Ο Μάρτιν Σέρμαν είναι ένας καταξιωμένος Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας με καθαρά ανθρωποκεντρική στόχευση. Στην Ελλάδα τον έχουμε γνωρίσει από τα έργα του «Rose» (ένας συγκλονιστικός μονόλογος), που ανέβηκε στην Αθήνα το 2001 σε σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη, με την Αντιγόνη Βαλάκου. Επίσης, σε διδασκαλία του Άντολφ Σαπίρο με τη Ζωή Λάσκαρη το 2011 και του Νίκου Καραγεώργου με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη το 2020. Ακόμη, το έργο «Ιζαντόρα - When she danced» σε σκηνοθεσία Razvan Mazilu με τη Δήμητρα Χατούπη στον ρόλο της Ισιδώρας Ντάνκαν στο Θέατρο Μέλι το 2010 και το «Όπως πάει το ποτάμι» τη φετινή περίοδο στο Θέατρο Σταθμός σε σκηνοθεσία του Γιάννη Λεοντάρη, με τον Μάνο Καρατζογιάννη και τον Περικλή Μουστάκη.
Το «Μπεντ» (1979) έχει ανέβει στη χώρα μας τρεις φορές σε σκηνοθεσία - μετάφραση του Γιώργου Θεοδοσιάδη: το 1980 με τους Γιάννη Φέρτη, Πέτρο Φυσσούν, Τάκη Μοσχίδη, το 1995 με τους Πέτρο Σπαντίδα, Σταύρο Ζαλμά, Νίκο Νίκα κ.ά., το 2002 με τους Απόστολο Γκλέτσο, Κώστα Κοντογιάννη, Πάνο Χατζηκουτσέλη. Και μία φορά από τον Δημήτρη Καρατζιά το 2012, με τον ίδιο και τον Στέφανο Κακαβούλη.
Το έργο εκκινεί με αφορμή έναν απαγορευμένο ομοφυλόφιλο έρωτα μέσα σε ένα γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί, ένα κύμα οργανωμένων διώξεων ξέσπασε επάνω στην ομοφυλοφιλική κοινότητα, και όχι μόνο, με συλλήψεις, δημόσιο προπηλακισμό, εγκλεισμούς, ανοιχτές δολοφονίες. Ο συγγραφέας, ωστόσο, δεν μένει στο επίπεδο της απλής έκθεσης των γεγονότων που προξενούν σήμερα τη μεγάλη ανατριχίλα. Κάνει μια βαθιά αναδίφηση στις ρίζες του ναζισμού και πραγματώνει «ένα ταξίδι ολόκληρο στην ύπαρξη, στη διαφορετικότητα, σε κάθε είδους ρατσισμό, στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής και του μυαλού. Το έργο είναι επίκαιρο και δυνατό για όσο καιρό ενεδρεύει ο φασισμός γύρω μας, για όσο η ελευθερία και η αυτοδιάθεση, η ουσία της Δημοκρατίας θα τραυματίζονται από μια κοινωνία ανθρωποφαγική, βίαιη και απολυταρχική. Ο Σέρμαν ψάχνει το φως μέσα στο σκοτάδι, την αγάπη μέσα από το μίσος, την ελευθερία πίσω από τα συρματοπλέγματα και τις διαχωριστικές γραμμές. Το έργο του, ένας ύμνος στη ζωή, μας σπρώχνει σε ένα καλύτερο αύριο...» (Αποσπάσματα από το σημείωμα του σκηνοθέτη στο πρόγραμμα της παράστασης).
Η πυρηνική σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια (επιμέλεια κίνησης Μανώλη Θεοδωράκη) στη μετάφραση του Γιώργου Θεοδοσιάδη συνάδει με τον ανθρωποκεντρικό σχεδιασμό του κειμένου και συμπλέει με τους βιορυθμούς του. Περνάει αβίαστα, σχεδόν «φυσικά», από το βερολινέζικο gay καμπαρέ του Μεσοπολέμου στην κόλαση του στρατοπέδου. Από το γκροτέσκο στο τραγικό, για να μας προσφέρει ένα σπαρακτικό χρονικό της ανθρώπινης ψυχής εν αιχμαλωσία. Εξαίροντας πάνω απ’ όλα τα ιδανικά της φιλίας και της αυτοθυσίας, βλέποντας το δάσος, όχι το δέντρο.
Μια ομοιογενής, δεμένη ομάδα οκτώ ταλαντούχων ηθοποιών εμψυχώνουν την παράσταση. Το «δίδυμο» των Μέμου Μπεγνή και Ιωάννη Αθανασόπουλου (Μαξ και Χορστ) είναι συναρπαστικό στην αμεσότητά του. Ο Μανώλης Θεοδωράκης (Γκρέτα) εντυπωσιάζει ως «μπαλαντέρ» ενός τραγικού παιγνίου με τη μοίρα. Ο Δημήτρης Καραμπέτσης (θείος Φρέντι) γίνεται ένας ιδανικός μετρονόμος των παθών-λαθών των άλλων. Ο Γιάννης Σίντος (Ρούντι) πατάει γερά στη σκηνή, οι Χρήστος Ζαχαριάδης, James Rodi, Σπύρος Δούρος στους ρόλους των «περιφερειακών δαιμόνων της κόλασης» είναι ανάγλυφοι. Τα σκηνικά της Μαίρης Τσαγκάρη, τα κοστούμια (Νίκος Χαρλαύτης), η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, οι φωτισμοί (Μελίνα Μάσχα), αναπόσπαστο μέρος της σκηνοθεσίας.