Με την ακρίβεια να καλπάζει (ετήσιο 5% και 50% πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε.), τις αναθυμιάσεις νέων (πολεοδομίες, υπόθεση Αβραμόπουλου, e-mail Ασημακοπούλου) και παλαιών σκανδάλων να δηλητηριάζουν την πολιτική ζωή και τις εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά (τα δώρα Τραμπ στον Ερντογάν) να φαντάζουν δυσοίωνες, το Μέγαρο Μαξίμου βρίσκεται αντιμέτωπο με το εφιαλτικό γι’ αυτούς σενάριο να πέσει κάτω από το 25% στις εκλογές, όποτε και αν τις κάνει, και να ανοίξει ο ασκός του Αιόλου των πολιτικών και εσωκομματικών εξελίξεων.
Το σενάριο έβαλε στη δημόσια συζήτηση ένας δικός τους δημοσκόπος (πιο δικός τους δεν γίνεται) ο Ανδρέας Δρυμιώτης, συνδέοντάς το μάλιστα με το ενδεχόμενο να παραπεμφθεί στο Ειδικό Δικαστήριο ο Κυριάκος Μητσοτάκης για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Εν ολίγοις ότι αν η Ν.Δ. πέσει κάτω από 25%, θα εκλέξει 75 βουλευτές και οι αντίπαλοι του Μητσοτάκη θα έχουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να τον παραπέμψουν.
Υπό την απειλή διώξεων
Το αν θα υπάρχει από μία επόμενη κυβέρνηση διερεύνηση των δύσοσμων υποθέσεων -όχι μόνο των υποκλοπών αλλά και οικονομικών σκανδάλων- είναι ένα ανοιχτό ερώτημα. Δίχως αναφορά σε Ειδικό Δικαστήριο το έχει υπαινιχθεί σε δηλώσεις του ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Υπάρχουν δύο βασικά επιχειρήματα υπέρ της αναδρομικής λογοδοσίας. Ότι αν δεν υπάρξει, τότε θα αποτελέσει προηγούμενο για όλες τις επόμενες κυβερνήσεις με κίνδυνο να παγιωθούν οι αντιδημοκρατικές και αντιθεσμικές τακτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Το δεύτερο είναι οικονομικού περιεχομένου. Με την οικονομική κατάσταση της χώρας να επιδεινώνεται τα επόμενα χρόνια (είναι αποκαλυπτικές οι προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου 2026-2029), η όποια επόμενη κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει δυσκολίες. Η απόδοση ευθυνών στους πραγματικά υπαίτιους προβάλλει ως απαραίτητη συνθήκη προκειμένου να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις που αναπόφευκτα θα υπάρξουν. Στην πορεία προς τις εκλογές το ζήτημα θα επανέλθει και οι διεκδικητές της εξουσίας, είτε από δεξιά είτε από αριστερά, θα κληθούν να πάρουν θέση. Το ενδεχόμενο σε μία κυβέρνηση συνεργασίας να μετέχει και η Ν.Δ., χωρίς τον Μητσοτάκη βέβαια, μπλέκει περισσότερο τα πράγματα.
Καθώς τα περί αυτοδυναμίας και 30% είναι δημοσκοπικά ανέκδοτα, η Ν.Δ. δίνει μάχη να κρατηθεί πάνω από το 25% και ιδανικά να πιάσει το ποσοστό των ευρωεκλογών. Εν πολλοίς θα εξαρτηθεί από τον αστάθμητο παράγοντα της αποχής και από το προαναγγελθέν κόμμα Σαμαρά. Εφόσον το πετύχει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αν και σημαντικά αποδυναμωμένος, διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων και ελέγχει τη διαδικασία στο εσωτερικό του κόμματός του, σε συνάφεια με τις διεργασίες και τις αναζητήσεις για σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας την επομένη των εκλογών.
Αν πέσει κάτω από το 25%, τότε ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα δεχθεί έντονη πίεση τόσο από το εσωτερικό της Ν.Δ. όσο και από τους άλλους πολιτικούς και επιχειρηματικούς παίκτες προκειμένου να αποχωρήσει ώστε να ανοίξει ο δρόμος για τον σχηματισμό κυβέρνησης - αφού κανείς από τα παλιά και νέα κόμματα δεν συνεργάζεται μαζί του.
