Live τώρα    
Αριστερά και Ευρώπη
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Αριστερά και Ευρώπη

Τη μήτρα της "ευρωπαϊκής ιδέας" -της ιδέας της ενοποίησης της Ευρώπης- θα την αναζητήσουμε στο δημοκρατικό, ειρηνιστικό και σοσιαλδημοκρατικό κίνημα του 19ου αιώνα, σταθμό του οποίου αποτέλεσαν οι εξεγέρσεις του 1848. Για τον Τζιουζέπε Ματσίνι η προοπτική της ευρωπαϊκής ενοποίησης εντασσόταν στη συνέχεια του Risorgimento -της ενοποίησης της Ιταλίας. Για τον Βίκτωρ Ουγκώ, τον Τζων Στιούαρτ Μιλ και άλλους πρωτεργάτες της Κίνησης "Ειρήνη και Ελευθερία", οι "Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης" προβάλλονταν ως ανάχωμα σε νέες πολεμικές συρράξεις.

Και ο Φρειδερίκος Ένγκελς, όταν ρωτήθηκε, το 1893, από Βρετανό δημοσιογράφο αν προέβλεπε τη δημιουργία στο μέλλον "Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης", έδωσε αμέσως την απάντηση: "Και βέβαια. Όλα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση". Σε μια Ευρώπη όπου κυριαρχούσε ο απολυταρχισμός δυο αυτοκρατοριών -της Ρωσίας και της Αυστρίας- ο στόχος μιας εναλλακτικής δομής πολιτειακής οργάνωσης είχε τεθεί στην ημερήσια διάταξη, όσο αντίξοες κι αν ήταν οι συνθήκες.

Το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα της εποχής δεν μπορούσε να μείνει αδιάφορο απέναντι σ' αυτές τις ζυμώσεις και αναζητήσεις. Με την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914, η πλειονότητα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων υποστήριξε τις κυβερνήσεις των εμπόλεμων χωρών τους. Στο οπλοστάσιο της αντίθετης, μέσα στο ίδιο στρατόπεδο, άποψης βρήκε τη θέση του το θέμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

"Η δημιουργία των ρεπουμπλικανικών (δημοκρατικών) Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης" έγραφε το 1914 ο Λένιν ("Ο Πόλεμος και η Ρωσική Σοσιαλδημοκρατία") "θα έπρεπε να είναι το άμεσο πολιτικό σύνθημα των Ευρωπαίων Σοσιαλδημοκρατών. Αντίθετα με την αστική τάξη, που είναι έτοιμη να υποσχεθεί οτιδήποτε προκειμένου να σύρει το προλεταριάτο στο ρεύμα του σωβινισμού, οι σοσιαλδημοκράτες θα εξηγήσουν ότι αυτό το σύνθημα δεν θα έχει καθόλου νόημα χωρίς την επαναστατική ανατροπή της γερμανικής, της αυστριακής και της ρωσικής μοναρχίας".

Με τον δημοκρατικό χαρακτήρα της πρότασης για το ενιαίο ευρωπαϊκό μόρφωμα συμφωνούσε και ο Λέων Τρότσκι, που διατύπωσε ως εξής τη σοσιαλδημοκρατική πρόταση: "Το δικαίωμα αυτοδιάθεσης κάθε έθνους -οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης- χωρίς μοναρχίες, μόνιμους στρατούς, φεουδαρχικές κάστες που κυβερνούν, μυστική διπλωματία".

Το 1915 η Διάσκεψη των Μπολσεβίκων, που πραγματοποιήθηκε στη Βέρνη, υιοθέτησε την πρόταση. Όμως, λίγο αργότερα, ο Λένιν επανεξετάζει την αρχική θέση του: Επαναλαμβάνει ότι οι δημοκρατικές διεκδικήσεις όχι μόνο δεν αδυνατίζουν τον αγώνα για τον σοσιαλισμό, αλλά ελκύουν στον αγώνα αυτόν "νέα τμήματα των μικροαστικών και ημιπρολεταριακών μαζών".

