Η συγγραφέας, υποκείμενο και αντικείμενο μαζί της γραφής της μέσα από το πρόσωπο της μοναχικής ηρωίδας, μιας απλής γυναίκας των καιρών μας, που εξελίσσεται ψυχικά όσο προχωρεί ο ποικίλος μονόλογός της, φτάνει στο λυτρωτικό τέλος που μαγικά τη δεσμεύει και ταυτόχρονα την απελευθερώνει.
Η συγγραφέας, έπειτα από πλήθος μεταμορφώσεων, ταυτίζεται ομοιοπαθητικά με την ιδανική μορφή του Τσάρλι Τσάπλιν στην «αχειροποίητη» και όμως τόσο υλική και γήινη συγχρόνως ταινία του «Το χαμίνι» για να μας μυήσει στην οδυσσεϊκή περιπλάνηση της πρωτεϊκής αθωότητας του ανθρώπου, χαμένης μέσα στους περίπλοκους, δαίδαλους δρόμους της ζωής. Όταν, μετά την πρώτη καθοριστική μας επιλογή να ριχτούμε γυμνοί στο ορμητικό ποτάμι της, μας οδηγεί από μυστικούς, ανεξιχνίαστους δρόμους εκεί όπου θέλει εκείνη. Τι άλλο από αυτό είναι η μαγεία της τέχνης;
Πρόκειται εδώ για τον μονόλογο του πένθους, όχι πένθιμο μονόλογο -δεν είναι το ίδιο-, της απαρηγόρητης ύπαρξης, που τίποτα δεν μπορεί να την ανακουφίσει από τον πόνο για την απώλεια αγαπημένου προσώπου. «Ραχήλ κλαίουσα και ου θέλουσα παρακληθήναι» κατά τις Γραφές. Ή, αλλιώς, όπως το διατυπώνει σε ψυχαναλυτική γλώσσα η διακεκριμένη ψυχίατρος και συγγραφέας Κατερίνα Μάτσα στο βιβλίο της «Νιόβη ή το αδύνατο πένθος στον καιρό της πανδημίας»: «Κατά βάθος, το πένθος ποτέ δεν τελειώνει οριστικά, αφού κανείς δεν μπορεί να εξαλείψει οριστικά από μέσα του το αγαπημένο πρόσωπο, το χαμένο αντικείμενο της αγάπης. Πάντα κάτι μένει, έστω και σαν είδος ψυχικής ουλής.
Κανένα στοιχείο του παλιού ψυχικού κόσμου δεν χάνεται. Μένουν κάποια ίχνη που βρίσκονται στη ρίζα της μετουσίωσης, έστω κι αν τη θέση των παλιών παραστάσεων, που συνδέονται με τον νεκρό, παίρνουν καινούργιες». «Το πένθος», συμπληρώνει η ίδια, «περνά από διάφορα στάδια, την άρνηση, τον θυμό, τη διαπραγμάτευση, την απελπισία, την εγκαρτέρηση και τελικά την αποδοχή. Αυτά τα στάδια, βέβαια, δεν πρέπει να προσεγγίζονται μηχανιστικά. Υπάρχει πάντα ένας πολύ προσωπικός και ιδιαίτερος χαρακτήρας στο πένθος. Πολλοί μιλούν για το “αίνιγμα του πένθους”, που πρέπει πρώτα να αποκρυπτογραφηθεί από τον ίδιο τον πενθούντα». Αυτό κάνει με λόγο γνώσης η συγγραφέας και ερμηνεύτρια Κάτια Γέρου εν δυνάμει αυτοβιογραφούμενη.
Αυτή η δουλειά της Κάτιας Γέρου «πατάει» γερά στο ριζιμιό βαθύ σκάψιμο που έχει κάνει μέσα της όλα αυτά τα χρόνια στη σταδιοδρομία της, στις ταινίες με τον αείμνηστο μεγάλο ζωγράφο σύντροφό της Κυριάκο Κατζουράκη αλλά και στο καθαρά θεατρικό κομμάτι, μια αυτόνομη δική της κατάκτηση, ιδιαίτερα στην έξοχη «Τζελσομίνα» από τη «Λα Στράντα» του Φελίνι, που ενσάρκωσε πριν τέσσερα χρόνια σε θεατρική διασκευή στο Θέατρο Βικτώρια: το χερουβικό αυτό πλάσμα, φελινικό και παπαδιαμαντικό, που, όπως είχα γράψει τότε στην κριτική μου, με το αθώο της βλέμμα, την αγνή ανυπόκριτη φωνή, το «αβάδιστο» βάδισμά της μας μεταδίδει, πάλι σήμερα, σε σκληρούς και ακραίους καιρούς, μέσα από το φίλτρο της αληθινής τέχνης, άμεση συγκίνηση για τον πάσχοντα άνθρωπο, πεινώντα και διψώντα τη δικαιοσύνη. Εύχομαι η όμορφη και καλή παράστασή της να βρει ευδόκιμη συνέχεια για πολύ χρόνο ακόμα.