Υπήρξε ένας από τους πραγματικά μεγάλους Έλληνες συνθέτες στον 20ό αιώνα. Πολυγραφότατος και αναγνωρισμένος εντός και εκτός συνόρων, με κατακτημένο και διακριτό σε σχέση με όλους τους ομότεχνούς του ηχητικό σήμα, ευτύχησε να δει πολλά από τα τραγούδια του να μπαίνουν στο στόμα των πολλών ανθρώπων και να συνδέονται με τη ζωή τους. Αλλά και το θεωρητικό του καταστάλαγμα, που συμπυκνώθηκε στο σύνθημα «επιστροφή στις ρίζες», έδωσε τους δημιουργικούς του καρπούς μέσα από τους αξεπέραστους μουσικούς κύκλους που φέρουν την υπογραφή του: «Ήλιος ο πρώτος», «Χρονικό», «Ιθαγένεια», «Τα τραγούδια του νέου πατέρα», «Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους», «Θητεία», «Μετανάστες», «Θεσσαλικός κύκλος», «Οροπέδιο», «Ελεύθεροι πολιορκημένοι», «Σεργιάνι στον κόσμο» κ.ά.
Σπουδές με Σκλάβο και Παπαϊωάννου
Ο Γιάννης Μαρκόπουλος γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Μαρτίου 1939 και μεγάλωσε στην Ιεράπετρα. Και οι δύο γονείς του ήταν γόνοι παλαιών κρητικών οικογενειών. Ο πατέρας του, δικηγόρος, είχε υπηρετήσει ως νομάρχης σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Η επαφή του με τη μουσική δρομολογείται από την ηλικία των οκτώ ετών, όταν μπαίνει στην μπάντα της Ιεράπετρας και αρχίζει να μαθαίνει κλαρίνο και βιολί. Από τα εφηβικά του χρόνια είναι ήδη προσηλωμένος στην ιδέα της σύνθεσης και γράφει τα «Πρώτα κομμάτια» (1951-52), τα «Παράλια Λιβυκού» (1954), τους «Τρεις χορούς για πιάνο» και τις «Τρεις συνθέσεις για βιολοντσέλο και πιάνο» (1956). Όταν τελειώνει το Γυμνάσιο, έρχεται στην Αθήνα και ταυτόχρονα με τις σπουδές του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο παρακολουθεί μαθήματα Ανώτερων Θεωρητικών της Μουσικής με τον συνθέτη Γεώργιο Σκλάβο στο Ωδείο Αθηνών. Συμφοιτητής του στο Ωδείο και συγκάτοικος σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας ήταν ο μετέπειτα συνάδελφός του Χρήστος Λεοντής. Είναι η εποχή που συνθέτει το «Κοντσέρτο για βιολί», τη «Σονάτα για βιολί και πιάνο» (1957), τα «Τρία σκίτσα για χορό» (1958) κ.ά. Αργότερα θα συνεχίσει τις σπουδές του με τον συνθέτη Γιάννη Παπαϊωάννου.
Θέατρο, σινεμά και τα πρώτα βραβεία
Τα πρώτα τραγούδια του κυκλοφορούν σε δίσκους 45 στροφών της Fidelity το 1960-61, με ερμηνευτές τον Γιάννη Βασιλούνη και τον Αλέκο Πάντα, ενώ παράλληλα παίρνει και τις πρώτες παραγγελίες για τη μουσική θεατρικών παραστάσεων. Όμως, με εξαίρεση τη μουσική και τα τραγούδια για «Το κορίτσι με το κορδελάκι» του Νότη Περγιάλη (κυκλοφόρησαν σε δίσκο το 1964), το υπόλοιπο θεατρικό του έργο αυτής της περιόδου παραμένει άγνωστο. Συνέθεσε, επίσης, την πρωτότυπη μουσική για περίπου 40 ταινίες, που η γκάμα τους κυμαίνεται από την πεπατημένη του εμπορικού κινηματογράφου μέχρι τις πλέον πειραματικές φόρμες. Ανάμεσά τους οι «Μικρές Αφροδίτες» του Νίκου Κούνδουρου, για την οποία τιμήθηκε το 1963 με το βραβείο Μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Το 1965 απέσπασε για δεύτερη φορά το ίδιο βραβείο με τη «Μοίρα του αθώου» του Γρηγόρη Γρηγορίου.

