Μία ημέρα πριν την επίσημη πρεμιέρα της παράστασης «Σπυριδούλες» της Νεφέλης Μαϊστράλη, από την ομάδα 4frontal, παρακολουθήσαμε τη γενική πρόβα στην Πειραιώς 260.
Η Σπυριδούλα Ράπτη ήταν μόλις δώδεκα ετών όταν ήρθε στον Πειραιά από την Αιτωλοακαρνανία για να εργαστεί ως ψυχοκόρη στο σπίτι του Γιώργου και της Αντιγόνης Βεϊζαδέ. Ήταν το όγδοο παιδί μιας φτωχής οικογένειας, θηλυκό που θα πει βάρος και ντροπή.
Η δεκαετία του ΄50 βρήκε την Ελλάδα να ασθμαίνει προσπαθώντας να ξεπεράσει δύο Παγκοσμίους Πολέμους και έναν Εμφύλιο. Φτώχια και ένα κράτος υπό διάλυση όπου κανείς δεν ήταν για κανέναν.

Οι ψυχοκόρες, οι δούλες ή τα δουλικά ξεκινούσαν αχάραγα τη σκληρή δουλειά, έτρωγαν ελάχιστα και κοιμόντουσαν σε υπόγεια καμαράκια. Το ξύλο και οι βιασμοί ήταν καθημερινός τρόπος «συμμόρφωσης». Όλη η κοινωνικοπολιτική και οικονομική παρακμή της εποχής ξεπλύθηκε στα άσπρα σεντόνια που έτριβαν οι δούλες -σαν θηλιά στο λαιμό των αφεντικών-.
Για αυτά τα αόρατα κορίτσια μιλούν οι «Σπυριδούλες» έχοντας ως αφορμή την τραγική ιστορία της Σπυριδούλας Ράπτη που τα αφεντικά της την σιδέρωσαν γιατί τους έλειπαν 50 δολάρια. Μικρές αγίες που υπέμεναν τον δικό τους τόπο μαρτυρίου. Έναν Γολγοθά που δεν τον διάλεξαν μα ούτε και κανείς τους φίλησε τα χέρια.

Η Νεφέλη Μαϊστράλη αντλώντας στοιχεία από αληθινές μαρτυρίες γυναικών που εργάστηκαν ως υπηρέτριες γράφει ένα πρωτότυπο έργο που η δομή του συνιστά μία καλογραμμένη σύγχρονη τραγωδία. Το κείμενο έχει πρόλογο, διαλογικά μέρη, αγγελιοφόρους και φυσικά υπό τους ελληνικούς και πανκ ήχους των Θραξ Πανκc έναν χορό που αποτελείται από τις ψυχοκόρες και αργότερα προστίθενται και οι υπόλοιποι χαρακτήρες.
Εξωτερικά και εσωτερικά στοιχεία συνδιαλέγονται άρρηκτα χτίζοντας ένα λόγο τραγικό που κορυφώνεται σε ένα απελευθερωτικό κρεσέντο αντίστασης και ορατότητας που γκρεμίζει τα ταξικά στερεότυπα.
Η σκηνοθεσία του Θανάση Ζερίτη και του Χάρη Κρεμμύδα ακολουθεί τις αρχές της σκηνοθεσίας του αρχαίου δράματος. Διατηρείται το στοιχείο των παρόδων όπου ο χορός εισέρχεται στη σκηνή δίνοντας μεγαλύτερη έκταση στα επεισόδια συγκρινόμενα με τα στάσιμα. Η απαραίτητη γέφυρα που εξυπηρετεί τα χρονικά άλματα της δραματουργίας επιτυγχάνεται με στοιχεία μοντερνισμού φέρνοντας το έργο στο σήμερα ενισχύοντας το καταγγελτικό κομμάτι που είναι αναπόσπαστο σημείο της παράστασης.
Τα σκηνικά της Γεωργίας Μπαρδέκα αποτυπώνουν ένα τυπικό πλυσταριό-ταράτσα της δεκαετίας του ΄50 που έχει προσαρμοστεί κι αυτό σε πιο δωρικά στοιχεία της τραγωδίας. Η σκάλα δεν είναι κυκλική και από τις μετόπες απουσιάζουν τα πήλινα διακοσμητικά και τα περίτεχνα γύψινα. Τα σχήματα στα παράθυρα και στο μπαλκόνι είναι αυστηρά ορθογώνια με το χαμηλωμένο ύψος της πόρτας να έχει συμβολικό χαρακτήρα.
Η Ελένη Βλάχου, ο Σταύρος Γιαννουλάδης, ο Τάσος Δημητρόπουλος, η Αργυρώ Θεοδωράκη, η Τατιάνα Άννα Πίτα και η Ελένη Τσιμπρικίδου χωρίς ερμηνευτικές φλυαρίες καταφέρνουν να καθηλώσουν τόσο με το λόγο όσο και με την εύθραυστη και εύπλαστη σωματικότητα τους. Συνεπείς στο διάλογο με τους αρχέτυπους ήρωες ξεφεύγουν από συναισθηματικές ευκολίες υποστηρίζοντας μέχρι κεραίας ένα σύγχρονο και καθαρό κείμενο.