Μπορεί τα εγχώρια ΜΜΕ να είναι ελεγχόμενα, αλλά ευτυχώς στον πολιτισμένο κόσμο εξακολουθούν να κυκλοφορούν κάποιες ενδιαφέρουσες ειδήσεις. Τρία τέτοια θέματα προέκυψαν πρόσφατα: Το πρώτο ήταν η αποκάλυψη της Wall Street Journal ότι έγινε συνάντηση στις Βρυξέλλες για το ελληνικό πρόβλημα χωρίς να κληθεί ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών, το δεύτερο η παραίνεση του Economist προς τους δανειστές να προχωρήσουν σε κούρεμα του ελληνικού χρέους αν θέλουν να κρατήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ μακριά από την εξουσία και τρίτο το δημοσίευμα του Spiegel για τη γερμανική πρόταση παροχής πρόσθετου δανείου μεταξύ 10 και 20 δισ. ευρώ. Το τελευταίο παρουσιάστηκε από τα κυβερνητικά μέσα λίγο-πολύ σαν «δώρο», ξεχνώντας βέβαια να επισημάνουν ότι διαψεύδει περίτρανα τις φαντασιώσεις για έξοδο στις αγορές που προπαγάνδιζαν μέχρι χθες.
Οι παραπάνω ειδήσεις προφανώς αλληλοσυνδέονται καθώς αφορούν τις κυριότερες αγωνίες των δανειστών απέναντι στην Ελλάδα. Από τη μια μεριά, καταλαβαίνουν ότι πλησιάζει η κρίσιμη καμπή εφόσον η καταβολή των δόσεων τελειώνει το καλοκαίρι και πρέπει να ληφθούν αποφάσεις. Από την άλλη, είναι δύσκολο να ληφθεί απόφαση με τη δεδομένη πολιτική αβεβαιότητα αφού οποιαδήποτε συμφωνία κι αν γίνει με την παρούσα κυβέρνηση κατά πάσα πιθανότητα δεν θα αναγνωριστεί ως δέσμευση από την επόμενη. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα διπλό πρόβλημα: αφενός, δεν έχουν κάποιο αξιόπιστο σχέδιο για το τι θα κάνουν, αφετέρου, δεν έχουν κάποιον συνομιλητή για να συνεννοηθούν μαζί του.
Προς το παρόν, όπως δείχνει και η πρόταση για παροχή πρόσθετου δανείου, δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν εκτός από το να αγοράζουν χρόνο. Όμως ο χρόνος έχει κοστίσει πάνω από 200 δισ. μέχρι τώρα και το μόνο που έχει αφήσει είναι ένα αναιμικό πρωτογενές πλεόνασμα πάνω στα συντρίμμια της ελληνικής οικονομίας. Φυσικά αυτό δεν τους ανησυχεί τόσο πολύ. Άλλωστε, όπως ομολογούν, η «διάσωση» δεν αφορούσε την Ελλάδα καθαυτή αλλά τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Εφόσον πιστεύουν -τουλάχιστον έτσι δηλώνουν- ότι τα χειρότερα πέρασαν, πλέον ο μεγάλος φόβος τους δεν είναι οικονομικός, αλλά πολιτικός. Όσο πλησιάζουν οι εκλογές πλησιάζει και η ώρα που το πειθήνιο και διεφθαρμένο πολιτικό προσωπικό, που είχαν συνηθίσει, θα εξαφανιστεί από τον χάρτη δίνοντας τη θέση του σε μια αριστερή κυβέρνηση. Αυτό θα στείλει επικίνδυνα μηνύματα σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο αμφισβητώντας ευθέως τη γερμανική ηγεμονία και απειλώντας να μεταδώσει την «αριστερή ασθένεια» και σε άλλες χώρες. O ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί τη μεγάλη ελπίδα της ευρωπαϊκής Αριστεράς ακριβώς γιατί συνιστά τη σοβαρότερη απειλή ενάντια στη λιτότητα της Ευρωζώνης. Εξάλλου, αυτή την εποχή είναι μια από τις μεγάλες πολιτικές "αβεβαιότητες" σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αν όχι παγκόσμιο.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, οι Ευρωπαίοι και λοιποί ενδιαφερόμενοι θα αντιμετωπίσουν ένα κρίσιμο δίλημμα. Από τη μια, μπορούν να το πάρουν απόφαση ότι η Ελλάδα δεν είναι πλέον η ευρωπαϊκή μπανανία που γνώρισαν και αγάπησαν και θα πρέπει από εδώ και πέρα να συνδιαλέγονται με διαφορετικούς όρους. Αυτό βέβαια ισοδυναμεί με -έστω έμμεση- ομολογία της αποτυχίας της πολιτικής τους, αλλά θα το ξεπεράσουν. Από την άλλη, μπορούν να κρατήσουν εχθρική στάση υπονομεύοντας την αριστερή κυβέρνηση και προσφέροντας εκ των πραγμάτων σανίδα σωτηρίας στο υπό κατάρρευση πολιτικό προσωπικό. Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να εξηγήσουν στους δικούς τους πολίτες γιατί διακινδυνεύουν μια σοβαρή επιδείνωση της ευρωπαϊκής κρίσης μόνο και μόνο για να προστατεύσουν κάποιους παρακμιακούς μαφιόζους.
* Ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης διδάσκει στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης