Αδιαφανείς διαπραγματεύσεις, τυφλές περικοπές, έκρηξη της ανεργίας και αδιαφορία για τις αναπτυξιακές προοπτικές διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωκοινοβουλίου στο προσχέδιο της έκθεσής της για τον ρόλο της τρόικας στην εφαρμογή των προγραμμάτων διάσωσης σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρο.
Μετά τον αντιπρόεδρο της Κομισιόν, Όλι Ρεν, που κατέθεσε στην επιτροπή το βράδυ της Δευτέρας και τον πρώην πρόεδρο της ΕΚΤ, Ζαν Κλοντ Τρισέ, που κατέθεσε χθες, οι ακροάσεις θα συνεχιστούν σήμερα με τη συμμετοχή του διευθυντή του Ταμείου Διάσωσης της Ευρωζώνης, Κλάους Ρέγκλινγκ. Η έκθεση θα κατατεθεί την ερχόμενη Πέμπτη στην Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωκοινοβουλίου.
Στο προσχέδιο της έκθεσης, οι δύο εισηγητές, Οτμαρ Κάρας και Λίεμ Χοάνγκ Νγκοκ, καταγράφουν το ιστορικό της προσφυγής των τεσσάρων χωρών στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης και εξετάζουν τις επιπτώσεις των Μνημονίων που επιβλήθηκαν από τους δανειστές.
Το πρώτο βασικό συμπέρασμα των δύο ευρωβουλευτών είναι ότι η Ε.Ε. και άλλοι διεθνείς οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ, βρέθηκαν απροετοίμαστοι για μια κρίση χρέους μεγάλης εμβέλειας στο πλαίσιο μιας νομισματικής ένωσης. Στη συνέχεια όμως κάνουν λόγο για έλλειψη διαφάνειας στις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν των Μνημονίων, ενώ διατυπώνουν αμφιβολίες για το κατά πόσον τα επίσημα έγγραφα κοινοποιούνταν με σαφήνεια και εγκαίρως στα εθνικά κοινοβούλια και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Στέκονται επίσης στο γεγονός ότι οι συστάσεις που περιλαμβάνονται στα Μνημόνια βρίσκονται σε απόκλιση από τη στρατηγική της Λισσαβώνας και των στόχων του προγράμματος "Ευρώπη 2020" και αποδοκιμάζουν ευθέως την κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων που επιβάλονται στα συστήματα υγείας των μνημονιακών χωρών καθώς και το γεγονός ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και τις ευρωπαϊκές συνθήκες.
Στο στόχαστρο των εισηγητών μπαίνουν και οι υπερβολικά αισιόδοξες εκτιμήσεις της τρόικας για την οικονομική ανάπτυξη στις μνημονιακές χώρες καθώς και για το γεγονός ότι τα προγράμματα οδήγησαν σε αύξηση και όχι σε μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Οι ευρωβουλευτές υπενθυμίζουν μάλιστα ότι το ΔΝΤ παραδέχτηκε πως προέβη σε υποτίμηση του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή στις προβλέψεις του σχετικά με την ανάπτυξη πριν από τον Οκτώβριο του 2012.
Οι δύο εισηγητές κρίνουν εξάλλου ότι δόθηκε ελάχιστη προσοχή στις αρνητικές επιπτώσεις των στρατηγικών προσαρμογής και καταγράφουν χαρακτηριστικά την παραδοχή του πρόεδρου του Εurogroup, ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ότι ενέκρινε τις συστάσεις της τρόικας χωρίς να λάβει υπόψη τις επιμέρους πολιτικές επιπτώσεις. Σε ό,τι αφορά, τέλος, τη θεσμική διάσταση και τη δημοκρατική νομιμοποίηση της τρόικας, οι εισηγητές χαρακτηρίζουν την αποστολή της "ασαφή και μη διαφανή" προσθέτοντας πως δεν υπήρχε κατάλληλη νομική βάση για τη σύστασή της με βάση το ευρωπαϊκό δίκαιο.