Ο νέος διπολισμός
Παράλληλα, τείνει να διαμορφωθεί η εντύπωση ενός νέου διπολισμού με την άνοδο της ΕΛ.Α.Σ του Αλέξη Τσίπρα. Δημοσκοπικά πάντα η ΕΛ.Α.Σ παγιώνεται στη δεύτερη θέση αφήνοντας πίσω το ΠΑΣΟΚ και ξεκαθαρίζει το τοπίο στην ευρύτερη Κεντροαριστερά. Το ερώτημα είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει και αν μπορεί να απειλήσει τη Ν.Δ. Ήδη οι μετρήσεις και οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι αγγίζει το 17%-18% αλλά εξακολουθεί να διατηρεί ανοδική τάση. Το σημαντικότερο που της δίνουν οι μετρήσεις είναι ότι η διαφορά με τη Ν.Δ. είναι πια μονοψήφια.
Ο Αλέξης Τσίπρας ξεκαθάρισε τις θέσεις του με την πρόσφατη συνέντευξή του: Δεν συνεργάζεται πριν από τις εκλογές με κανέναν, όποιος θέλει προσχωρεί. Και αν είναι βουλευτής, πρώτα αφήνει την έδρα του. Επιπλέον είπε ότι στόχος είναι η νίκη στις εκλογές, ακόμη και αν χρειαστούν δεύτερες κάλπες. Βγάζει έτσι την ΕΛ.Α.Σ από την εξίσωση του σχηματισμού μίας κυβέρνησης συνεργασίας, αν δεν είναι εκείνος πρώτος. Κάπως έτσι πετάει το μπαλάκι στο ΠΑΣΟΚ που δέχεται διπλή πλέον πίεση.
Το Μέγαρο Μαξίμου καλλιεργεί για δικούς του λόγους τον νέο διπολισμό. Προβάλλει τον «κίνδυνο Τσίπρα» όχι μόνο για να συσπειρώσει τους δικούς της ψηφοφόρους αλλά εξίσου για να απευθυνθεί στο «νεοφιλελέ» κοινό του ΠΑΣΟΚ. Σε ένα ακραίο σενάριο που διαχέουν κάποιοι δημοσκόποι οι «αντι-Τσίπρα» ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ μπορεί να αρχίσουν να το εγκαταλείπουν πριν από τις εκλογές προς τη Ν.Δ. (ενώ οι αριστερόστροφοι προς την ΕΛ.Α.Σ.), καθηλώνοντάς το σε μονοψήφια ποσοστά και ενισχύοντας τις φυγόκεντρες και διασπαστικές τάσεις. Σε ένα εναλλακτικό σενάριο μετά το προσωρινό φούσκωμα της ΕΛ.ΑΣ. θα την εμφανίσουν να υποχωρεί και να δίνει ξανά μάχη με το ΠΑΣΟΚ. Και στα δύο σενάρια θα εμφανίσουν τη Ν.Δ. να ενισχύεται και να στοχεύει στο 30%. Το Μέγαρο Μαξίμου εκτιμά ότι η δυναμική της ΕΛ.Α.Σ είναι περιορισμένη και σε κάθε περίπτωση κάτω από το 20%. Δεν λαμβάνει όμως υπόψη, ακόμη και για ψυχολογικούς λόγους, την ένταση του αιτήματος απαλλαγής από το καθεστώς Μητσοτάκη που κερδίζει έδαφος στην κοινωνική συνείδηση.
Αστάθμητος παράγοντας
Ακόμα ένας αστάθμητος παράγοντας είναι το προαναγγελθέν κόμμα Σαμαρά. Ο πρώην πρωθυπουργός επιδιώκει να γίνει «game changer» και να επανατοποθετήσει την ατζέντα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Μπαίνει έστω και έμμεσα στο εσωκομματικό παιχνίδι στη Ν.Δ., αυξάνοντας την πίεση για αποχώρηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για αποκατάσταση της ενότητας της παράταξης μαζί με τη διατήρηση της εξουσίας. Από την άλλη, όσο καθυστερεί τόσο κινδυνεύει να βρεθεί απέναντι σε μία διαμορφωμένη νέα κατάσταση που θα προσδιορίζεται από το δίπολο Ν.Δ.-Μητσοτάκης και ΕΛ.Α.Σ.-Τσίπρας.
