώς διαφορετικό τρόπο τα τραγούδια του - ειδικά τα πιο υποτιμημένα.

Μια ολόφρεσκη προσέγγιση, όχι στα υποτιμημένα, αλλά στα πιο διάσημα τραγούδια της βρετανικής pop, που έκανε πάταγο στα τέλη της δεκαετίας του ’90, προσφέρει το Reach for the stars 1996-2006: Fame, fallout and pop’s final party του Michael Cragg. Την εποχή που οι Blur κυκλοφόρησαν νέο άλμπουμ, οι Pulp σχηματίστηκαν ξανά για μια μεγάλη ζωντανή περιοδεία και μια παλιά συλλογή των Oasis επανακυκλοφόρησε φτάνοντας στην κορυφή του καταλόγου επιτυχιών, το βιβλίο είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Έχει περάσει και αρκετός καιρός ώστε οι συνεντευξιαζόμενοι να αισθάνονται αρκετά αποστασιοποιημένοι από τα πάθη της νιότης και να μιλούν ελεύθερα. Ακόμη και τα λόγια μελών των Spice Girls ή των Girls Aloud ή οι αστείες και σοκαριστικές περιγραφές ανθρώπων που ήταν στο προσκήνιο συμπληρώνουν το παζλ μιας λιγότερο συνειδητοποιημένης, εντυπωσιακά πιο απροβλημάτιστης και σαφώς πιο καλοπληρωμένης εποχής σε σχέση με τη σημερινή.

Τα σημαντικότερα κινηματογραφικά βιβλία
Στην εποχή των ταχύτατων, ανώνυμων και επιπόλαιων αξιολογήσεων ταινιών που κατακλύζουν τον κινηματογραφικό διάλογο και πηγάζουν από το Rotten Tomatoes ή το IMDB και πλέον αποτελούν μοχλό χειραγώγησης από τα μεγάλα στούντιο παραγωγής, είναι βάλσαμο μια αναδρομή στους διαξιφισμούς των κριτικών κινηματογράφου Gene Siskel και Roger Ebert, που μετά τα σύντομα ντιμπέιτ τους ύψωναν πάνω τούς αντίχειρες επιδοκιμαστικά ή προς τα κάτω όταν έκριναν αρνητικά τις νέες ταινίες. Ο R. Ebert, που είχε κερδίσει το βραβείο Πούλιτζερ -το πρώτο που απονεμήθηκε ποτέ σε κριτικό κινηματογράφου- για τη δουλειά του στην εφημερίδα Chicago Sun-Times, και ο G. Siskel γνωρίστηκαν 1975 και η ενστικτώδης αμοιβαία τους αντιπάθεια οδήγησε σε μια εκπομπή κινηματογραφικών κριτικών. Το απολαυστικό βιβλίο Opposable thumbs περιγράφει πώς η ανταγωνιστική συνεργασία τους (η οποία αργότερα μετατράπηκε σε γνήσια φιλία) άλλαξε άρδην την αντίληψη του κόσμου για το επάγγελμα αλλά και πώς η επιρροή τους στον τρόπο με τον οποίο αναλύουμε τις ταινίες είναι ισχυρή μέχρι σήμερα.
Ενας από τους σκηνοθέτες για τον οποίο διαφωνούσαν οι δύο προαναφερθέντες κριτικοί είναι και ο Rainer Werner Fassbinder, για τον οποίο κυκλοφόρησε ένα καταπληκτικό βιβλίο από τον κριτικό Ian Penman, που αξίζει μια θέση στα καλύτερα της χρονιάς. Το Fassbinder: Thousands of mirrors αποτελεί μια καλειδοσκοπική μελέτη για τον αιρετικό Δυτικογερμανό σκηνοθέτη που δολιχοδρομεί ανάμεσα στο μελόδραμα, στη βιογραφία, στο ψυχροπολεμικό θρίλερ και στο κινηματογραφικό δοκίμιο. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τον σκηνοθέτη ως μια κομβική φιγούρα της δεκαετίας του 1970, υπεύθυνο εν πολλοίς για την άνοδο του μεταμοντερνισμού και της ψηφιακής επανάστασης. Δεξιοτεχνικά γραμμένο, πραγματικά συγκινητικό, το βιβλίο διαβάζεται σαν μια πυρετώδης ιστορία με μπόλικο σεξ, καταχρήσεις, αυτοκαταστροφική τέχνη. Και τελικά δεν μιλάει απλώς για έναν αδάμαστο κινηματογραφιστή αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο μετασχηματίζονται τα γούστα και τα δικά μας πάθη με την πάροδο του χρόνου.
Στο Burn it down η δημοσιογράφος Maureen Ryan μιλάει για την κακοποίηση και την εκμετάλλευση των εργαζομένων που είναι ενσωματωμένη στα ίδια τα θεμέλια της βιομηχανίας του θεάματος. Το βιβλίο ρίχνει φως στις δυνάμεις εξουσίας που συντηρούν τα πρότυπα παρενόχλησης είτε σε μεγάλα στούντιο (Lucasfil) είτε σε εκπομπές («Saturday Night Live») και εκθέτει με γλαφυρό τρόπο τις προκαταλήψεις στο Χόλιγουντ, ενώ δεν παραλείπει να περιγράψει την εξέλιξη και των εργατικών και ακτιβιστικών αντιδράσεων. Η Μ. Ryan καταρρίπτει έναν προς έναν τους μύθους που προωθεί η βιομηχανία του θεάματος για την αξιοκρατία της και περιγράφει το σύστημα που επιτρέπει στους κακοποιητές να ευδοκιμούν.