Όσον αφορά το δημοκρατικό αίτημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ο Λένιν υποστηρίζει ότι "από την άποψη των οικονομικών συνθηκών του ιμπεριαλισμού -δηλαδή της εξαγωγής κεφαλαίων και της διαίρεσης του κόσμου από τις 'προχωρημένες' και 'πολιτισμένες' αποικιακές δυνάμεις - Ενωμένες Πολιτείες Ευρώπης υπό τον καπιταλισμό είτε είναι ανέφικτες είτε θα είναι αντιδραστικές". Αργότερα η νεότερη αυτή θέση του Λένιν θα χρησιμοποιηθεί ευρύτατα από τις δογματικές ηγεσίες των Κ.Κ. στην εκστρατεία κατά της ένταξης των χωρών τους στη ΕΟΚ.

Το θέμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης ξανάρχεται στην επικαιρότητα μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η Αριστερά, που την αντιπροσώπευε μια ομάδα Ιταλών κομμουνιστών και σοσιαλιστών που ο Μουσολίνι είχε εξορίσει στο νησί Ventotenne, ξαναπιάνει το νήμα από εκεί που είχε κοπεί στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ομάδα των αντιστασιακών εξορίστων, με επικεφαλής τον Αλφιέρο Σπινέλλι, εκπόνησε το 1941 το σχέδιο συντάγματος μιας Ομοσπονδιακής Ευρώπης, που θα εξασφάλιζε την υπέρβαση των εθνικών ανταγωνισμών, θα κατοχύρωνε τα δικαιώματα των εργαζομένων και θα θέσπιζε τη λαϊκή συμμετοχή, στο πλαίσιο της υλοποίησης του Ευρωπαϊκού οράματος. Είναι η αριστερή εκδοχή της ενωμένης Ευρώπης.
Αμέσως μετά τον Πόλεμο διαμορφώνεται και η εκδοχή της αντίπαλης πλευράς, που είχε διαφορετική στόχευση: Τη βαθμιαία προώθηση της διακρατικής, αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας σε επιμέρους πεδία οικονομικής δραστηριότητας, που θα υπερπηδούσε τους συνοριακούς διαχωρισμούς της Ευρώπης, συνθέτοντας το ψηφιδωτό οικονομικών οντοτήτων, οι οποίες θα μπορούσαν, στο απώτερο μέλλον, να προσλάβουν και πολιτική διάσταση. Αφετηρία της υλοποίησης της δεύτερης εκδοχής υπήρξε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, από την οποία προήλθε αργότερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Χάσμα μέγα χώριζε τις δύο εκδοχές. Η δεύτερη, που είχε την υποστήριξη ισχυρών οικονομικών κύκλων, προχώρησε με γοργά βήματα στην πραγματοποίησή της. Μέσα από διαδοχικούς μετασχηματισμούς έφτασε στην Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά (ΕΟΚ) και τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση -οργανισμό ριζικά διαφορετικό από το μόρφωμα της δημοκρατικής, προοδευτικής ομοσπονδιακής Ευρώπης, που οραματίστηκαν οι πρώτοι απόστολοι της Ευρωπαϊκής Ιδέας. Η εκδοχή της ενοποίησης που έλαβε σάρκα και οστά, εκδοχή προσηλωμένη στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου, αποτέλεσε μορφή καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, που ενσωμάτωσε στην οργάνωσή της πολιτικά και τεχνοκρατικά κυρίως στοιχεία -όργανα δοτής διοίκησης, τα μέλη των οποίων δεν εκλέγονταν αλλά διορίζονταν από τις κυβερνήσεις των κρατών τα οποία συμμετείχαν.

Η διαδικασία της συγκρότησης του ευρωπαϊκού μορφώματος έχει διεξαχθεί ερήμην των πολιτών. Το περιβόητο "δημοκρατικό έλλειμμα" της ΕΟΚ εμφανίστηκε από τότε που αυτή βρισκόταν στα σπάργανα. Έλειψε εντελώς από τον γενετικό κώδικα του νέου οργανισμού το στοιχείο της λαϊκής κυριαρχίας και της συνακόλουθης δημοκρατικής νομιμοποίησης. Το εγχείρημα έμεινε περίκλειστο σ' έναν χώρο αποκλειστικού ελέγχου τεχνοκρατών, οικονομικών παραγόντων και υψηλόβαθμων στελεχών μιας διεθνούς πολιτικής ελίτ. Απουσίασε από την πορεία του κάθε δημόσια, ανοιχτή συζήτηση και διαβούλευση. Όλα ρυθμίστηκαν με συμφωνίες ανάμεσα στις κυβερνήσεις των κρατών, κάτω από τη σκιά των επιχειρηματικών λόμπι και με την αδιαφανή "εκ του σύνεγγυς" παρακολούθηση και παρέμβαση των παραγόντων της θεοποιημένης αγοράς, που πήρε τη θέση του δήμου της ελληνικής αρχαιότητας.

