του Παναγιώτη Σ. Παπαδόπουλου
Η ελληνική λαϊκή εικονογραφία χρονολογείται από την περίοδο του 1840. Ο Μακρυγιάννης είχε την ιδέα να αποτυπωθούν σε λιθογραφίες οι αγώνες της Επανάστασης του 1821. Αναθέτει στον Παναγιώτη Ζωγράφο και στους γιους του την αρχική απεικόνιση των θεμάτων ώστε στη συνέχεια να μεταγραφούν στη λιθογραφική πλάκα. Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι αυτή η μεταγραφή δεν έγινε ποτέ, αφού ο Aλέξανδρος Ησαΐας, στον οποίο ο Μακρυγιάννης ανέθεσε να κάνει τη μεταγραφή και την εκτύπωση στην Ιταλία, προτίμησε να απεικονιστούν οι σκηνές του αγώνα με βάση τη δυτική ζωγραφική και όχι με το λαϊκό ιδίωμα του Παναγιώτη Ζωγράφου. Ωστόσο, η δεκαετία του 1840 υπήρξε καθοριστική για την ανάπτυξη της λαϊκής λιθογραφίας. Η άφιξη, μαζί με τον Όθωνα, Γερμανών τεχνιτών και ζωγράφων υπήρξε καθοριστική για τη διάδοσή της.
Για μία περίοδο εκατό χρόνων, μέχρι το 1940, η λαϊκή αυτή απεικόνιση λειτουργούσε παράλληλα ως μέσο δημοσιογραφικής καταγραφής, ιστορικής επιβεβαίωσης, ένας ιδεολογικός μηχανισμός, αλλά και προϊόν ανάδειξης του φαντασιακού στοιχείου ενός λαού που περικλείει πολλές φορές η εικόνα. Η ιστορική αφήγηση μετατρεπόταν σε εικονογραφημένη. Οι εθνικές περιπέτειες για έναν ολόκληρο αιώνα, έπρεπε να γίνουν εικόνα ώστε στη συνέχεια να δημοσιοποιηθούν και εν τέλει να εδραιωθούν στη συλλογική μνήμη. Οι εικόνες αυτές δεν διακοσμούσαν οικίες. Κυρίως, παράγονταν για να αναρτηθούν στον δημόσιο χώρο, στα σχολεία, στις δημόσιες υπηρεσίες, στα καφενεία ή στις αγορές. Υπήρξαν αντικείμενο ενός εκτεταμένου σχολιασμού και, τελικά, η πηγή που ενεργοποιούσε όχι μόνο την εκάστοτε ιδεολογία, αλλά και την αφηγηματική λειτουργία μίας εξιστόρησης καθώς και τον ίδιο τον μύθο.
Το κατασκευαστικό κομμάτι της είχε συγκεκριμένες σταθερές: Στο επίπεδο του περιεχομένου δέσποζε το αίτημα της αναγνώρισης. Ο ήρωας που κυριαρχεί μέσα στη σύνθεση έπρεπε να γίνει εύκολα αναγνωρίσιμος, όπως αναγνωρίσιμα έπρεπε να καταστούν και άλλα χαρακτηριστικά σημεία που υπήρχαν στη σύνθεση, π.χ. οι λεπτομέρειες του τοπίου που διαδραματιζόταν το γεγονός ή τα μεγέθη των αντίπαλων δυνάμεων κ.ά. Η εικόνα δεν νοούνταν χωρίς μία σειρά σημαινόντων που θα καθιστούσαν πιο εύκολη την ανάγνωσή της. Το επίπεδο της μορφής ήταν εξίσου σημαντικό. Ο υπερτονισμός των χαρακτηριστικών του προσώπου ή του σώματος ήταν κεντρικός· επίσης, η χρήση των λαμπερών και θερμών χρωμάτων. Μία τέτοια εικόνα δεν παρουσιάζει, δεν αποτελεί, απλά, μία αναπαράσταση. Ενεργοποιεί και μεγεθύνει. Αποτελεί μία από τις αφορμές που ενεργοποιεί, στη συνέχεια, τη λαϊκή αφήγηση. Η ιστορία αναφέρει ότι ο Θεόφιλος μέσα στο μπαούλο με τα σύνεργά του είχε αυτές τις εικόνες που έδιναν την έμπνευση για τα θέματά του.
Ο Καρυστινός, ο Κόλμαν, ο Χάουπτ, κυρίως ο Σωτήρης Χρηστίδης υπήρξαν οι σημαντικότεροι λιθογράφοι στη χώρα μας. Την περίοδο 1900-1915, εκτός από τον Χρηστίδη και τον Χάουπτ, δραστηριοποιείται, για ένα διάστημα, και ο Αριστεύς, ενώ την τελευταία περίοδο, 1915-1935, η λαϊκή λιθογραφία είναι αποκλειστικό έργο των Χρηστίδη-Χάουπτ.
Toν καιρό των Ελλήνων
Πινακοθήκη Γρηγοριάδη, Νέο Ηράκλειο,
έναντι σταθμού ΗΣΑΠ.
Μέχρι την 25η Μαρτίου 2013.