Του Λέανδρου Πολενάκη
Είναι, άραγε, ο Αριστοφάνης μισογύνης; Αυτό το ερώτημα πλανάται πάνω από τα έργα του και ιδιαίτερα τις «Εκκλησιάζουσες», όπου οι γυναίκες της Αθήνας μεταμφιέζονται σε άνδρες, καταλαμβάνουν την Εκκλησία του Δήμου... με φράξια, αρπάζουν την εξουσία, κηρύσσουν την κοινοκτημοσύνη... και ακολουθεί το χάος. Δεν μπορούμε να απαντήσουμε μονοσήμαντα στο πιο πάνω ερώτημα. Να μην ξεχνάμε ότι ο ποιητής μας είναι, πριν από όλα, ένας βιτριολικός κωμωδιογράφος. Δουλειά του είναι να σατιρίζει ό,τι προβάλλει εμφαντικά στην επιφάνεια των πραγμάτων. Οι «Εκκλησιάζουσες» είναι το προτελευταίο σωζόμενο έργο του, γραμμένο μετά την ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό πόλεμο, που είχε εγκαίρως προβλέψει χωρίς να εισακουσθεί. Γράφει, λοιπόν, και βγάζει το «άχτι» του, επιτιθέμενος κατά δικαίων και αδίκων. Δεν «του φταίνε» οι γυναίκες, τα βάζει με τις λογής - λογής ουτοπίες, που φύτρωναν σαν τα μανιτάρια εκείνη την ταραγμένη εποχή, τόσο όμοια με τη δική μας. Υπερασπίζεται φανατικά... την προσωπική λαϊκή ουτοπία του, μιας αυτάρκους, αγροτικής, ανταλλακτικής κοινωνίας, με τα αγαθά της γης κοινά σε όλους. Μισεί... την ανταγωνιστική ουτοπία, της πλήρους, αναγκαστικής κοινοκτημοσύνης, που καλλιεργούσαν συστηματικά ελιτίστες διανοούμενοι του τελευταίου τετάρτου του 5ου αιώνα. Ένα κάποιο είδος πρωτόγονου κομμουνισμού, όπως του Φουριέ, με τις γυναίκες, όμως, να κρατούν στα χέρια τους το τιμόνι της «πολιτείας των ίσων». Ο Πλάτων, λίγο αργότερα, στην «Πολιτεία» του, θα απαντήσει με ουτοπία επάνω στην ουτοπία... κηρύσσοντας την κοινοκτημοσύνη και των γυναικών ! Στόχος της πολεμικής του Αριστοφάνη είναι κυρίως αυτές οι νεωτερικές, ριζοσπαστικές απόψεις... που δεν τον αφήνουν να κοιμηθεί. (Άραγε, επειδή στο βάθος τις ενστερνίζεται, ο μεγάλος φίλος και θαυμαστής του Πλάτωνα;). Ένα είναι βέβαιο, ότι τα «σπασμένα» θα πληρώσουν πάλι, «από σπόντα», οι γυναίκες σε αυτήν τη λαμπερή κωμωδία, που, απ' τη μία τις εξυμνεί, απ' την άλλη τις «θάβει», βάζοντάς τις, μάλιστα, να σκάψουν οι ίδιες τον «λάκκο» τους, όταν αυτοκαταργούνται ερωτικά μέσω της αντίδικης... κοινοκτημοσύνης των ανδρών, που εισηγούνται. Ο Αριστοφάνης απομονώνει και προβάλλει σκόπιμα το πιο αντιφατικό στοιχείο του προγράμματος των ουτοπιστών της εποχής του, την ερωτική κοινοκτημοσύνη, για να την κατεδαφίσει συνολικά.
Η παράσταση του «Εθνικού Θεάτρου» στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία του Γιάννη Μπέζου, με χρήση της αλλοιωμένης μετάφρασης του Μίνου Βολανάκη, σε κινησιολογία της Σεσίλ Μικρούτσικου, με τα «εντυπωσιακά» επιθεωρησιακά σκηνικά - κοστούμια του Γιώργου Γαβαλά («βγάζουν μάτι»), τους επιθεωρησιακούς φωτισμούς του Χρήστου Τζιόγκα, την ανάλογη μουσική και στίχους του Κωστή Μαραβέγια (σε διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου), δεν νομίζω ότι κόμιζε κάτι νέο. Όλα αυτά τα έχουμε δει, τα έχουμε ξαναδεί άπειρες φορές τα τελευταία σαράντα χρόνια. Μια κακή επιθεώρηση που επαναλαμβάνει αυτάρεσκα τον εαυτό της, προσκολλημένη στο επικαιρικό, με τραβηγμένες στα άκρα αναλογίες, τρέχοντας να προλάβει να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις ενός ολοένα πιο κακομαθημένου κοινού, να αποσπάσει το εύκολο χειροκρότημά του, χωρίς να θίγει στο ελάχιστο την ουσία των πραγμάτων. Και την πίτα γερή και τον σκύλο χορτάτο! Τα ίδια, Παντελάκη μου, τα ίδια, Παντελή μου ! Θέλουμε έναν «εκσυγχρονισμένο» Αριστοφάνη - Επιθεώρηση; Εντάξει! Αλλά δεν είδα εδώ καμία απολύτως κριτική του «συστήματος», ξένου ή εγχώριου, ούτε αριστοφανική, ούτε επιθεωρησιακή, που να «πονάει». Το πώς μιλά ο τάδε σύγχρονος πολιτικός ή τι συνολάκι φορά η δείνα, ουδόλως μας ενδιαφέρει, σήμερα, στη συγκυρία που ζούμε, και με την τροπή που έχουν πάρει τα πολιτικά κι άλλα μας πράγματα.
Ο Γιάννης Μπέζος ως «Πραξαγόρα» υπολείπεται των ωραίων κοστουμιών του, δεν τα «φοράει», αλλά εκείνα τον «φορούν» και τον «ορίζουν». Ο Γιάννης Ζουγανέλης με την πληθωρικότητά του, αντίθετα, «ξεχειλίζει» απ' τα δικά του κοστούμια, δεν «μαζεύεται» με τίποτα, δεν παίζει Αριστοφάνη, παίζει «Γιάννη». Ο πολυπρόσωπος χορός έρχεται απ' ευθείας από ελληνοαμερικανικό κινηματογραφικό μιούζικαλ της δεκαετίας του '60. Ξεχώρισα, για τους νευρώδεις αυτοσχεδιασμούς τους, τον Λαέρτη Μαλκότση, τον Πάνο Βλάχο, τον Νίκο Μαγδαληνό. Και την, όπως πάντα, πλήρη χάριτος Δανάη Σκιάδη.