Το γονιδιακό "δημοκρατικό έλλειμμα" οδήγησε στην αποστέρηση των κοινοτικών οργάνων που δημιουργούνταν, από κάθε δημοκρατική νομιμοποίηση, με την εξαίρεση του ισχνού Ευρωκοινοβουλίου, οι αρμοδιότητες του οποίου ήταν στην αρχή εξαιρετικά περιορισμένες (αλλά και αργότερα παρέμειναν στοιχειώδεις). Το νέο μόρφωμα σφραγίσθηκε από μια εγγενή αντίφαση, που του προσέδωσε μια ιστορική παραδοξότητα: Συνδύασε την ολοσχερή απουσία θεσμών λαϊκής κυριαρχίας με την τυπική, δοτή και τεχνητή νομιμοποίηση που απέρρεε από τη ρυθμιστική για τις λειτουργίες του δράση των (εκλεγμένων) κυβερνήσεων των κρατών που το συγκροτούσαν.

Την "εκ γενετής" πολιτική ελλειμματικότητα της ευρωπαϊκής ενοποίησης επεξέτεινε η σταδιακή συρρίκνωση του ελάχιστου διαθέσιμου χώρου δημοκρατικής επιλογής, προς όφελος του καθοριστικού πλέον ρόλου των μηχανισμών της αγοράς. Οι πολίτες παραμένουν αμέτοχοι στη λήψη των αποφάσεων των κοινοτικών οργάνων, που βασίζονται σε τεχνοκρατικά κριτήρια και είναι απαλλαγμένες από κάθε δημοκρατικό έλεγχο.

Τομή στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επήλθε στις αρχές της δεκαετίας του '80, με την πλήρη επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού. Η "αποπολιτικοποίηση" της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τη "γυμνή" επιβολή της ηγεμονίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που παραμερίζει τη διαμεσολάβηση της πολιτικής ελίτ για να αναλάβει άμεσα το ίδιο τα ηνία της διακυβέρνησης, χρησιμοποιώντας χαμηλού αναστήματος τεχνοκράτες (τραπεζίτες και άλλους), αποτέλεσε βαθιά ποιοτική μεταβολή της Ενωμένης Ευρώπης (ορισμένοι μιλούν, με δόση υπερβολής, για μετάλλαξή της).

Μετά την αποτυχημένη απόπειρα του "Σχεδίου Συντάγματος", που δεν είχε συνέχεια (τουλάχιστον με την αρχική του μορφή) μετά την απόρριψή του από τους Γάλλους και τους Ολλανδούς με τα δημοψηφίσματα του 2004, οι κυρίαρχες τάξεις επιδίωξαν να δώσουν καθεστωτική, καθολική ισχύ στον νεοφιλελευθερισμό, έκφραση της ηγεμονίας τους αλλά και πολιορκητικό κλοιό στην εφόρμηση των δυνάμεων του κεφαλαίου κατά των δυνάμεων της εργασίας. Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναπτύσσονται έντονες κοινωνικές συγκρούσεις που την αναδεικνύουν σε βασικό πεδίο ταξικής πάλης.

Η χρησιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ισχυρού μοχλού στην αναμέτρηση του κεφαλαίου και της εργασίας προκαλεί μαζικές αντιδράσεις στις κοινωνίες των κρατών - μελών της, οι οποίες "κατ' ευφημισμόν" αποκαλούνται συλλήβδην "ευρωσκεπτικισμός". Στην πραγματικότητα πρόκειται για δυσφορία και εχθρότητα που κλιμακώνεται φθάνοντας έως το αίτημα της εξόδου από την Ε.Ε. Αλλά η εγκατάλειψη αυτού του κρίσιμου πεδίου μάχης μόνο επιζήμια θα ήταν. Ο απομονωτισμός δεν αποτελεί απάντηση στην επιδρομή του νεοφιλελευθερισμού. Για την απόκρουσή της και την αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων στην Ευρώπη απαιτείται ενεργητική αλληλεγγύη και αγωνιστική συμπαράταξη όλων των εργαζομένων, πέρα από σύνορα.

