«Πολιτική πρόταση ευθύνης απέναντι στην κοινωνία» με στόχο τη «συγκρότηση ενός ισχυρού προοδευτικού μετώπου» χαρακτηρίζει την πρόσφατη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. ο Χάρης Μαμουλάκης.
Ο βουλευτής παραθέτει το συνεκτικό σχέδιο του κόμματος για τη μείωση του κόστους ζωής, στον αντίποδα των «πρόσκαιρων μέτρων επικοινωνιακού χαρακτήρα» της κυβέρνησης. Και επισημαίνει ότι «η Αριστερά οφείλει να επαναφέρει στο προσκήνιο το αίτημα της δίκαιης αναδιανομής, με τεκμηριωμένες και κοστολογημένες προτάσεις».
Εκτιμάτε ότι ο οδικός χάρτης που εκπόνησε η Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. μπορεί να οδηγήσει στην εκλογική συμπόρευση των προοδευτικών δυνάμεων ή ανησυχείτε ότι το κόμμα κινδυνεύει να βρεθεί σε αδιέξοδο, αν η πλευρά της ΕΛ.Α.Σ. δεν ανταποκριθεί;
Ο οδικός χάρτης που ενέκρινε η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. δεν αποτελεί μια επικοινωνιακή πρωτοβουλία, αλλά μια πολιτική πρόταση ευθύνης απέναντι στην κοινωνία. Στόχος πρέπει να είναι η συγκρότηση ενός ισχυρού προοδευτικού μετώπου που θα μπορέσει να δώσει αξιόπιστη εναλλακτική απέναντι στις πολιτικές της Νέας Δημοκρατίας. Η κοινωνία ζητά συνεργασίες, συνεννόηση και προγραμματικές συγκλίσεις· όχι περιχαρακώσεις και μικροκομματικούς υπολογισμούς.
Ασφαλώς, η επιτυχία μιας τέτοιας προσπάθειας προϋποθέτει ανταπόκριση από όλες τις προοδευτικές δυνάμεις. Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. δεν μπορεί να παραμένει σε παθητική στάση. Οφείλει να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις και να δημιουργεί όρους πολιτικού διαλόγου. Η αδράνεια θα ήταν πραγματικό αδιέξοδο.
Με τα νέα μέτρα που ψήφισε την περασμένη Τετάρτη η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ενισχύει το εισόδημα των πολιτών, μειώνει το κόστος ζωής, αυξάνει τον αριθμό των διαθέσιμων κατοικιών και αντιμετωπίζει το ιδιωτικό χρέος. Τι απαντάει και τι αντιπροτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.;
Η κυβέρνηση επιχειρεί -για πολλοστή φορά- να παρουσιάσει ως ολοκληρωμένη κοινωνική πολιτική μια σειρά αποσπασματικών παρεμβάσεων που δεν αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες της ακρίβειας, της στεγαστικής κρίσης και της υπερχρέωσης των νοικοκυριών. Οι πολίτες συνεχίζουν να βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να συρρικνώνεται, ενώ η Ελλάδα παραμένει στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης ως προς το κόστος στέγασης σε σχέση με τους μισθούς.
Απαιτείται ένα συνεκτικό σχέδιο μείωσης του κόστους ζωής. Άμεσης μείωσης του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά, ουσιαστικής παρέμβασης στην αγορά ενέργειας, ενίσχυσης των ελεγκτικών μηχανισμών απέναντι στα φαινόμενα αισχροκέρδειας και ένα ισχυρό πρόγραμμα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας. Παράλληλα, είναι αναγκαίες αποτελεσματικές ρυθμίσεις για το ιδιωτικό χρέος, με προστασία των ευάλωτων δανειοληπτών και πραγματική δεύτερη ευκαιρία για νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις που επίσης πλήττονται. Η κοινωνία μας χρειάζεται μόνιμες και αποτελεσματικές λύσεις, αντί για πρόσκαιρα μέτρα επικοινωνιακού -και μόνο- χαρακτήρα.
