H αξιακή θεώρηση της κριτικής, απαρχής της Ένωσης των Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, οφείλεται εν πολλοίς στα πρόσωπα των ιδρυτών της, πρόσωπα αυστηρά, δωρικής αποφασιστικότητας ή στοχαστικής ρέμβης, μορφές της κοινωνίας της 3ης δεκαετίας του 20ού αιώνα: Ανδρέας Ανδρεάδης, ακαδημαϊκός, καθηγητής της Δημοσίας Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αντιπρόσωπος της Ελλάδος στην Κοινωνία των Εθνών, αλλά και θεατρικός κριτικός, Ελένη Νεγρεπόντη, ο «Άλκης Θρύλος», παρεμπιπτόντως επίσης θεατρικός κριτικός, Γεώργιος Πολίτης, γιος του Νικολάου Πολίτη, πατέρα της ελληνικής λαογραφίας, και αδελφός του Λίνου και του Φώτου Πολίτη, θεατρικός κριτικός της «Πρωίας». Άνθρωποι σαν κι αυτούς, λοιπόν, διέθεταν το κοινωνικό διαμέτρημα ώστε να μην καταστήσουν πρώτιστο μέλημά τους επαγγελματικές προτεραιότητες.
Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας άσκησης της κριτικής άπτεται όμως και της σχέσης της με την επιστήμη, αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνικής παρέμβασης εκάστης στην πραγμάτευση του ίδιου αντικειμένου. Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, ως εκ της αποστολής της, η μεν κριτική παρεμβαίνει διαλεκτικά, με εκ των υστέρων επι - σημάνσεις, η δε επιστήμη, αξιοποιώντας τα δικά της εργαλεία, δεν αρκείται στην παρατήρηση, αλλά επιπλέον πειραματίζεται, ενώ διατυπώνει επιστημονικά συμπεράσματα, θεωρίες, δοξασίες, εμμονές ορισμένες φορές, τις οποίες συχνά επιδιώκει να επαληθεύσει με παρεμβάσεις υπαγόρευσης εξελίξεων στους οικείους καλλιτεχνικούς τομείς, κάποτε και σε πνεύμα επιβολής απόλυτης αλήθειας. Όταν λοιπόν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο οι ιδιότητες του επιστήμονα (θεατρολόγου ή μουσικολόγου) και του κριτικού, τότε, αν αυτό επιθυμεί να τιμήσει τη δεύτερη ιδιότητα χωρίς εκπτώσεις, τότε θα πρέπει να αποδοθεί στον δυσχερή αγώνα, ώστε η κριτική του ενασχόληση να μην απολέσει τον αδέσμευτο χαρακτήρα της. Και να μη μεταλλαχθεί, κατ' αυτόν τον τρόπο, σε υποβολέα και όχημα επιβολής κατευθυνόμενων αισθητικών επιλογών.
Αυτός ο κίνδυνος εντείνεται όταν η κριτική και η επιστημονική δράση συνδυάζονται με θέσεις σε πνευματικά ιδρύματα ή άλλους παρεμφερείς θεσμούς, όπου αναπτύσσονται μηχανισμοί επιρροής και συγκροτούνται ισχυρές ομάδες συμφερόντων, φυσικά αντίρροπων προς την αδέσμευτη άσκηση της κριτικής. Πρόκειται για σαφώς ανεπιθύμητο φαινόμενο διαπλοκής επιστήμης, κριτικής και τέχνης, που πλήττει τους όρους αξιοπιστίας της κριτικής και συνθέτει νοσηρή πραγματικότητα, ιδίως όταν συνοδεύεται από την ανάθεση, στα ίδια αυτά πολλαπλής κυριαρχίας πρόσωπα, της κατά την κρίση τους κατανομής της ροής δημόσιου χρήματος. Οι συνέπειες των ανωτέρω για τον αδέσμευτο χαρακτήρα της κριτικής δεν απαιτούν περαιτέρω σχολιασμό.
Συνοψίζοντας, λοιπόν, ο κριτικός έχει συνεχή, έντονη και αμφίπλευρη κοινωνική αναφορά, ως κριτής και -λόγω αυτού- ως συνεχώς κρινόμενος και ο ίδιος, από κρινόμενους και άλλους, με μόνο του όπλο σε αυτή την εξ αποστάσεως συνοδοιπορία του με τους καλλιτέχνες τον αδιάλειπτο διάλογο με όλους και τη διαρκή πιστοποίηση της ακεραιότητάς του έναντι πάντων. Η κοινωνική αναφορά, συνεπώς, στηρίζεται αναπόδραστα στη δεοντολογία που αποτελεί τον ακρογωνιαίο όρο της ίδιας της επιβίωσης της κριτικής ως ατομικής δράσης, αλλά και ως συλλογικής θεσμικής σύμπραξης. Γιατί ακριβώς με δεδομένο ότι η δεοντολογία βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε βιοτικής διαδικασίας εκφοράς δίκαιης κρίσης, η ίδια αποτελεί τη λυδία λίθο αξιοπιστίας της κριτικής. Αυτή υπαγορεύει να μη γίνονται ανεκτά φαινόμενα που δυστυχώς καταγράφονται, όπως η σύμπτωση στα ίδια φυσικά πρόσωπα των ρόλων κρίνοντος και κρινόμενου, είτε ατομικά είτε ως μελών συλλογικών οργάνων διοίκησης νομικών προσώπων. Στην περίπτωση αυτή αίρεται πανηγυρικά ο αδέσμευτος χαρακτήρας άσκησης της κριτικής, δηλαδή η ίδια η πεμπτουσία της. Όπως βεβαίως αίρεται ο αδέσμευτος χαρακτήρας της, όταν η κριτική ασκείται για συγγενικό ή συντροφικό πρόσωπο του κριτικού ή όταν ο κριτικός μισθοδοτείται ή λειτουργεί ως εργολάβος φυσικού ή νομικού προσώπου του κύκλου των κατά περίπτωση κρινομένων. Οι αρχές αυτές ισχύουν έκπαλαι. Η συχνή, απροκάλυπτη, ενίοτε και αυτάρεσκη παράβασή τους όμως, εφόσον της επιτραπεί να κατισχύσει, δεν απειλεί απλώς την κριτική, αλλά την ίδια την ύπαρξη των τεχνών ως εθνικής και παγκόσμιας πολιτιστικής κληροδοσίας...
* Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι τ. συνεργάτης του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, κριτικός μουσικής και, από το έτος 2005, πρόεδρος της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών