«Η σκιά δεν ξέρει τ’ όνομά της,
ο ίσκιος δεν βλέπει το είδωλό του.
Σκιά της Άτης, ίσκιος Ισκαριώτου»
Λ.Π. από την ενότητα «Ποιήματα 1995-2005»
Πριν μπω στο κύριο θέμα του σημερινού σημειώματος, ας μου επιτραπεί να αναλύσω τη μοιραία παρανόηση από τη Δύση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, που ασφαλώς δεν άφησε ανεπηρέαστο ούτε το θέατρο. Μια παρέκβαση για την τραγική κατάσταση των πραγμάτων σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο. Ποιος και τι φταίει που η κυρίαρχη σε οπλικά συστήματα και σχετικά μέσα καταναγκασμού Δύση μονοπωλεί τον υποτιθέμενο πολιτισμό και γεννάει συνέχεια τέρατα: βία, ανισότητα, φτώχεια, εξαθλίωση ολόκληρων πληθυσμών, πείνα, ερημοποίηση του πλανήτη, καταστροφικούς πολέμους.
Θα μπορούσαμε να πούμε, σε γενικές γραμμές, επειδή το θέμα είναι πολύ μεγάλο και ιδιαίτερα σύνθετο, ότι η καλπάζουσα πορεία παρακμής του αναγεννησιακού και ανθρωπιστικού ιδεώδους άρχισε όταν η όψιμη Αναγέννηση παρερμήνευσε την αρχαιοελληνική σκέψη και έδωσε υπόσταση στο μη ον, αλλά χωρίς τον προστατευτικό μανδύα του ώριμου Πλάτωνα, που με τον διάλογό του «Σοφιστής» και όσους ακολούθησαν εντάσσει το μη ον, που εξ ορισμού δεν μπορεί να είναι κάτι, άρα ούτε μη ον, στην κλίμακα του όντος ως αρνητική βαθμίδα του. Αυτός ο ελιγμός του Πλάτωνα, που μας καλεί να βρούμε ό,τι δεν υπάρχει, αντικρούει τους σοφιστές με τα όπλα τους και ανοίγει τον μόνο δρόμο για να επιστρέψουν οι εξόριστοι ποιητές στην πολιτεία. Σώζει, έτσι, τον πολιτισμό. Αντίθετα, η σοφιστική σκέψη, υποστασιοποιώντας το μη ον ως μηδέν, άνοιξε το «κουτί της Πανδώρας» και απελευθέρωσε όλες τις δαιμονικές και καταστροφικές δυνάμεις του ανθρώπου (που, κατά τους Ορφικούς, ξεπήδησε μέσα από τις στάχτες των κεραυνωμένων από τον Δία Τιτάνων). Όπως τον άκρατο ατομισμό, την απροσμέτρητη απληστία, την αχόρταγη αρπακτικότητα, τη λατρεία της ισχύος, τον ασυγκράτητο ιμπεριαλισμό και εντέλει τον καπιταλισμό, που δεν είναι η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα της επιμεριστικής σοφιστικής σκέψης που διαχώρισε την αισθητική από την ηθική, την τέχνη από τη ζωή και έθρεψε την ακόρεστη αλαζονεία της επιστήμης, φέρνοντας την έκπτωση του Homo sapiens.
Για να έρθω στο κύριο θέμα του σημειώματος, θα μας απασχολήσει σήμερα άλλη μια «διασκευή» τραγωδίας, που δεν είναι άλλη από τη γνωστή μας, πολυπαιγμένη «Ελένη» του Ευριπίδη. Μου έχει δοθεί και άλλη φορά ευκαιρία να γράψω διά μακρών γ’ αυτό το αινιγματικό ευριπιδικό δράμα, ανάμεσα σε τραγωδία και κωμωδία, όπου στην Τροία δεν πήγε η Ελένη… αλλά η σκιά της! Σε όσα έχω πει θα προσθέσω μόνο ότι πρόκειται για ένα έργο το οποίο μας μιλάει για τη διαλεκτική του είναι με το φαίνεσθαι. Ένα φαίνεσθαι όμως που διαθέτει υπόσταση, η οποία, αντίθετα με τη διδασκαλία των σοφιστών, δεν ταυτίζεται με το μηδέν.
Η διασκευή της Ιόλης Ανδρεάδη και η σκηνοθεσία της είναι αυτό που λέμε «σεμνές», συμπυκνώνουν απλώς το έργο γύρω από τον πυρήνα του, που είναι, όπως είπαμε, η διαλεκτική του είναι με το φαίνεσθαι σε μια μεταβατική εποχή τρομακτικών αλλαγών, όπου η διαλυτική διδασκαλία των σοφιστών άγγιζε τον πυρήνα της κοινωνίας. Ο Ευριπίδης θέλει με την «Ελένη» να επανασυνδέσει την αρετή με την ομορφιά και την αισθητική με το ήθος, ενάντια στην ογκούμενη λατρεία της α-σχημίας που κυριαρχούσε τότε, όπως και τώρα.
Η χαρισματική Βασιλική Τρουφάκου ενδύεται όλους τους ρόλους του έργου σε τόνους χαμηλούς, με μια πρωτογενή μιμητική ευφορία, χαρίζοντάς μας αληθινή ομορφιά και απόλαυση, μεταδίδοντάς μας αυτούσια την «οικεία ηδονή» του Αριστοτέλη.