Live τώρα    
16°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
16 °C
14.8°C17.4°C
3 BF 55%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αραιές νεφώσεις
10 °C
8.7°C11.4°C
3 BF 86%
ΠΑΤΡΑ
Αραιές νεφώσεις
15 °C
14.8°C15.5°C
3 BF 71%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ασθενείς βροχοπτώσεις
17 °C
15.5°C17.8°C
4 BF 68%
ΛΑΡΙΣΑ
Ασθενείς βροχοπτώσεις
12 °C
11.9°C14.1°C
3 BF 71%
Περικλής Χούρσογλου στην «Α» / Το εργαλείο που έχει ένας σκηνοθέτης είναι πάνω απ' όλα η ψυχή του
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Περικλής Χούρσογλου στην «Α» / Το εργαλείο που έχει ένας σκηνοθέτης είναι πάνω απ' όλα η ψυχή του

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΧΟΥΡΣΟΓΛΟΥ

«Τώρα, που υπάρχει τόση αποστασιοποίηση, γίνεται επιτακτικότερη η ανάγκη για συγκίνηση» λέει ο Περικλής Χούρσογλου. Και το αποδεικνύει. Η καινούργια ταινία του «Εξέλιξη», που προβάλλεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, είναι πλήρης συναισθημάτων, χωρίς ωστόσο να διολισθαίνει στο μελό. Ένα ταξίδι στη σχέση πατέρα και γιου, ένα ταξίδι με τρένο πίσω στον χρόνο, που ανεπαισθήτως σταθμεύει σε κομβικές ιστορικές στιγμές της χώρας στον 20ό αιώνα, κυρίως όμως διατρέχει μια διαδρομή αυτογνωσίας, αυτή η ταινία επαναφέρει τον γνωστό σκηνοθέτη στο προσκήνιο έπειτα από αρκετά χρόνια σιωπής. Έτσι όμως συνηθίζει ο Περικλής Χούρσογλου, από τον καιρό ακόμα του περίφημου «Λευτέρη Δημακόπουλου», της επιτυχημένης πρεμιέρας του στον ελληνικό κινηματογράφο. Δεν βιάζεται να φτιάξει τη μία ταινία μετά την άλλη. Επιλέγει να αφήνει τα αρώματα από τις ζωές των ανθρώπων να αναδύονται αργά, σαν παλιό καλό κρασί, και να συμπυκνώνει καρέ-καρέ ψηφίδες της ανθρώπινης περιπέτειας. Τα «σ’ αγαπώ» που δεν ειπώθηκαν, η επιβεβαίωση που δεν δόθηκε, οι σχέσεις των ανθρώπων, ο κινηματογράφος αλλά και ένα μάθημα εν εξελίξει συνθέτουν τον καμβά της νέας ταινίας του. Και οι εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών της επίσης, του Βασίλη Κολοβού και του Αλέξανδρου Λογοθέτη, που, μαζί με τους Ελένη Γερασιμίδου, Δημήτρη Ναζίρη, Γιώτα Μηλίτση και Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, περνούν τις διαχωριστικές γραμμές τριών γενεών για να αναδυθούν οι συγκολλητικές ταινίες που τις ενώνουν στην αλυσίδα της ζωής. «Βασικό προτέρημα για τον σκηνοθέτη είναι να είναι φιλόξενος» λέει ο γνωστός σκηνοθέτης. Καθώς μιλάει για την «Εξέλιξη» και τις επιδιώξεις του, για την εμπειρία από τη συνεργασία του με τους πρωταγωνιστές της ταινίας του, για τον ελληνικό κινηματογράφο, για τις αίθουσες και τις πλατφόρμες, για τη διαδρομή του στο δημόσιο πανεπιστήμιο και για τη σημασία ενός μαθήματος κινηματογράφου, ο συνομιλητής του κατανοεί πλήρως την επιμονή του σ’ αυτή τη συνθήκη φιλοξενίας στον κινηματογράφο και στην Τέχνη. Γιατί, όπως επισημαίνει, «το εργαλείο που έχει ένας σκηνοθέτης είναι πάνω απ’ όλα η ψυχή του».

