Η εικόνα λίγο έως πολύ έχει ως εξής: Δεκέμβριος, λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Κάπου κοντά στις 19 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο οι μαθητές βρίσκονταν κουκουλωμένοι με τα βαριά μπουφάν τους στα ξύλινα καθίσματα της σχολικής αίθουσας. Οι αγκώνες μετά βίας ακουμπούσαν τα θρανία που γλιστρούσαν από τις αναπνοές των παιδιών και τα δυο μικρά τους δάχτυλα ίσα που ξεχώριζαν από τα κομμένα γάντια κρατώντας το μολύβι.
Περίπου τη δεύτερη ώρα του μαθήματος, λίγο μετά τις 9, κάθε χρόνο την ίδια ώρα άρχιζαν να τρίζουν τα τζάμια του σχολείου.
Οι δάσκαλοι συνιστούσαν ηρεμία αλλά κανένας από τους μαθητές δεν φοβόταν τον βόμβο που ερχόταν από το φουγάρο.
Κάθε χρόνο το εργοστάσιο της Ηλεκτρικής στο Κερατσίνι, εκείνο που οι Ναζί προσπάθησαν να παγιδεύσουν με εκρηκτικά μια μέρα μετά την αποχώρησή τους από την Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 1944 και έγινε η μάχη της Ηλεκτρικής, έμπαινε σε λειτουργία.
Μαύρος καπνός γέμιζε τις αυλές των σχολείων και λίγο αργότερα εκείνος ο μαύρος καπνός γινόταν ένα με το κίτρινο σύννεφο από το εργοστάσιο Λιπασμάτων της Δραπετσώνας.
Το πετρέλαιο συναντούσε το θειάφι· ένας κακός, επιβλαβής και επικίνδυνος συνδυασμός για την ανθρώπινη υγεία. Οι μετρητές περιβαλλοντικής ρύπανσης που ήταν εγκατεστημένοι σε κεντρικά σημεία της πόλης με τα κόκκινα ηλεκτρονικά γράμματα άρχιζαν να ανεβάζουν τις μετρήσεις τους μέχρι τα όρια που προέβλεπε ο νομοθέτης.
Εκείνο το εργοστάσιο της ΔΕΗ με την ψηλή καμινάδα που φαίνεται από παντού, όπως η Ακρόπολη, έμπαινε μπροστά για τη λεγόμενη λειτουργία συντήρησης.
Και κατά μία έννοια ήταν η Ακρόπολη για τις φτωχογειτονιές του Πειραιά. Ο 2ος Λόχος του ΕΛΑΣ, του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, είχε πολεμήσει τους Γερμανούς για να αποτρέψει την καταστροφή μιας υποδομής καίριας σημασίας για την επιβίωση της πρωτεύουσας. Οι αγωνιστές της Αντίστασης, που ήταν ακόμα νέοι άνθρωποι, έβλεπαν με καμάρι το σύμβολο αντίστασης και αγώνα να φωτίζει ξανά, έστω και δοκιμαστικά. Κοίτα, έλεγαν με καμάρι, καπνίζει ακόμα, κλείνοντας έτσι κάθε σκέψη για παράπονα από τις νοικοκυρές που έπρεπε να ξαναπλύνουν τα ασπρόρουχα.
Η ΔΕΗ μαζί με το μαζούτ της εκτός από ρυπογόνα ήταν και ζωογόνος, αλλά και τόπος θυσίας. Ενέπνεε.
Μετά την πρώτη ενεργειακή κρίση όμως, η παραγωγή ρεύματος για την πρωτεύουσα γινόταν από τα εργοστάσια λιγνίτη στη Μεγαλόπολη και το δίκτυο ενισχυόταν και από την Πτολεμαΐδα. Λιγνίτης ήταν το καύσιμο που αντικατέστησε τότε, τη δεκαετία του 1970, το μαζούτ γιατί ήταν ακριβό και ο ελληνικός λιγνίτης άφθονος και δικός μας. Δωρεάν.
Το εργοστάσιο όμως έστεκε εκεί ως μονάδα ενεργειακής ασφάλειας διότι, όπως έλεγε τότε η ΔΕΗ, οι εφεδρείες του συστήματος εξασφαλίζουν τη σταθερότητα και την αυτάρκεια.
Βέβαια, τότε η χώρα μας ήταν περίκλειστη από το Ανατολικό μπλοκ και οι εισαγωγές ήταν περιορισμένες ή ανύπαρκτες. Σήμερα όμως είναι μία άλλη εποχή.
Σήμερα η ΔΕΗ είναι πρακτικά ιδιωτική και λειτουργεί με γνώμονα τα κέρδη. Σε βαθμό μάλιστα που αυτή είναι και μία από τις αιτίες που οι τιμές του ηλεκτρικού είναι τόσο ακριβές στη χώρα μας.
Ειδικά από την εποχή που η ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας ανταλλάχθηκε από την ενεργειακή εξάρτηση από τις ξένες πρώτες ύλες, όπως το φυσικό αέριο και το αμερικανικό LNG.
Και κάπως έτσι φτάσαμε στα εκρηκτικά που τοποθέτησε η ελληνική κυβέρνηση στην άλλη ενεργειακή μας υποδομή, στην Πτολεμαΐδα.
Ίσως για να αποδείξει ότι το εννοεί όταν λέει πως η επένδυση των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων στο φυσικό αέριο δεν θα χάσει τη δυναμική της ή ότι, όπως και να έχουν τα πράγματα στο μέλλον, η χώρα δεν θα είναι ποτέ πια αυτάρκης και ισχυρή αλλά εξαρτώμενη και υποτελής.
Ότι περάσαμε δηλαδή σε μια άλλη εποχή, που οι θυσίες του ελληνικού λαού, όσο ηρωικές ή αναγκαίες και αν ήταν, έχουν πάψει να έχουν την ίδια σημασία.
