«Αξίζουμε όσο και οι άλλοι. Ψηλά το κεφάλι και συνεχίζουμε. Α! Κυρία Μενδώνη και το παρεάκι σας! Σε όλους σας ντροπή σας!».
Αυτή είναι η συγκλονιστική κατάληξη από την ανάρτηση του Βασίλη Κ., του πρώτου που κινήθηκε νομικά εναντίον του Δημήτρη Λιγνάδη καταθέτοντας μήνυση για βιασμό και σεξουαλική κακοποίηση όταν ήταν 15 χρονών! «Αξίζουμε όσο και οι άλλοι». Είναι κραυγή της αξιοπρέπειας που ποδοπατήθηκε, είναι το ουρανομήκες αίτημα σεβασμού που έλιωσε κάτω από τόνους υπερασπιστικής αισχρότητας. Και κατά τη διάρκεια της δίκης και με την κατάπτυστη αυθημερόν αποφυλάκισή του και με την ακατονόμαστη παρέμβαση της νέας διοίκησης της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία χωρίς ίχνος συναίσθησης του ρόλου και της θέσης της έσπευσε πνευστιώσα να καταθέσει κομματικά διαπιστευτήρια στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης και στην κυβερνώσα παράταξη.
«Αξίζουμε όσο και οι άλλοι». Κραυγή οργής, κραυγή βαθιά υπαρξιακή, κραυγή έγερσης απέναντι σε ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας και μια στρατιά εξωνημένων ψυχών και αργυρώνητων μυαλών της «ενημέρωσης 108», όπως προσφυώς την χαρακτήρισε ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου, που προσπάθησε με κάθε τρόπο να σπιλώσει, όχι μόνο τα τραγικά θύματα, αλλά και όσους αποκάλυψαν τη βρώμα και τη δυσωδία της υπόθεσης, καθώς και όλους τους αλληλέγγυους που στάθηκαν στο πλευρό των ανυπεράσπιστων. Κι όμως όλα πήγαν στο βρόντο. Και η προσπάθεια απόκρυψης και συγκάλυψης και η αποσιώπηση και τα διάφορα «περίεργα» σε όλα τα στάδια της προδικασίας και η θλιβερή προσπάθεια αθώωσης και η προσπάθεια κατασκευής «σκευωρίας» τάχα μου για να χτυπηθεί η κυβέρνηση από τον ΣΥΡΙΖΑ - Π.Σ. τόσο με τη δίκη όσο και με τον παλλαϊκό θυμό για την αποφυλάκιση.
Στο βρόντο όλα. Στο βρόντο οι κραυγές Κούγια και οι μαγκιές ενός αμετανόητου Λιγνάδη. Στο βρόντο η ατιμωτική αποχώρηση Μενδώνη από την εναρκτήρια παράσταση του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας και η (συνήθης) ανοίκεια πολιτική συμπεριφορά της που ακολούθησε. Στο βρόντο οι φωνές των ακροκεντρώων και των «λυσσασμένων» για αμόλυντη τέχνη, περί «λαϊκών δικαστηρίων». Στο βρόντο η αξιολύπητη προσπάθεια «αγιογράφησης» του Λιγνάδη ως κουρασμένης, τάλαινας ψυχής. Στο βρόντο όλα. Αυτή τη φορά ο ηθικός πανικός που προσπάθησαν να δημιουργήσουν περιγράφοντας τους εξοργισμένους ως «χουλιγκάνους του Μπράιτον» σκίστηκε όπως το καταπέτασμα του ναού. Και από πίσω φάνηκε το φριχτό παρεάκι που κυβερνά και κανοναρχεί ανθρώπους, συνειδήσεις, την κοινωνία και τη χώρα ολόκληρη.
Ενα παρεάκι από ανθρωπάκια χωρίς φραγμούς. Ένα παρεάκι από ανθρωπάκια φρενιασμένα για αρπαγή, τυφλωμένα από περιφρόνηση προς τους άλλους, αλαλιασμένα από τον τρόμο απώλειας της εξουσίας. Ένα παρεάκι που εδώ και πάνω από τρία χρόνια έχει επιβάλει παραθεσμικά και παρακάμπτοντας θεμελιώδεις διαμεσολαβήσεις της Δημοκρατίας μια γενικευμένη ηθική, λογική και αισθητική βία. Έχει προσβάλει δηλαδή βάναυσα την πυρηνική ανάγκη της κοινωνίας για ηθική, λογική και αισθητική συνύπαρξη.
Ολο αυτό το γεγονός υπάρχει μέσα στις δυο λέξεις που δονούν τους δημόσιους χώρους απ’ άκρη σε άκρη της Ελλάδας: «Βιαστής είναι». Ποιος είναι όμως ο βιαστής; Ο Λιγνάδης είναι απλώς το συμβολικό ακρόπρωρο του φοβερού πειρατικού που λεηλατεί, έως φυσικής εξόντωσης, τη ζωής μας (30.000 νεκροί, πολλοί από τους οποίους θα μπορούσαν να έχουν σωθεί).
Μέσα σ’ αυτές τις δύο λέξεις κοχλάζει το ανείπωτο μιας καθημαγμένης καθημερινότητας και μιας παραζαλισμένης, φρυγμένης προσπάθειας για επιβίωση. Ο Λιγνάδης ήταν η σταγόνα που έκανε τη σταγόνα της λύπης, της ματαίωσης, της απελπισίας να γίνει πελώρια και να πλημμυρίσει τα πάντα.
«Είναι βιαστής» θα πει «είστε βιαστές». Γιατί θεωρείτε την πατριαρχία φυσική και την ισότητα αφύσικη. Γιατί πετάτε ανθρώπους από τη δουλειά, από τα σπίτια τους, γιατί αρπάζετε και ρίχνετε στα σκυλιά όσους το λένε. Είστε βιαστές γιατί αποκόβετε τα παιδιά από το μέλλον τους, γιατί ταπεινώσατε ολόκληρο τον καλλιτεχνικό χώρο. Βιάζετε το Πανεπιστήμιο, πνίγετε ανθρώπους απροστάτευτους, μας δείχνετε τα κλεμμένα και τα βαφτίζετε «αδιευκρίνιστα». Είστε βιαστές του δικαίου γιατί αποφυλακίζετε τους βιαστές και τους δολοφόνους των παιδιών.
Ενα θλιβερό παρεάκι είστε. Εσάς πολεμάμε. Και όπως λέει ο μαρτυρικός Βασίλης Μάγγος: «Κι ας μην νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα».
Αυτό σας φωνάζει η κοινωνία.