Η «Εξέλιξη» αποδεικνύεται μια σπονδή στη ζωή και στις σχέσεις των ανθρώπων. Πώς ξεκίνησε η περιπέτεια αυτής της ταινίας;

Το 2012 αισθάνθηκα ότι η ζωή μου καθώς μεγαλώνω μοιάζει όλο και πιο πολύ με τη ζωή του πατέρα μου, ότι πατάω στα ίδια βήματα. Σκέφτηκα αμέσως ότι ο πατέρας μου πέθανε στα 60 του και αναρωτήθηκα «θα πεθάνω κι εγώ σε δύο χρόνια;». Μια τέτοια σκέψη ουσιαστικά ανοίγει την πόρτα σε μικρούς και μεγάλους απολογισμούς. Βέβαια, το σενάριο ξεκίνησε από αυτή την αρχική ιδέα, αλλά στα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι την τελική μορφή του άλλαξαν πολλά πράγματα. Μπήκε ο πατέρας στην ταινία, είχε μπει για τα καλά η οικονομική κρίση στη χώρα μας, το πανεπιστήμιο, και ειδικότερα το Τμήμα Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη, ήταν ήδη στη δική μου ζωή εδώ και οκτώ χρόνια, ήμουν ήδη κι εγώ πατέρας δύο παιδιών και ζούσα με την οικογένειά μου στην Αθήνα. Είχα δηλαδή στα χέρια μου όλα τα υλικά για την ταινία. Έμενε να αρχίσω να δουλεύω μ’ αυτά, να μπω πιο βαθιά και να βρω την ουσία τους. Ε, αυτό το ταξίδι κράτησε δέκα χρόνια…

Γιατί τόσο πολύ;

Γιατί οι ιστορίες εξελίσσονται μαζί με τον συγγραφέα τους. Ας πούμε, στη μορφή του σεναρίου ο πατέρας υπήρχε ως ανάμνηση. Ένα ουσιαστικό βήμα ήταν να μπει στην ίδια την ιστορία και να γίνει ένας συμπρωταγωνιστής. Το γεγονός ότι ζούσα στην Αθήνα και δίδασκα στη Θεσσαλονίκη μου έδωσε την ευκαιρία να εντάξω στην ταινία το ταξίδι Αθήνα-Θεσσαλονίκη και τούμπαλιν που έκανα κάθε βδομάδα στην πραγματική μου ζωή. Στα 19 χρόνια που δίδαξα στο πανεπιστήμιο έχω κάνει 570 τέτοια ταξίδια. Με αφορμή λοιπόν την εξέλιξη και την προαγωγή σε μια ανώτερη ακαδημαϊκή βαθμίδα του πρωταγωνιστή της ταινίας, του Νίκου, κάνει αυτό το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη με τον πατέρα του για να του δείξει ότι τα κατάφερε στη ζωή του. Κυρίως όμως θέλει κάτι που έμενε ανοιχτό πολλά χρόνια να κλείσει με ένα «σ’ αγαπώ». Ουσιαστικά αυτό το ταξίδι του ήρωα με τον πατέρα του προς τη Θεσσαλονίκη γίνεται και ένα ταξίδι προς τα πίσω. Πίσω στη ζωή τους και πίσω στην ιστορία του τόπου μας. Ξεκινώντας να κάνω αυτή την ταινία, η πρόθεσή μου δεν ήταν να μιλήσω για τη Χούντα ή για το 1922 ή για το 1940 ή για την κρίση του 2010. Ήθελα να μιλήσω γι’ αυτούς τους δύο ανθρώπους. Αναπόφευκτα όμως αυτοί οι δύο χαρακτήρες έφεραν τους δικούς τους κόσμους. Η «ψυχή» της χώρας επηρεάζει τις ψυχές των δύο χαρακτήρων.

