Ο γλύπτης Γιαννούλης Χαλεπάς (Πύργος Τήνου 1851 - Αθήνα 1938) υπήρξε μια κορυφαία μορφή στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης. Γιατί αποτύπωσε με τη ζωή του και το έργο του την οδύνη της γέννησης της νεωτερικότητας μέσα από τον ακαδημαϊκό νεοκλασικισμό.
Η έκθεση που φιλοξενείται στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού της Χώρας της Τήνου είναι ιδιαίτερα σημαντική. Γιατί «έρχεται κατά κύριο λόγο για να ενώσει τα δύο σημαντικά σύνολα για το έργο του Γ. Χαλεπά, τη συλλογή που φιλοξενείται στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού και τη μεγάλη συλλογή του Ιδρύματος Ωνάση» που συγκροτήθηκε από τα έργα που δώρισαν σε αυτό τα ανίψια του Βασίλης και Ειρήνη Χαλεπά. Παρουσιάζει στο μέγιστο δυνατό εύρος την τέχνη του μεγάλου γλύπτη στον τόπο όπου μεγάλωσε και σμίλεψε το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος της δημιουργίας του.
Ο τίτλος της «Χαλεπάς- Γλυπτικής μέγιστον μάθημα» αντλήθηκε από την εντυπωσιακή και εμβριθή περιγραφή του από τον Δημήτρη Πικιώνη. «Είναι ο νεοέλληνας καλλιτέχνης», έγραφε ο Πικιώνης με τον ιδιαίτερο τρόπο του, «που μ’ όποιο κι όνομα να τον καλέσουμε θε να ’ταν κατώτερο από τη μεγαλωσύνη του. Γιατί αυτός από θεία μοίρα κατέβηκε ζωντανός στον Άδη κι ως του ήταν ορισμένο έμεινε εκεί κάτω έντεκα ολάκερους χρόνους και ξανανέβηκε πάλι κατά θεία συγκατάβαση στον επάνω κόσμο “πάση καθαρότητι και αγνεία εστεφανωμένος την ψυχήν” με επιτελεσμένο εντός του το μέγα και παράδοξο μυστήριο της πλερίας, ένωση της διάνοιας με εκείνες τις άλλες του ενστίκτου, τις ανομάτιστες ακόμα από την ψυχολογία κι όπου στη σκοτεινή χώρα της φυτρώνουν τα “ριζώματα πάντων του Εμπεδοκλέους”, τα ριζώματα των τελευταίων έργων του. Εις τα έργα τούτα κρύβεται “της γλυπτικής το μέγιστον μάθημα”, η τέλεια των αρχών της, η πλήρωση των αρχών που είναι τέκνα των αΐδιων νόμων του παντός. Εδώ η υπεράνθρωπη επιστήμη των φυγών, εδώ του αρχιτεκτονικού σχήματος η πραγμάτωση. Εδώ το φυσικό κίνημα που με το να είναι τέλεια φυσικό ανάγεται εις το μεταφυσικό νόημα της υπάρξεως».

Είναι η πορεία του Γ. Χαλεπά από την Τήνο του μαρμαρογλύπτη πατέρα, που τον προόριζε για έμπορο, στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας και στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, όπου αποκόμισε τις γνώσεις του νεοκλασικισμού και τις αποτύπωσε στα βραβευθέντα στο Μόναχο έργα «Ο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα» και «Το παραμύθι της Πεντάμορφης». Κι από εκεί στον βαθιά συντηρητικό μικρόκοσμο της Αθήνας και της οικογένειάς του, όπου αναγκάστηκε να γυρίσει μετά την οριστική διακοπή της υποτροφίας του και άνοιξε εργαστήριο, στο οποίο έπλασε την περίφημη «Κοιμωμένη» του για τον τάφο της τραγικής Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο, προσδίδοντας στα ιδιαίτερα γνωρίσματά της μια αισθαντικότητα που υπερβαίνει την ακαδημαϊκή ψυχρότητα. Η έλλειψη αναγνώρισης από το καλλιτεχνικό και κοινωνικό κατεστημένο αλλά και από τους δικούς του ανθρώπους οδήγησε σε κλονισμό της ψυχικής ισορροπίας του, με αποτέλεσμα να κλειστεί από τους δικούς του για δέκα και πλέον χρόνια, με τη γνωμάτευση της «άνοιας», στο κολαστήριο του Δημόσιου Ψυχιατρείου της Κέρκυρας. Κι αργότερα, μετά τον θάνατο του πατέρα του, στο κολαστήριο της κλειστής κοινωνίας της γενέτειράς του, όπου υπό το άγρυπνο βλέμμα της υπερπροστατευτικής μάνας, που έβλεπε στην Τέχνη την αιτία της αρρώστιας του και κατέστρεφε τα έργα του, «έγινε» μέχρι τον θάνατό της ο «τρελός» γιδοβοσκός «του χωριού» που σχεδίαζε κρυφά πάνω στα παλιά τεφτέρια του πατέρα και μόρφωνε τον πηλό.
Για να αναγεννηθεί ως γλύπτης αμέσως μετά την κηδεία της, να ξαναπιάσει το νήμα της ζωής του με το μόνο μέσο επιβίωσης που καλά κατείχε, την τέχνη του. Να την αποκαθάρει από τη λεία, περίτεχνα ωραιοποιημένη επιδερμίδα της και να διεισδύσει με τις λιτές και διαβρωμένες, πρωτόγονες και σύγχρονες φόρμες της, τις βασισμένες στη σύνθεση και στο σχέδιο, αλλά και στο στιβαρό πλάσιμο χωρίς σκελετό της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής, τις δεμένες με τον μύθο αλλά και τα λαϊκά παραμύθια, στα βάθη της ύπαρξης και της αληθινής έκφρασης. Να δημιουργήσει διπρόσωπους, νεκροζώντανους Μεγαλέξανδρους, παραδομένους Οιδίποδες και θεληματικές Μήδειες, ατάραχες να σκοτώνουν τα παιδιά τους, για να γλιτώσουν μαζί από το πεπρωμένο που τους επιφύλασσαν, όπως και στον Γ. Χαλεπά, οι άτεγκτοι και άγραφοι νόμοι της μισαλλοδοξίας των ανθρώπων απέναντι στο διαφορετικό και στο καινοτόμο.
Ο θεατής της έκθεσης έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει την εξέλιξη ενός δημιουργού ο οποίος κατάφερε σε πείσμα των καιρών που τραγικά βίωσε να αλλάξει τη ρότα όχι μόνο της προσωπικής του διαδρομής, αλλά και της νεοελληνικής τέχνης.
Info: «Χαλεπάς-Γλυπτικής μέγιστον μάθημα», επιμ. Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά, ομότ. καθηγήτρια ΑΠΘ, γενική διευθύντρια Τελλογλείου Ιδρύματος, Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, Χώρα Τήνου Διάρκεια έκθεσης: 10 Ιουνίου - 16 Οκτωβρίου 2023 Ώρες λειτουργίας: Δευτ./Τετ./Πέμ. 9 π.μ.-2.30 μ.μ., Παρ.-Κυρ. 10 π.μ.-2 μ.μ. & 7 μ.μ.-9.30 μ.μ.