Παρά την αντοχή που έδειξε το κράτος - έθνος, το μέλλον ανήκει στη σύγχρονη πραγματικότητα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που η δυναμική της τείνει προς την απαλλαγή από τον ασφυκτικό νάρθηκα του καπιταλισμού και προς την κοινωνική απελευθέρωση.

Η θέση των εργαζομένων της χώρας μας, η θέση του λαού μας βρίσκεται μέσα σε μια Ενωμένη Ευρώπη, με κατεύθυνση δημοκρατική, φιλειρηνική, ανοιχτή σ' έναν ορίζοντα κοινωνικής δικαιοσύνης και σεβασμού του περιβάλλοντος. Ορίζοντα υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, με προοπτική τον σοσιαλισμό, που θα συνδυάζει τη δίκαιη κατανομή του πλούτου με την ελευθερία και τη δημοκρατία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως έχει διαμορφωθεί, είναι ένα βαθύτατα συντηρητικό θεσμικό και οικονομικό οικοδόμημα, με ισχυρή θωράκιση απέναντι σε κάθε προσπάθεια μετασχηματισμού του ταξικού της χαρακτήρα.

Δεν επιδέχεται "εμβάθυνση" και "διορθωτικές" μεταρρυθμίσεις. Έχει ανάγκη από ριζική, πλήρη ανοικοδόμηση "εκ βάθρων". Όχι από μηδενική βάση με κίνδυνο το χάος, αλλά με έμπνευση από τις ιδέες της σύγχρονης Αριστεράς, με νέο σχέδιο και καινούργια υλικά, με ρήξη με τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων.

Η δημιουργία της Ε.Ε. προκάλεσε στην ιδρυτική της φάση τον διχασμό της ευρωπαϊκής Αριστεράς, που αντιμετώπισε το δίλημμα: Ένταξη ή όχι. Τα περισσότερα Κ.Κ. τάχθηκαν εναντίον της ένταξης ευθυγραμμιζόμενα με την πολιτική της ΕΣΣΔ. Τα κόμματα του ευρωκομμουνισμού, χωρίς να παραβλέπουν τον χαρακτήρα της Ε.Ε., έκριναν ότι, στις συνθήκες του διπολισμού, η ευρωπαϊκή ενοποίηση μπορούσε να συμβάλει στην αποδυνάμωσή του δημιουργώντας έναν τρίτο πόλο ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ.

Ταυτόχρονα η ενοποίηση, με την εκδίπλωση ενός εκτεταμένου, ενιαίου πεδίου ταξικής πάλης, θα μπορούσε να συμβάλει στην ενίσχυση του εργατικού κινήματος συσπειρώνοντας δυνάμεις από πολλές χώρες. Οι εξελίξεις όμως κινήθηκαν σε αντίθετη κατεύθυνση. Ο διπολισμός έφτασε στο τέλος του και η από κοινού δράση των εργαζομένων των διαφόρων χωρών δεν είχε την αναμενόμενη ανάπτυξη.

Η Ε.Ε. έγινε μέσα στα τελευταία τριάντα χρόνια βασικό όχημα για τη διάδοση του νεοφιλελευθερισμού, εργαλείο για την εφαρμογή των πολιτικών που υπηρετούν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, μοχλός για την επιβολή της λιτότητας και της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων. Η αλλαγή των συσχετισμών των δυνάμεων εργασίας και του κεφαλαίου είναι ο αναγκαίος όρος για την αλλαγή της Ευρώπης, για την μετατροπή της σημερινής Ενωμένης Ευρώπης σε Ευρώπη των λαών.

Ο αριστερός ευρωπαϊσμός, απαλλαγμένος από το παρωχημένο περιεχόμενό του της αρχικής περιόδου, αποτελεί αστείρευτη πηγή έμπνευσης και ισχυρό κίνητρο για τη ριζική αλλαγή της Ευρώπης. Οι επερχόμενες ευρωεκλογές θα αναδείξουν τη δύναμη του αριστερού ευρωπαϊσμού.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0