Μιλάμε ως τώρα για δύο χαρακτήρες, τον πατέρα και τον γιο, τον Νίκο και τον κύριο Αντρίκο, όμως υπάρχει και ο κόσμος των φοιτητών, με τα δικά του δίκαια και τις δικές του επιδιώξεις και τις δικές του υπερβολές. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο κόσμους, του πατέρα του και των φοιτητών του, ο Νίκος προσπαθεί να ισορροπήσει και να επιτελέσει το πιο σημαντικό καθήκον του ως καθηγητής, να κάνει το μάθημα, να μεταδώσει τη γνώση. Σήμερα, ένα παιδί που σπουδάζει Κινηματογράφο μπορεί να βρει τα πάντα στο Ίντερνετ. Για παράδειγμα, να δει τη Μέριλ Στριπ να διδάσκει στο Actors Studio. Αυτό που δεν μπορεί να βρει είναι το πάθος του καθηγητή για το αντικείμενο που διδάσκει. Ο Νίκος στη διάρκεια του μαθήματος είναι ένας άλλος άνθρωπος. Εκεί βγαίνει όλη η αγάπη του για τον κινηματογράφο.

Εσύ πότε διαπίστωσες ότι η αγάπη σου για τον κινηματογράφο είναι πιο δυνατή απ’ αυτή για τα Μαθηματικά;

Βαστιόμουν, αντιστεκόμουν. Όπως σε όλους τους μεγάλους έρωτες, στην αρχή αντιστεκόμαστε. Έτσι κι εγώ, ενώ σπούδαζα Μαθηματικά στη Θεσσαλονίκη, αποφάσισα να κάνω μεταγραφή στην Αθήνα για να γραφτώ στην Κινηματογραφική Σχολή Σταυράκου. Όταν ξεκίνησα στου Σταυράκου, έλεγα ότι «αυτό το κάνω για χόμπι, μαθηματικός θα γίνω». Τελειώνοντας το πρώτο έτος, είπα «θα πάω να δουλέψω στον κινηματογράφο» και πήγα στην ΕΡΤ, αλλά πάλι έλεγα «για χόμπι δουλεύω, μαθηματικός θα γίνω». Ώσπου πια το 1978, που ήμουν στο τέταρτο έτος του Μαθηματικού και στο τρίτο στου Σταυράκου και άρχισα να δουλεύω στην πρώτη μου ταινία ως βοηθός σκηνοθέτη, στο «Ταξίδι του μέλιτος» του Γιώργου Πανουσόπουλου, και μετά στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ασυμβίβαστος», είπα «δεν είναι δυνατόν να κοροϊδεύω άλλο τον εαυτό μου» και παράτησα τα Μαθηματικά για τον κινηματογράφο. Τριάντα χρόνια μετά, προκειμένου να γίνω καθηγητής στο πανεπιστήμιο, χρειαζόταν ένα πτυχίο Τριτοβάθμιας. Τα τρία λοιπόν μαθήματα που χρωστούσα στο Μαθηματικό τα πέρασα και πήρα το πτυχίο στα 49 μου.

Στην «Εξέλιξη» τελικά κινηματογραφείς και τη ζωή σου;

Ξεκινάω από πράγματα που έχω ζήσει, όπως το έχω κάνει σε όλες μου τις ταινίες. Μ’ αρέσει πολύ ένα σχόλιο που διάβασα: «Η ταινία είναι τόοοσο αυτοβιογραφική Χούρσογλου, όμως εντέλει και τόοοσο αυτοβιογραφική ο καθένας μας». Νομίζω ότι αυτός είναι ο σκοπός της αφήγησης, είτε πρόκειται για ένα βιβλίο είτε για μια ταινία είτε για ένα θεατρικό έργο, να συγκινήσει.

Πότε τελειώνει μια ταινία;

Δεν ξέρω για τους άλλους, αλλά για μένα ποτέ. Ακόμα και τώρα, τριάντα ένα χρόνια μετά, ξυπνάω στη μέση της νύχτας και σκέφτομαι κάτι που θα μπορούσα να κάνω καλύτερα στον «Λευτέρη Δημακόπουλο», στην πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία. Κάποια στιγμή όμως κάθε καλλιτέχνης πρέπει να πει ένα «τέλος» και να προχωρήσει στο επόμενο έργο.

Ως σκηνοθέτης τι επιδιώκεις;

Να αφηγηθώ όσο καλύτερα γίνεται μια ιστορία. Στη συγκεκριμένη ταινία είχα στο μυαλό μου από την αρχή να αφηγηθώ με έναν κλασικό τρόπο την ιστορία. Τώρα που το σκέφτομαι, σήμερα, που πλέον υπάρχουν τόσες πολλές μοντέρνες ιστορίες, ίσως το πραγματικά μοντέρνο να είναι το κλασικό. Τώρα, που υπάρχει τόση πολύ αποστασιοποίηση, γίνεται επιτακτικότερη η ανάγκη για συγκίνηση.

Στην «Εξέλιξη» προκαλούν εντύπωση, περισσότερο από τις προηγούμενες ταινίες σου, η τρυφερότητα και ο συναισθηματισμός, όχι μελό, των χαρακτήρων. Ο Βασίλης Κολοβός ειδικά είναι μια αποκάλυψη. Πώς δουλεύεις με τους ηθοποιούς;

Ενα στοιχείο πολύ σημαντικό για τη δουλειά μας είναι το κάστινγκ, η επιλογή του ηθοποιού που θα ερμηνεύσει τον κάθε χαρακτήρα. Επιλέγω έναν ηθοποιό όχι τόσο για την τεχνική του, αλλά για τα στοιχεία της προσωπικότητάς του, που άλλοτε είναι φανερά, άλλοτε τα μαντεύω. Είχα δει τον Βασίλη Κολοβό το 2009, στο Θέατρο Τέχνης, στον ρόλο του παππού μιας νεαρής κοπέλας, και με είχαν εντυπωσιάσει η ευγένεια και η τρυφερότητά του. Αυτό μου είχε μείνει στο μυαλό και με οδήγησε να παίξει στην ταινία τον πατέρα.

Στην προσέγγιση των ηθοποιών δεν πιστεύω ότι ο σκηνοθέτης «ευρίσκεται εις την κορυφήν του όρους Έβερεστ και διά των προβών ανυψώνει τον ηθοποιό εις το όραμά του για τον χαρακτήρα». Πιστεύω ότι αυτό που βγαίνει στο πανί είναι τελικά το αποτέλεσμα ενός «διαλόγου» του σκηνοθέτη με τον ηθοποιό. Μπορώ από μια στάση, μια φράση ή μια ματιά ενός ηθοποιού να «δω» το «κλειδί» που θα ερμηνεύσει ένα συναίσθημα. Κλέβω από τους ηθοποιούς, κλέβω από τα δικά τους στοιχεία, είτε εξωτερικά είναι αυτά είτε στοιχεία του χαρακτήρα τους. Για μένα ο ηθοποιός δεν είναι ένας εκτελεστής, είναι το υλικό που δουλεύω. Όπως ένας γλύπτης αλλιώς δουλεύει με μάρμαρο, αλλιώς με σίδερο, αλλιώς με ξύλο, έτσι κι εγώ μέσα από τον ηθοποιό βρίσκω τον δρόμο για να πλάσω τον χαρακτήρα. Αντίστοιχα, κλειδιά που μου προσέφερε ο Βασίλης Κολοβός για να πλάσουμε τον κύριο Αντρίκο, μου προσέφερε και ο Αλέξανδρος Λογοθέτης για να πλάσουμε τον Νίκο Συμεωνίδη. Είναι χαρά... Μάλλον είναι κάτι παραπάνω από χαρά που δούλεψα μαζί τους. Είναι μια εμπειρία. Έχουμε ζήσει μαζί κάτι κοινό. Βλέπουμε άντρες που συναντιούνται έπειτα από καιρό και συζητούν για τον στρατό. Δεν είναι γιατί έχουν γίνει ξαφνικά μιλιταριστές, αλλά γιατί οι έντονες καταστάσεις στον στρατό έχουν αφήσει έντονα συναισθήματα στην ψυχή τους.

Πώς είναι να είσαι σκηνοθέτης στην Ελλάδα σήμερα;