Ζητάτε διαρκώς τη μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά. Η κυβέρνηση χαρακτηρίζει το μέτρο αναποτελεσματικό. Τελικά, είναι σίγουρο ότι οι μειώσεις θα «περάσουν» στους καταναλωτές;
Η συζήτηση για τη μείωση του ΦΠΑ δεν μπορεί να γίνεται αποκομμένα από τη συνολική λειτουργία της αγοράς. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόστηκαν μειώσεις έμμεσων φόρων ως μέτρο αντιμετώπισης της ακρίβειας, με θετικά αποτελέσματα όταν συνοδεύτηκαν από ισχυρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς. Η μείωση του ΦΠΑ μπορεί να μην είναι η μία και μοναδική λύση, σίγουρα όμως είναι ένα αναγκαίο και ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας από την πλευρά της επικαλείται τον κίνδυνο να μην μετακυλιστεί το τελικό όφελος στους καταναλωτές. Αν αυτό είναι πράγματι το πρόβλημα, τότε η απάντηση δεν είναι να διατηρείς υψηλούς φόρους, αλλά να ενισχύεις τους ελέγχους και τη διαφάνεια στην αγορά. Δεν μπορεί το κράτος να εισπράττει υπερπλεονάσματα από την ακρίβεια και ταυτόχρονα να δηλώνει ανήμπορο να ελέγξει τις πρακτικές κερδοσκοπίας. Ή, αν προτιμάτε, δεν γίνεται η κοινωνία να πληρώνει την ανικανότητα ή ακόμα και την αδιαφορία της κεντρικής διοίκησης. Η μείωση του ΦΠΑ, σε συνδυασμό με αυστηρή εποπτεία της αγοράς, μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στα νοικοκυριά. Όποιος το αρνείται, απλά εθελοτυφλεί.
Σε κάθε πρόταση της αντιπολίτευσης, η κυβερνητική πλευρά προβάλλει το επιχείρημα της δημοσιονομικής αδυναμίας. Υπάρχουν σήμερα τα περιθώρια για ουσιαστικές παρεμβάσεις προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας; Μπορεί η Αριστερά να καταστήσει ηγεμονικό το αίτημα για αναδιανομή του πλούτου, αποκρούοντας τις κατηγορίες περί «λαϊκισμού»;
Πράγματι, η κυβέρνηση επικαλείται συστηματικά τη δημοσιονομική στενότητα όταν καλείται να στηρίξει τους πολλούς. Όμως, δεν δείχνει την ίδια επιφυλακτικότητα όταν πρόκειται για πολιτικές που ευνοούν συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα. Συγκεκριμένα ΑΦΜ. Η πραγματικότητα είναι ότι η ελληνική οικονομία εμφανίζει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και σημαντικά φορολογικά έσοδα, μεγάλο μέρος των οποίων προέρχεται από την υπερφορολόγηση μέσω έμμεσων φόρων. Αυτό είναι γεγονός, είναι αριθμοί και δεν αμφισβητούνται. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχουν πόροι, αλλά πώς κατανέμονται αυτοί οι πόροι. Ποια είναι η πολιτική βούληση και η κατεύθυνση που δίνεται από την κυβέρνηση.
Η Αριστερά οφείλει να επαναφέρει στο προσκήνιο το αίτημα της δίκαιης αναδιανομής με τεκμηριωμένες και κοστολογημένες προτάσεις. Η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, η στήριξη της εργασίας, η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης και του δημογραφικού, όπως και οι πολιτικές για μείωση των ανισοτήτων, σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν λαϊκισμό. Αντίθετα, αποτελούν προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή. Η πραγματική οικονομική υπευθυνότητα δεν μετριέται μόνο με τους αριθμούς των πλεονασμάτων, αλλά και με το πώς βελτιώνεται η καθημερινότητα των πολιτών.