Από τη Ραλλού Μάνου στον Ξενάκη και στον Χρήστου
Το 1963 συνθέτει τη μουσική για το χορόδραμα «Θησέας» πάνω σε μια ιδέα της Ραλλούς Μάνου. Είναι το έργο που θεωρείται ως το πρώτο της δισκογραφίας του. Πρόκειται για μια σειρά χορών για μικρή συμφωνική ορχήστρα που σπονδυλώνουν τον μύθο του Θησέα και του Μινώταυρου, με εμβόλιμα ραψωδιακά τραγούδια σε ποίηση του Δημήτρη Χριστοδούλου που αποδίδει η Μαίρη Δαλάκου. Συνθέτει, επίσης, αρκετά μεμονωμένα τραγούδια, στη γραμμή του λεγόμενου «έντεχνου λαϊκού τραγουδιού», που ερμήνευσαν σε δίσκους 45 στροφών ο Κώστας Χατζής, η Δούκισσα, η Μαρινέλλα, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Πάνος Τζανετής, ο Γιώργος Ζωγράφος κ.ά.
Το 1967 φεύγει στο Λονδίνο για να ολοκληρώσει τις μουσικές του σπουδές με την Αγγλίδα συνθέτρια Elisabeth Lutyens. Εκεί γνωρίζεται με τον Ιάννη Ξενάκη και τον Γιάννη Χρήστου και έρχεται σε επαφή με τον κόσμο της μουσικής πρωτοπορίας.
Η σημασία του «επιστροφή στις ρίζες» και ο Ξυλούρης
Στο Λονδίνο ολοκληρώνει τη σύνθεση των κύκλων «Ήλιος ο πρώτος» (σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη) και «Χρονικό» (σε ποίηση Κ.Χ. Μύρη, δηλαδή του Κώστα Γεωργουσόπουλου). Είναι τα πρώτα έργα του που κάνουν πράξη το σύνθημα «επιστροφή στις ρίζες», το οποίο, πάντως, δεν σημαίνει να γυρίζουμε αενάως το κεφάλι μας προς τη μουσική παράδοση του παρελθόντος, όπως λανθασμένα πιστεύουν πολλοί, αλλά, αντίθετα, «τον σχεδιασμό του μέλλοντος με ενδοσκόπηση, μελέτη και πλησίασμα των άφθαρτων πηγών της ζωντανής τέχνης του κόσμου, μαζί με επιλεγμένες σύγχρονες πληροφορίες τέχνης». Και σε πρακτικό επίπεδο, την επιστροφή των παραδοσιακών οργάνων (λύρα ποντιακή και κρητική, λαούτο, σαντούρι κ.ά.) στα βασικά ηχοχρώματα της ορχήστρας, όπου θα συναντήσουν το μπουζούκι, την ακουστική κιθάρα, το φλάουτο και το βιολοντσέλο, όχι σπάνια την ηλεκτρική κιθάρα, ενώ λίγα χρόνια μετά στην παλέτα θα προστεθούν και τα πρώτα μονοφωνικά συνθεσάιζερ.
Το 1969 ο Μαρκόπουλος επιστρέφει στην Ελλάδα. Και σχεδόν αμέσως η δισκογραφική αλλά και επί του πάλκου συνεργασία με τον συντοπίτη του από την Κρήτη Νίκο Ξυλούρη αποκτά μονιμότερα χαρακτηριστικά. Το «Χρονικό», τα «Ριζίτικα» και η «Ιθαγένεια» δίνουν το μέτρο αυτής της ιστορικής και σημαδιακής για τον ελληνικό ήχο συνεργασίας, με τις νέες ενορχηστρώσεις του Μαρκόπουλου στα ριζίτικα της Κρήτης να χαρίζουν μερικά χρόνια αργότερα στον Ξυλούρη το βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας Charles Cross στην κατηγορία της Διεθνούς Λαϊκής Μουσικής.