Δεν ξέρω πώς είναι να είσαι σκηνοθέτης στη Γαλλία ή στη Γερμανία. Αυτό που ξέρω είναι ότι το να κάνω μια ταινία στην Ελλάδα σημαίνει να παρατηρήσω το ελληνικό φως, τις ελληνικές χειρονομίες, τον ελληνικό τρόπο ομιλίας, την τρυφερότητα αλλά και τη σκληρότητα που έχει αυτή η χώρα και να τα αποτυπώσω στην ταινία. Ποτέ δεν είναι εύκολο να είσαι καλλιτέχνης, κι αυτό δεν το λέω καθόλου αυτάρεσκα, γιατί αν ρωτήσουμε έναν άνθρωπο που δουλεύει στην οικοδομή, θα μας πει πόσο δύσκολη είναι η δουλειά του - και όντως είναι. Για να πάμε να δουλέψουμε σε ένα γιαπί... Η δουλειά του σκηνοθέτη είναι στο κέντρο ενός κόσμου τον οποίο πρέπει να συντονίσει. Νομίζω ότι ένα βασικό προτέρημα για τον σκηνοθέτη είναι να είναι φιλόξενος. Όπως σε ένα πάρτι νοιαζόμαστε να περάσουν καλά όλοι οι καλεσμένοι, ίδια και ο σκηνοθέτης πρέπει από κάθε συνεργάτη του, ακόμα και από εκείνον που φέρνει τα σάντουιτς, να φέρει στο φως την καλύτερη πλευρά του.

Τον ελληνικό κινηματογράφο της εποχής μας πώς τον βλέπεις;

Θα πάω πίσω, όταν ξεκίνησα με τον «Λευτέρη Δημακόπουλο», το 1992-1993, μια ταινία που θεωρήθηκε πολύ καλή, στην Ελλάδα είχε επιτυχία, αλλά προσπάθησε να πάει σε μεγάλα φεστιβάλ και δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου εύκολο. Σήμερα βλέπουμε πολλές ελληνικές ταινίες να πηγαίνουν σε μεγάλα φεστιβάλ και να βραβεύονται. Αυτό σημαίνει ότι το σινεμά μας έξω πηγαίνει πολύ καλά. Αντιθέτως, μέσα νιώθω ένα κούμπωμα του κοινού απέναντι στην ελληνική ταινία, σαν αυτή η σχέση κοινού και κινηματογραφιστών να έχει πολλούς «κόμπους». Άλλες φορές μια κοινωνία αναγνωρίζει τον εαυτό της στον καθρέφτη της Τέχνης κι άλλες δεν τον αναγνωρίζει. Ένα πρόβλημα που υπάρχει τώρα, μετά τον κορωνοϊό, όπως μου εξηγούσαν οι διανομείς, είναι ότι οι ελληνικές οικογένειες, κλεισμένες δύο χρόνια στα σπίτια τους, αφενός αγόρασαν μια μεγάλη οθόνη τηλεόρασης, αφετέρου βρήκαν στις πλατφόρμες μια πολύ μεγάλη δυνατότητα επιλογής σειρών και ταινιών. Ως εκ τούτου, δεν έχουν την ανάγκη να πάνε σινεμά. Μέσα από την πλατφόρμα κάθε βράδυ μια μεγάλη ποσότητα βίας μπαίνει από το παράθυρο στο σπίτι μας. Το να κάνεις κοντινό πλάνο στο παραμορφωμένο από οξύ πρόσωπο μιας πόρνης -τυχαία φέρνω ένα παράδειγμα- που πήγε κόντρα στους κανόνες του μαστροπού της είναι μια απόφαση ηθική και πολιτική. Δεν είμαι πουριτανός, όμως αναρωτιέμαι, γιατί στις αρχαίες τραγωδίες δεν βλέπουμε πώς έβγαλε τα μάτια του ο Οιδίποδας, αλλά ο αφηγείται ο αγγελιοφόρος, ή πώς σκότωσε ο Ορέστης την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο; Ένας σκηνοθέτης που διαλέγει τις σούπερ γωνίες λήψης για να περιγράψει μια βίαιη σκηνή υιοθετεί, φοβάμαι, μια ηδονοβλεπτική ματιά πάνω στη βία και την περνά στον θεατή. Το εργαλείο που έχει ένας σκηνοθέτης είναι τα μάτια, τα αυτιά, όλες οι αισθήσεις του, αλλά πάνω απ’ όλα η ψυχή του. Πρέπει να την ασκεί διαρκώς. Στην «Εξέλιξη» αυτό που ένιωσα πολλές φορές είναι να αναδύονται η αγάπη και η πολυπλοκότητα της ζωής και των συναισθημάτων. Ελπίζω να το νιώσουν και οι θεατές.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL