Τα τρία βασικά εναπομείναντα μέλη του συγκροτήματος, ο Μικ Τζάγκερ, ο Κιθ Ρίτσαρντς και ο Ρόνι Γουντ, έδωσαν ζωντανή συνέντευξη στον παρουσιαστή του «Tonight Show», τον Τζίμι Φάλον, όπου ανακοίνωσαν την επιστροφή τους στη δισκογραφία με το άλμπουμ που κυκλοφορεί επίσημα στις 20 Οκτωβρίου, μέσω της εταιρείας Geffen Records.
Αυτή θα είναι η πρώτη κυκλοφορία με νέα τραγούδια για το θρυλικό συγκρότημα, μετά το «A Bigger Bang» του 2005. Επιπλέον, το «Hackney Diamonds» θα είναι η πρώτη κυκλοφορία του γκρουπ μετά τον θάνατο του ντράμερ Τσάρλι Γουότς, ο οποίος έπαιξε σε κάθε μία από τις χιλιάδες συναυλίες του συγκροτήματος και σε κάθε ηχογραφημένο τραγούδι τους από την εποχή που σχηματίστηκαν, το μακρινό 1962. Οι Stones μίλησαν για το πόσο τους έλειψε ο αείμνηστος ντράμερ Γουότς και αποκάλυψαν ότι το παίξιμό του ακούγεται σε 2 από τα 12 κομμάτια του άλμπουμ που πρόλαβε να ηχογραφήσει. Στα υπόλοιπα κομμάτια συμμετέχει ο βετεράνος ντράμερ Στιβ Τζόρνταν, τον οποίο επέλεξε ο ίδιος ο Γουότς για να τον αντικαταστήσει. Το συγκρότημα αποκάλυψε επίσης ότι η Lady Gaga κάνει φωνητικά σε ένα τραγούδι που ονομάζεται «Sweet Sounds of Heaven». Όσον αφορά τον τίτλο, εξήγησαν ότι το «Hackney Diamonds» είναι μια έμμεση αναφορά στην περιοχή Hackney του Λονδίνου: «Είναι ο ήχος του παρμπρίζ σου που σπάει το βράδυ του Σαββάτου στο Hackney, όταν σπάνε τα τζάμια των αυτοκινήτων» είπε χαρακτηριστικά ο Τζάγκερ.
Στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο παρουσιάστηκε το πρώτο single του δίσκου με τίτλο «Angry», συνοδευόμενο από ένα σέξι μουσικό βίντεο με τη νεαρή Sydney Sweeney (διάσημη για τον ρόλο της στη σειρά «Euphoria») να διασχίζει τις λεωφόρους του Χόλιγουντ πάνω σε ένα κόκκινο αυτοκίνητο, ενώ στις γιγάντιες πινακίδες φαίνονται κινούμενες εικόνες από την πορεία των Rolling Stones στα 60 χρόνια ζωής τους. Το συγκρότημα έψαχνε τα νέα τραγούδια του εδώ και πολλά χρόνια, αλλά έκανε ένα διάλειμμα για να ηχογραφήσει έναν δίσκο με blues διασκευές, που τελικά κυκλοφόρησε το 2016, με τον τίτλο «Blue & Lonesome».
Το βάρος μιας ιστορίας 61 ετών
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στη Μ. Βρετανία, δύο φίλοι που ήταν παθιασμένοι με τα αμερικάνικα blues, ο Μικ και ο Κιθ, παρακολουθούν εκστασιασμένοι μια εμφάνιση του σχήματος του κιθαρίστα Alexis Korner σε ένα λονδρέζικο club. Λίγους μήνες αργότερα θα δώσουν την πρώτη δική τους συναυλία, ως Rolling Stones. Το συγκρότημα πέρασε γρήγορα τον Ατλαντικό και αποπειράθηκε να σερβίρει στην Αμερική την blues παράδοσή της, με τον Τζάγκερ να μασάει ηδονικά τις λέξεις και τον Ρίτσαρτς να εκστασιάζεται πάνω στις κιθαριστικές φόρμες του Muddy Waters και δεκάδων ακόμη εκφραστών της μουσικής του Μέμφις και του Τενεσί των προηγούμενων δεκαετιών.
Προφανώς και δεν υπάρχει κάτι συνταρακτικό που να είναι πια σε θέση να προσφέρει η αναλογική γοητεία των Stones στην ψηφιακή μουσική επικαιρότητα του 2023, πέρα από την αίσθηση μιας ψυχαγωγικής χρονοκάψουλας - άλλωστε ο Τζάγκερ διατηρεί τη φωνητική και τη σωματική του ενέργεια παρόλο που το καλοκαίρι έκλεισε τα 80 του χρόνια, ενώ ο Ρίτσαρντς και ο Γουντ διασκεδάζουν αφάνταστα να παίζουν με τα ξαναζεσταμένα τους riff. Επίσης, το γιγαντιαίο hype που κουβαλάει η φίρμα των Stones, το επιθετικό marketing που τάζει μεγαλεία και το βάρος του χρόνου, λειτουργούν συνήθως σαν αδιόρατη γκιλοτίνα πάνω από τα κεφάλια του συγκροτήματος.
Το τραγούδι «Angry» μπορεί να μην έχει κάποιο ίχνος πρωτοτυπίας ή φρεσκάδας, μπορεί ο ρυθμός να είναι συμβατικός και προβλέψιμος, όμως το συγκρότημα απολαμβάνει τις ρίζες του και οι τρεις τους στέκονται με αειθαλές χαμόγελο και περίσσια χάρη απέναντι στις λυσσαλέες ανάγκες όσων δηλώνουν έτοιμοι να τους ξεγράψουν με ηλικιακά κλισέ και κυνικούς αφορισμούς.
Ο Ρίτσαρντς μπορεί ακόμα να αγκαλιάζει τη μελωδική συμμετρία και ο Τζάγκερ με το έκφυλο coolness να εκφέρει μοναδικά τους στίχους του. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι μπορεί εδώ και δεκαετίες να μην φέρονται σαν παθιασμένοι μουσικοί αλλά σαν μέτοχοι μιας επικερδούς επιχείρησης, όμως συντηρούν ένα ασύγκριτο εκτόπισμα και σερβίρουν τόσο εύστροφα ροκ κλισέ που δεν επιτρέπουν αρνητικά σχόλια ή την υποψία ότι οι επαγγελματικές δεσμεύσεις συμβολαίων τους ήταν αυτές που τους έστειλαν στο στούντιο. Δεν υπάρχει χώρος, δηλαδή, για την άβολη αίσθηση του προμελετημένου, και με έναν περίεργο τρόπο οι Rolling Stones καταφέρνουν και ακούγονται νεότεροι από ό,τι ήταν στο «A Bigger Bang» του 2005 - για να μην πω νεότεροι απ’ το «Voodoo Lounge» του 1994.