Τέλος, ο συγγραφέας του κλασικού «Easy riders, raging bulls» έστρεψε το βλέμμα του στη βιομηχανία της τηλεόρασης κύρους υποστηρίζοντας πως η χρυσή της εποχή, που ξεκίνησε με τους «Sopranos», καταστράφηκε από την απληστία. Ο Peter Biskind με το Pandora’s box: How guts, guile, and greed upended TV εξερευνά την άνοδο των μεγάλων τηλεοπτικών δικτύων και περιγράφει τις δαιδαλώδεις διαδρομές του χρήματος μέσα από την υποτιθέμενη καλλιτεχνική ελευθερία στο ταλέντο, αλλά και τον ανταγωνισμό πίσω από τις περίφημες δραματικές σειρές υψηλής ποιότητας της μικρή οθόνης.
Οι βιογραφίες
Δύο είναι τα αυτοβιογραφικά βιβλία που ξεχώρισαν φέτος και αφορούν περισσότερους αναγνώστες από τον πυρήνα των φανατικών των δύο ολότελα διαφορετικών καλλιτεχνών. Από τη μία, το My name is Barbra, όπου η Barbra Streisand αφηγείται με ευπρόσδεκτη ελαφρότητα και με διακριτικό χιούμορ πτυχές της ζωής της. Από τα πρώτα χρόνια στο Μπρούκλιν μέχρι τις πρώτες της ζωντανές εμφανίσεις και από τις φιλίες της με προσωπικότητες όπως Marlon Brando μέχρι τον θρίαμβο του μιούζικαλ «Funny girl». Η αφήγηση της πολυκύμαντης διαδρομής εξελίσσεται με τόση αμεσότητα και τόση χάρη, που της συγχωρείς κάποιες ηθελημένες παραλείψεις και ορισμένα αθώα ψέματα προκειμένου να μην βλάψει την εικόνα της.
Η άλλη αξιοσημείωτη βιογραφία είναι το Thank you (Falettinme Be Mice Elf Agin) του Sly Stone, μια απρόβλεπτη και συχνά τρομακτική περιήγηση στη ζωή και στην καριέρα της εκκεντρικής ιδιοφυΐας της μαύρης μουσικής του περασμένου αιώνα. Μετά τη ραγδαία του ανάδειξη σε σταρ, ο Sly πέρασε δεκαετίες εγκλωβισμένος στον εθισμό του στην ηρωίνη και τα ίχνη του χάθηκαν. Φέτος ένιωσε έτοιμος να διηγηθεί τα σκαμπανεβάσματα της εκπληκτικής ζωής του μαζί με τη βοήθεια του Ben Greenman, ο οποίος έχει επίσης εργαστεί στα απομνημονεύματα του George Clinton και του Brian Wilson.
Τέλος, κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες η λεπτομερέστατη βιογραφία της Madonna με τίτλο A rebel life, που αποτιμά το πολιτισμικό, εμπορικό και φεμινιστικό αντίκτυπο της Louise Ciccone, η οποία ενσάρκωσε τη σύγχρονη γυναικεία καλλιτεχνική, σεξουαλική και οικονομική απελευθέρωση. Αν κάποιος δεν έχει διάθεση να διαβάζει τις εκατοντάδες σελίδες με περιστατικά που αφορούν το παιχνίδι των μίντια ή τις σχέσεις με τον Warren Beatty και τον Guy Ritchie, ας διαβάσει τα κεφάλαια που περιγράφουν την περιπετειώδη άνοδο της φιλόδοξης χορεύτριας από το πατρικό της στο Μίσιγκαν έως τα διαμερίσματα-τρώγλες στη Νέα Υόρκη μέχρι το 1983, όταν ξεκινά η επίσημη δισκογραφία της. Αυτά τα πρώτα κεφάλαια είναι συναρπαστικά.