Από τη Λήδρα στις αντιδικτατορικές διαδηλώσεις
Κομβική χρονιά για τον συνθέτη αποδεικνύεται το 1971, όταν αποκτά μόνιμο μουσικό χώρο, την μπουάτ Λήδρα επί της οδού Κέκροπος στην Πλάκα, όπου μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη και τους άλλους συνεργάτες του, τη Μέμη Σπυράτου, τη Δάφνη Ζούνη, τον Θέμη Ανδρεάδη και τη Λιλή Χριστοδούλου, παίζουν κάθε βράδυ τα τραγούδια του και συνδέονται εκ των πραγμάτων με την αντιδικτατορική νεολαία, που διψά για σύγχρονα μουσικά έργα βαθιάς ενδοσκόπησης, αλλά και δημοκρατικής συνείδησης. Είναι η εποχή για «Τα τραγούδια του νέου πατέρα» του Μιχάλη Κατσαρού και τον «Στράτη τον Θαλασσινό ανάμεσα στους αγάπανθους» του Γιώργου Σεφέρη. Η συναυλία του Μαρκόπουλου στο κατάμεστο γήπεδο του Σπόρτιγκ στις 15 Μαΐου του 1972, που είχε διοργανώσει η Φοιτητική Ένωση Κρητών, μετατρέπεται μετά το τέλος της σε ανοιχτή αντιδικτατορική διαδήλωση από την Πατησίων προς το κέντρο της Αθήνας, την οποία ακολουθούν εκατοντάδες νέοι, φωνάζοντας μαχητικά συνθήματα. Ενώ η συμμετοχή του συνθέτη στην ταινία «Δοκιμή» του Ζιλ Ντασέν, όπου παίζει στο πιάνο και τραγουδά το «Παπαντόπ, ντοπ, ντοπ» ή αλλιώς «Κι εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί» του Μήτσου Κασόλα (η ταινία γυρίστηκε τους πρώτους μήνες του 1974 στο Παρίσι και αναπαριστά την πρόσφατη Εξέγερση του Πολυτεχνείου), μας δίνει ακόμα μία νωπή μαρτυρία του αντιδικτατορικού κλίματος. Επίσης, η σπαρακτική «Θητεία», σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου, που κυκλοφόρησε την ίδια εποχή ορίζει καινούργια και ανεξερεύνητα ως τότε τοπία στο σώμα του έργου του συνθέτη.

Δημιουργία και διεθνής επιτυχία
Η πτώση της δικτατορίας τον Ιούλιο του 1974 βρίσκει τον Μαρκόπουλο με πρόσφατους τους κύκλους «Μετανάστες» του Γιώργου Σκούρτη και «Θεσσαλικός κύκλος» του Κώστα Βίρβου, που τους ακολουθούν τα «Ανεξάρτητα», το «Αφιέρωμα», το «Οροπέδιο» του Μιχάλη Κατσαρού και οι «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» σε ποίηση του Διονυσίου Σολωμού. Είναι η εποχή των μεγάλων συναυλιών σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους, με μόνιμους συνεργάτες τη Βίκυ Μοσχολιού, τον Λάκη Χαλκιά, τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη, τη Λιζέτα Νικολάου και τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τις οποίες παρακολουθούν με κατάνυξη δεκάδες χιλιάδες, που τραγουδούν μαζί με την ορχήστρα τη «Φάμπρικα», τη «Ρόζα τη ναζιάρα», τη «Λένγκω» και τα άλλα τραγούδια του συνθέτη. Το 1978 έρχεται η διεθνής επιτυχία με τη μουσική για τη βρετανική τηλεοπτική σειρά «Who pays the Ferryman» και ο κύκλος της Μεταπολίτευσης ολοκληρώνεται την επόμενη χρονιά με το «Σεργιάνι στον κόσμο», απ’ όπου προέκυψε η τεράστια επιτυχία «Παραπονεμένα λόγια», σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου και με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα.
Παρακαταθήκες για το μέλλον
Από τη δεκαετία του ’80 και μετά το ελληνικό τραγούδι παίρνει άλλες κατευθύνσεις, που δεν ευνοούν τους συνθέτες της δεκαετίας του ’60. Σε πείσμα των καιρών, ο Μαρκόπουλος συνεχίζει να δημιουργεί ακατάπαυστα, χαράζοντας δυνατές παρακαταθήκες για το μουσικό μέλλον, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι το κοινό θα τις ανακαλύψει κάποτε: «Ορίζοντες», «Σειρήνες», «Παράθυρο στον κόσμο», «Τολμηρή επικοινωνία», «Ραψωδία για λύρα και ορχήστρα», «Φίλοι που φεύγουν», «Λειτουργία του Ορφέα», «Ανα-Γέννηση», «Αθέατος σφυγμός», «Ερωτόκριτος και Αρετή» κ.ά.
Ο Γ. Μαρκόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 10 Ιουνίου του 2023 μετά από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο. Η είδηση του θανάτου του γέμισε με συγκίνηση τη φιλότεχνη Ελλάδα, που για δεκαετίες αναγνώριζε στο πρόσωπό του τον συνθέτη με το ακλόνητο και διαυγές δημιουργικό έργο, στο οποίο αντικαθρεφτιζόταν όλη η αγωνία για τη μουσική, αλλά και γενικότερη εθνική μας αυτογνωσία.