Σε μια εποχή ραγδαίων οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών, δημογραφικών ανατροπών και τεχνολογικών εξελίξεων, ο χώρος των μουσείων μοιάζει να μετεωρίζεται ανάμεσα σε δύο αλληλοσυμπληρούμενες κεντρικές κατευθύνσεις: αφενός στην υποταγή στα κελεύσματα της μαζικής τουριστικής επέλασης και της αγοραίας «αξιοποίησης» και αφετέρου στην επαναδιατύπωση -μέσα από έναν αποπροσανατολιστικό εκσυγχρονισμένο λόγο και σε ολοκαίνουργιο τεχνολογικό περιτύλιγμα- εύπεπτων αφηγήσεων για ένδοξους προγόνους και θαυμαστά δημιουργήματα, εξιδανικευμένων αναπαραστάσεων ηρωικών παρελθόντων, δοξαστικών και παρηγορητικών ιστοριών αναστήλωσης εύθραυστων ταυτοτήτων.
Μέσα σε αυτό το ρευστό και βίαια μεταβαλλόμενο τοπίο, ανάμεσα σε αυτό το δίπολο, υπάρχει άραγε χώρος για ένα μουσείο που να είναι ζωντανό και παλλόμενο και που να μπορεί ταυτόχρονα να αφουγκράζεται και να ανταποκρίνεται στη βαθιά ανάγκη των ανθρώπων για ουσιαστική και τεκμηριωμένη γνώση, με τρόπο αβίαστο, ευχάριστο και αποτελεσματικό, χωρίς να παραπέμπει σε μαυσωλείο ή να θυμίζει νεκροταφείο; Μέσα στη μέγγενη των ασφυκτικών πιέσεων της αγοράς και της ψυχαναγκαστικής κατανάλωσης ψυχαγωγικών προϊόντων «ιστορίας και πολιτισμού», υπάρχει χώρος για νηφάλια προσέγγιση και κατανόηση του πολιτισμικού ή ιστορικού «άλλου»; Ανάμεσα στις φευγαλέες ματιές και στις ινσταγκραμικές πόζες βιαστικών τουριστών ή γηγενών επισκεπτών, υπάρχει περιθώριο για αναστοχασμό και ανάπτυξη κριτικής σκέψης, για έμπνευση και δημιουργία, για σχεδιασμό εναλλακτικών μαθησιακών εμπειριών;

Το βιβλίο «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία» καταπιάνεται με ζητήματα που απασχολούν τη μουσειακή εκπαίδευση, το διεπιστημονικό πεδίο συνάντησης της μουσειολογίας, της αρχαιολογίας, της ιστορίας και της κοινωνικής ανθρωπολογίας, με τις επιστήμες της αγωγής. Απαρτίζεται συνολικά από 22 κείμενα, τα οποία -γραμμένα σε διαφορετικές περιόδους- προσεγγίζουν τη μουσειακή εκπαίδευση, δηλαδή τις οργανωμένες και στοχοθετηµένες εκπαιδευτικές/ερμηνευτικές δράσεις που υλοποιούνται στο μουσείο, στο μνημείο ή στον αρχαιολογικό χώρο, σε κάθε τόπο όπου ανιχνεύεται η διαχρονική ανθρώπινη παρουσία μέσα από τα υλικά της ίχνη, ως μια εφαρμοσμένη και επιστημονικά σχεδιασμένη παιδαγωγική διαδικασία, η οποία επιδιώκει να εκπληρώσει τον εκπαιδευτικό και κοινωνικό ρόλο του μουσείου, διαμεσολαβώντας ανάμεσα σε έναν χώρο µη τυπικής μάθησης, όπως είναι το μουσείο και ευρύτερα οι χώροι πολιτισμικής αναφοράς, και στις ποικίλες και ετερόκλητες ομάδες κοινού, µε τα διαφορετικά (κοινωνικά, ηλικιακά, πολιτισμικά, μορφωτικά κ.λπ.) χαρακτηριστικά τους, τις διαφορετικές ανάγκες, αγωνίες και προσδοκίες τους.
