«Αναζητώ ένα θέατρο με πίστη στις ιδέες, στον άνθρωπο, στις αξίες, ένα θέατρο εντέλει φωτεινό και γενναιόδωρο, που αντιστέκεται στην ασχήμια, την αδικία και την ευτέλεια» λέει η Έφη Θεοδώρου. Με εκλεκτές σπουδές και εκλεκτικές επιλογές, με εμπειρία ζωής από την περίοδο που βρέθηκε αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια στο Εθνικό Θέατρο, η γνωστή σκηνοθέτρια, διανύοντας τη δεύτερη θητεία της στην καλλιτεχνική διεύθυνση του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, φαίνεται να κερδίζει και το στοίχημα της περιφέρειας. Μιας περιφέρειας που συναγωνίζεται επάξια το καλλιτεχνικά υδροκέφαλο αθηναϊκό κέντρο. Στην περίπτωσή της, η απόσταση από τα Χανιά στην Αθήνα γεφυρώνεται με σημαντικές παραστάσεις που δημιουργούνται στην Κρήτη και φτάνουν στην πρωτεύουσα για να προσθέσουν θετικό πρόσημο στο θεατρικό γίγνεσθαι.
Μετά τον «Αίαντα» του Ρίτσου, που είδαμε το καλοκαίρι με τον Βασίλη Παπαβασιλείου, το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το έργο του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές «Η ημέρα των φόνων στην ιστορία του Άμλετ», με τους Έκτορα Λυγίζο, Μαρία Σκουλά, Γιώργο Κριθάρα και Mάγδα Κουκούλα, στο Θέατρο Altera Pars. Σκηνοθετώντας τη διασκευή του σαιξπηρικού δράματος από τον Κολτές η Έφη Θεοδώρου μιλάει για τις προκλήσεις του κειμένου και την παράσταση που ετοίμασε, θυμάται τους τρομερούς δασκάλους της Αντουάν Βιτέζ και Ανατόλι Βασίλιεφ και τη θητεία στο Εθνικό, μας ξεναγεί στις παραστάσεις και τις δράσεις του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης και δεν παραλείπει, με αφορμή τα μείζοντα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ΔΗΠΕΘΕ, να υπογραμμίσει την άμεση ανάγκη για την «εξαρχής αντιμετώπιση του νομικού πλαισίου» τους.
Ποια είναι η πρόκληση, μετά από έναν «Αίαντα» του Ρίτσου με τον Παπαβασιλείου, να ξεκινάτε την καλλιτεχνική περίοδο με Κολτές, αυτό το στοχαστικό παιδί των γαλλικών γραμμάρων, και ένα έργο αποδόμησης;
Τόσο ο «Αίας» όσο ο «Άμλετ» του Κολτές είναι δυο αγαπημένα μου έργα. Ο σκηνοθέτης Παπαβασιλείου ήταν εγγύηση, για μένα, γι' αυτόν τον «Αίαντα» που παρουσιάσαμε με μεγάλη επιτυχία το καλοκαίρι στο αρχαίο θέατρο της Απτέρας και, στη συνέχεια, σε περιοδεία σε όλη την Κρήτη και στην Αθήνα. Ο «Αίας» είναι σίγουρα ένα ερμητικό ποιητικό κείμενο του Ρίτσου, που μιλάει για ήρωες που δεν έχουν πια θέση ανάμεσά μας. Χαμένους από χέρι, που λέμε. Όμως αυτοί οι ήρωες εξακολουθούν να ασκούν μια μεγάλη γοητεία. Ύστατη ηρωική τους πράξη είναι η αυτοχειρία και η πράξη αυτή είναι επιλογή τους. Θεωρώ ότι υπάρχει κάποιου είδους συγγένεια με τον «Άμλετ» του Κολτές. Και αυτός ο ήρωας είναι ένας επαναστατημένος νέος, απέναντι σε όλο το σύστημα που τον περιβάλλει, κράτος, οικογένεια, κοινωνικός περίγυρος. Και αυτός επιλέγει την αυτοχειρία, αφού όμως σκοτώσει ό,τι τον πληγώνει και τον εμποδίζει στην αυτοπραγμάτωσή του. Όμως η γραφή, η δραματουργία και η φόρμα τού έργου του Κολτές -που είναι μια διασκευή του σαιξπηρικού «Άμλετ» για τέσσερα πρόσωπα- διαφοροποιούνται εντελώς από τον λόγο του Ρίτσου.
Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στον Κολτές και ειδικά σ' αυτό το έργο;
Ο Κολτές είναι ένας από τους σημαντικότερους θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Με την ορμή των 26 του χρόνων και τα απότοκα του Μάη του '68, αναμετριέται με τον μεγάλο κλασικό. Αποδομεί τον σαιξπηρικό «Άμλετ» και ανασυνθέτει ένα νέο έργο που αντλεί από τη σύγχρονη δραματουργία και την προβληματική της εποχής του. Το έργο γράφτηκε το 1974. Ο Κολτές τοποθετεί τον Άμλετ του σε ακαθόριστο τόπο και χρόνο, διατηρώντας τα βασικά στοιχεία και τις θεματικές του πρωτότυπου έργου: τη δολοφονία του βασιλιά - πατέρα, τον σφετερισμό της εξουσίας από τον δολοφόνο - εραστή, την επιθυμία για εκδίκηση και, πάνω απ' όλα, το «θέατρο εν θεάτρω». Αυτά τα στοιχεία συνθέτουν αυτό το νέο έργο που εξερευνά ερωτήματα για την ταυτότητα, τον έρωτα, τη σεξουαλικότητα, την εξουσία, τις οικογενειακές σχέσεις, την αναμέτρηση με το αναπόδραστο του θανάτου, τη λυτρωτική δύναμη του θεάτρου ως καθρέφτη της πραγματικότητας. Ο παλιός μύθος του μελαγχολικού πρίγκηπα, που αναμφισβήτητα μας γοητεύει όλους, μέσα από τη νέα δραματουργική φόρμα που προτείνει ο Κολτές ήταν για μένα η πρόκληση. Διαισθανόμουν ότι έπρεπε να αναδείξω σκηνικές λύσεις με επίκεντρο τον ίδιο τον συγγραφέα Κολτές, που στην παράσταση θα είναι κατά κάποιο τρόπο παρών. Διαβάζω τον «Άμλετ» του Κολτές μέσα από το πρίσμα του βιωματικού υλικού που ακουμπάει τις στενά προσωπικές σχέσεις του συγγραφέα με την οικογένεια και κυρίως τη βασανιστική περιπέτεια της γραφής και της δημιουργίας.
Τι σας οδήγησε τελικά να σκηνοθετήσετε αυτό το έργο;
Είδα να αναδύεται μέσα από τις σελίδες του κειμένου ένας 26χρονος δημιουργός που βιάζεται να αποφασίσει αν θα κάνει θέατρο σπάζοντας όλα τα στερεότυπα ή αν θα παραιτηθεί. Ευτυχώς ο Κολτές δεν παραιτήθηκε, γλίτωσε από μια απόπειρα αυτοκτονίας, την επόμενη χρονιά της συγγραφής του έργου, και πήρε την απόφαση να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο θέατρο. Από το 1977 και μετά, με το έργο του «Η νύχτα μόλις πριν από τα δάση», έγινε ο συγγραφέας που ξέρουμε. Ο «'Αμλετ» συνεπώς είναι ένα έργο μεταιχμιακό. Αυτή η δημιουργική έξαρση ήταν για μένα πολύ προκλητική και αποτυπώνεται στην παράσταση.
Και σ' αυτή την παράσταση φέρνετε στην Κρήτη εκλεκτούς συντελεστές. Αλήθεια, ποιο είναι το στοίχημα να κάνεις θέατρο στην περιφέρεια, όταν η Αθήνα είναι το αποκλειστικό πολιτιστικό κέντρο της χώρας;
Αναζητώ το καλύτερο για το θέατρο που διευθύνω στην περιφέρεια. Το υψηλό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν είναι προνόμιο μόνο του κέντρου. Στον βαθμό που το ΔΗΠΕΘΕ εξασφαλίζει άρτιες συνθήκες συνεργασίας, οι εκλεκτοί συνεργάτες είναι πρόθυμοι να αφήσουν τη βολή της Αθήνας και να ζήσουν την εμπειρία σε μια πόλη όμορφη και καλλιτεχνικά ζωντανή όπως τα Χανιά, να παίξουν σε όλη την Κρήτη, εν προκειμένω σε κλειστούς χώρους, αλλά και σε μοναδικούς αρχαιολογικούς χώρους το καλοκαίρι. Παράλληλα, το τοπικό καλλιτεχνικό δυναμικό έχει τη δυνατότητα να αξιοποιηθεί τόσο σε παραστάσεις όσο και, σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα, στα εργαστήρια για παιδιά και ενήλικες που διοργανώνει το ΔΗΠΕΘΕ, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής του δραστηριότητας. Την ώρα που ο «Άμλετ» του Κολτές θα παίζεται στην Κεντρική μας σκηνή, στην Παιδική μας σκηνή παρουσιάζεται το έργο «Δεινόσαυροι - Μια νύχτα στο μουσείο» της Φλώρας Ασουμανάκη, αποκλειστικά με καλλιτέχνες από τα Χανιά και το Ρέθυμνο, ενώ από τον Μάιο ως τον Νοέμβριο διοργανώνουμε εργαστήρια για παιδιά, εφήβους και ενήλικες, εργαστήριο χοροθεάτρου, εργαστήριο ενηλίκων για ΑμεΑ, σεμινάρια για δασκάλους και προγράμματα προαγωγής ψυχοκοινωνικής υγείας παιδιών, με εμψυχωτές αποκλειστικά Χανιώτες καλλιτέχνες. Με τις δράσεις αυτές το ΔΗΠΕΘΕ επιτελεί τον εκπαιδευτικό και κοινωνικό του ρόλο. Έτσι άλλωστε προετοιμάζονται οι θεατές του μέλλοντος.
Είναι στους καταστατικούς όρους του ΔΗΠΕΘΕ η παρουσίαση των παραστάσεών σας σε Αθήνα και άλλες πόλεις της Ελλάδας;
Η προγραμματική σύμβαση με το ΥΠΠΟ ενθαρρύνει τις συνεργασίες με κρατικά θέατρα και άλλα ΔΗΠΕΘΕ και κάθε τύπου συμπράξεις, αλλά οπωσδήποτε αυτές οι συνεργασίες είναι και το προσωπικό μου στοίχημα στην Κρήτη, το οποίο βρίσκει την αμέριστη συμπαράσταση του Δ.Σ. του Θεάτρου. Έτσι συχνά οι παραστάσεις μας παρουσιάζονται στην Αθήνα, στην Επίδαυρο, στη Δήλο, στην Κύπρο και όπου αλλού προσκληθούν. Η περιφέρεια διψάει για τέχνη και αυτού του είδους οι συμπράξεις και ανταλλαγές εξασφαλίζουν το υψηλό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αλλά και την αισθητική που αυτό φέρει, προσφέροντας μια άλλου είδους καλλιτεχνική εκπαίδευση.
Η λειτουργία των ΔΗΠΕΘΕ όμως σήμερα σκιάζεται από έντονα προβλήματα. Σε ποια κατάσταση βρίσκονται, δεδομένου ότι η Δραματική Σχολή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας έκλεισε;
Ολα τα ΔΗΠΕΘΕ λειτουργούν ως κοινωφελείς επιχειρήσεις των δήμων. Το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης είναι σε διαφορετικό νομικό καθεστώς, λειτουργεί ως Πολυμετοχική Ανώνυμη Εταιρεία ΟΤΑ, αυτό σημαίνει ότι χρηματοδοτείται, εκτός από το υπουργείο Πολιτισμού, από τον Δήμο Χανίων ως κύριο μέτοχο, την Περιφέρεια Κρήτης, τον Δήμο Ηρακλείου και πολλούς μικρότερους δήμους - είναι το θέατρο όλης της Κρήτης. Αυτό το καθεστώς εν μέρει διευκολύνει τη λειτουργία του. Βλέποντας τη μεγάλη εικόνα, τα πολλά και διάφορα σημαντικά προβλήματα δυσλειτουργίας των ΔΗΠΕΘΕ διογκώθηκαν από την ΚΥΑ που υπογράφηκε μετά τις αντιδράσεις για το Π.Δ. 85 που ξεσήκωσε τους καλλιτέχνες, αφού υποβιβάζει τα καλλιτεχνικά πτυχία τους σε απολυτήρια Γυμνασίου. Η νέα αυτή ΚΥΑ υπάγει τα ΔΗΠΕΘΕ στο ενιαίο μισθολόγιο, με αποτέλεσμα οι καλλιτέχνες να κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια. Διασφαλίζει μεν τον κατώτατο μισθό αλλά αδικεί τα ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια. Αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα με την εξαίρεση των ΔΗΠΕΘΕ από την ΚΥΑ, όπως συμβαίνει με το Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ και την Εθνική Λυρική Σκηνή. Εξαιτίας αυτής της ΚΥΑ έκλεισε η Δραματική Σχολή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, εφόσον δεν μπορεί να προσλάβει τους καθηγητές της. Για να καταλάβετε, με αυτή τη ρύθμιση ο μισθός ενός καθηγητή είναι 7 ευρώ την ώρα. Οι καθηγητές της Πάτρας είναι χωρίς δουλειά και οι σπουδαστές ξεκρέμαστοι. Όλα τα ΔΗΠΕΘΕ έχουμε απευθύνει κοινή επιστολή στα υπουργεία Εσωτερικών και Πολιτισμού, με την οποία ζητάμε την τροποποίηση της ΚΥΑ. Μια εξαρχής αντιμετώπιση του νομικού πλαισίου που διέπει τα ΔΗΠΕΘΕ, με τη συνεργασία των δύο συναρμόδιων υπουργείων, μετά από διαβούλευση με τους καλλιτεχνικούς διευθυντές των ΔΗΠΕΘΕ, είναι πιο αναγκαία από ποτέ.
Πώς αποκρυσταλλώνεται η μέχρι τώρα εμπειρία σας από το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης;
Βρίσκομαι ήδη στα μέσα της δεύτερης τριετούς θητείας μου στην καλλιτεχνική διεύθυνση του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης και αισθάνομαι διαρκώς ότι ζω μια ωραία περιπέτεια. Έξι χρόνια μετά τη θητεία μου στο Εθνικό Θέατρο, πήρα την απόφαση να υποβάλω υποψηφιότητα στην Κρήτη, γιατί πιστεύω πως το να κάνεις θέατρο στην περιφέρεια, αλλά και γενικότερα στο πλαίσιο ενός δημόσιου φορέα, σου προσφέρει αλλά και δίνει ταυτόχρονα τη δυνατότητα να οραματιστείς σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, με βάση καλλιτεχνικά κριτήρια και χωρίς απαραίτητα τη στενή δέσμευση του ταμείου. Κακά τα ψέματα, οι ιδιώτες παραγωγοί προτάσσουν το κέρδος έναντι του καλλιτεχνικού αποτελέσματος. Στην Κρήτη έχω τη δυνατότητα να σχεδιάζω ελεύθερα, δυναμικά, με εξωστρέφεια και να δίνω έμφαση στις συμπράξεις και τις συνεργασίες. Νιώθω τυχερή που στο πλευρό μου στέκονται τόσο η διοίκηση και οι μέτοχοι του θεάτρου όσο και η τοπική κοινωνία.
Πώς σας βοήθησε η εμπειρία σας στο Εθνικό Θέατρο ως αναπληρώτριας καλλιτεχνικςή διευθύντριας πλάι στον Γιάννη Χουβαρδά;
Στο Εθνικό ζήσαμε έξι μαγικά χρόνια. Ήταν μια σημαντική περίοδος της ζωής μου, στην οποία ανατρέχω συχνά για να παίρνω δυνάμεις και παραδείγματα. Βεβαίως, είναι άλλο να βρίσκεσαι στο μεγαλύτερο θέατρο της χώρας με 300 εργαζόμενους και 19 παραγωγές τον χρόνο και άλλο σε έναν μικρότερο θεσμό της περιφέρειας. Όμως πολύ συχνά τα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν άμεσα και αποτελεσματικά είναι παρόμοια. Αυτός ο διπλός ρόλος, διοικητικός και καλλιτεχνικός, στο τιμόνι του Εθνικού, μου προσέφερε γνώσεις, ευελιξία και αντοχή. Πολύτιμοι οδηγοί και για τη ζωή.
Τι δεν ξεχνάτε από τη μαθητεία σας δίπλα στον Αντουάν Βιτέζ και τον Ανατόλι Βασίλιεφ;
Οι σπουδαίοι αυτοί δάσκαλοι και καλλιτέχνες που είχα την τύχη να συναντήσω με έκαναν να πιστέψω στο θέατρο που αναζητώ. Ένα θέατρο με πίστη στις ιδέες, στον άνθρωπο, στις αξίες, ένα θέατρο εντέλει φωτεινό και γενναιόδωρο, που αντιστέκεται στην ασχήμια, την αδικία και την ευτέλεια. Μόνο έτσι αντιλαμβάνομαι τη ζωή μέσα στο θέατρο, τη ζωή μου. Και τους ευχαριστώ.