Μέσα από πολλαπλά παραδείγματα και εφαρμογές, μέσα από την κωδικοποίηση μιας τριαντάχρονης εμπειρίας που σωρεύτηκε στο πεδίο, το βιβλίο επιχειρεί να αναδείξει στοιχεία θεωρίας και μεθοδολογίας του σχεδιασμού μουσειακών ερμηνευτικών/εκπαιδευτικών δράσεων, δράσεων που έχουν ως στόχο να μετατρέψουν το μουσείο σε σημείο συνάντησης και κατανόησης, διαλόγου και συμμετοχής, σε τόπο όπου το παρελθόν επικοινωνεί µε το παρόν δίνοντας νόημα στη ζωή µας, σε χώρο ενεργητικής μάθησης ανοιχτό σε όλους, συμπεριλαμβανομένων και των λεγόμενων ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων που κινούνται στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού. Με άλλα λόγια, επιχειρεί, σε πείσμα των καιρών, να ξανανοίξει τη συζήτηση για ένα δημοκρατικό, πλουραλιστικό και συμπεριληπτικό μουσείο, ένα μουσείο κύτταρο ενεργητικής μάθησης και δημιουργίας, ένα ζωντανό και κοινωνικά χρήσιμο μουσείο.
* Ο Στάθης Γκότσης είναι ιστορικός
Ο ρόλος του μουσειακού οργανισμού*
Στον βαθμό που το μουσειακό αρχαιολογικό αντικείμενο αντιμετωπίζεται ως πολιτιστικό προϊόν και όχι ως αυτόνομη οντότητα πρέπει, για να γίνει κατανοητό και να μην παραμείνει απλώς αντικείμενο θαυμασμού, προκειμένου να ξεπεραστεί το «φαινόμενο της εκστατικής έξαρσης του ευρήματος, του οποίου η αρχαιολογική αξία, δηλαδή η ιστορική σημασία ή δηλωτικότητα, επισκιάζεται από την υμνολογία της πολύτιμης ύλης ή της μορφής» (κατά τη διατύπωση του Αντώνη Ζώη), να ενταχτεί στο ευρύτερο πλαίσιό του και στα ιστορικά του συμφραζόμενα. […] Ο ρόλος του μουσειακού οργανισμού δεν είναι να αξιολογεί, αλλά να εξηγεί και να ερμηνεύει τα υλικά ίχνη του παρελθόντος, να αποδέχεται και να προβάλλει την ποικιλία και τη διαφορετικότητα των πολιτισμών και των ιστορικών περιόδων. […] Ο μουσειακός οργανισμός αντιλαμβάνεται πως το αντικείμενο δεν επικοινωνεί από μόνο του, πως προσφέρεται σε πολλαπλές αναγνώσεις και, επομένως, πως υπάρχει αναγκαιότητα ερμηνείας και διαμεσολάβησης. […] Αναλαμβάνει, στρεφόμενο προς το κοινό, ερμηνευτικές δράσεις για να αποτρέψει την απόσταση, την αποξένωση και την ηγεμονία του παρελθόντος στον επισκέπτη, ώστε να επιτρέψει στους χώρους του τη μάθηση, την έμπνευση και τη χαρά. Οι ερμηνευτικές δράσεις που αναλαμβάνει συνίστανται σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων με εκπαιδευτικό χαρακτήρα και ιστορικό-αρχαιολογικό περιεχόμενο και διακρίνονται προφανώς από τις απλές ξεναγήσεις ή περιηγήσεις, από την υποδοχή σχολικών εκδρομών ή περιπάτων. Μέσα από την αξιοποίηση στοιχείων μεθοδολογίας, μέσων και τεχνικών από ποικίλους χώρους, οι δράσεις αυτές επιχειρούν κυρίως να υπερβούν τη φετιχοποίηση, την απόκρυψη ή την ισοπεδωτική παρουσίαση των αντικειμένων και την αποπληροφόρηση μέσα από την υπερπληροφόρηση, να υπερβούν δηλαδή τους εγγενείς κινδύνους της μουσειοποίησης, όπως συνοπτικά τους παρουσιάζει ο Umberto Eco.
*Απόσπασμα από το βιβλίο «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία», εκδόσεις Τόπος
