Αν και ο αγροδιατροφικός τομέας της Ελλάδας και της Ε.Ε. αποτελεί το βασικό σημείο τριβής και την αιχμή ως προς την αμφισβητούμενη εμπορική συμφωνία με την Κοινή Αγορά του Νότου, την περίφημη Mercosur, μάλλον παραλείπεται ότι οι τομείς που θα έχουν σημαντικά οφέλη αφορούν ένα εύρος βιομηχανιών, κυρίως του ευρωπαϊκού Βορρά, υπηρεσίες, αλλά και τον τομέα των μεταφορών, την εμπορική ναυτιλία σε σχέση με τη χώρα μας.
Σε επίπεδο εξαγωγών θα ενισχυθούν οι βιομηχανίες των αυτοκινήτων και των ανταλλακτικών τους, των μηχανημάτων, των χημικών και φαρμακευτικών προϊόντων, κάποιων υπηρεσιών, ενώ η εισαγωγή κρίσιμων πρώτων υλών (π.χ., λίθιο από την Αργεντινή) και παραγώγων τους θα διευκολύνει και άλλους επιχειρηματικούς τομείς στο πλαίσιο της «πράσινης και ψηφιακής μετάβασης» της Ε.Ε.
Σε αντάλλαγμα οι χώρες της Mercosur θα επωφεληθούν ιδίως στον αγροδιατροφικό κλάδο, δημιουργώντας μεγαλύτερες διεξόδους στην ευρωπαϊκή αγορά για τη μεγάλη αγροτική-κτηνοτροφική παραγωγή τους, συμπεριλαμβανομένου του βόειου κρέατος, των πουλερικών, της σόγιας, της ζάχαρης/αιθανόλης, των σιτηρών, του καφέ κ.ά. Είναι χαρακτηριστικό ότι παλαιότερα συχνά τη χαρακτήριζαν ως συμφωνία «αυτοκινητων για βοδινό κρέας».
Δεν είναι τυχαίο δε ότι αν και, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, η πρόταση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ήταν να συνταχθεί η χώρα μας με τη Γαλλία, και μάλιστα φέρεται να υπάρχει σχετική έκθεση που κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία θα πλήξει την εγχώρια αγροτική παραγωγή, εντούτοις το Μαξίμου αποφάσισε να υπερψηφίσει την έγκριση της συμφωνίας έχοντας μάλλον κατά νου τη στήριξη άλλων συμφερόντων. Φαίνεται πως υπερίσχυσε η στήριξη της εμπορικής ναυτιλίας, καθώς ανοίγει μια νέα αγορά για τις μεταφορές μεταξύ των δύο ηπείρων με κερδισμένους τους εφοπλιστές.
Την ίδια στιγμή η συμφωνία προκαλεί αντιπαραθέσεις και σε άλλα επίπεδα, καθώς:
- υπάρχει έλλειψη δημοκρατίας και διαφάνειας με διαπραγματεύσεις 20 και πλέον ετών «κεκλεισμένων των θυρών» χωρίς δημόσια συμμετοχή και εποπτεία,
- υπονομεύει την προστασία του περιβάλλοντος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς επιδεινώνει τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανισότητες (χαμηλότερα επίπεδα μισθών και συνθηκών εργασίας, υγειονομικών και περιβαλλοντικών προτύπων) και θα οδηγήσει στην παράνομη αποψίλωση των δασών και στη μείωση της βιοποικιλότητας, στην έλλειψη προστασίας του Αμαζονίου, στα δικαιώματα αυτόχθονων πληθυσμών κ.λπ.
Οι αριθμοί και το deal
Αν και η κυβέρνηση μιλά διαρκώς για αξία εξαγωγών σήμερα προς τη Mercosur μόλις περίπου 34 εκατ. στον αγροδιατροφικό τομέα, η αλήθεια είναι ότι το συνολικό εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ Ελλάδας και Mercosur ανέρχεται σε 2,6 δισ., με τις εξαγωγές υπηρεσιών να ανέρχονται σε 1,6 δισ. (στοιχεία Κομισιόν).
Σε 81,6 εκατ. διαμορφώνεται συνολικά η αξία των ελληνικών εξαγωγών (2024) σε: ορυκτά καύσιμα και έλαια, σίδηρο χάλυβα και μεταλλικά προϊόντα, μηχανήματα και ηλεκτρικές συσκευές, φρούτα και ξηρούς καρπούς και χημικά-φαρμακευτικά προϊόντα. Στους τομείς των ορυκτών καυσίμων-ελαίων, των φρούτων και ξηρών καρπών και των χημικών-φαρμακευτικών οι δασμοί που επιβαρύνουν τα τρέχοντα τιμολόγια με 20%, 10% και 14%-18% αντίστοιχα, με τη συμφωνία θα μηδενιστούν, ενώ στα υπόλοιπα προϊόντα θα καταργηθούν σταδιακά στις περισσότερες περιπτώσεις. Στα αγροδιατροφικά προϊόντα η αξία των εξαγωγών ανέρχεται σε 34,3 εκατ. με δασμούς στα τρέχοντα τιμολόγια από 27% έως 55%, οι οποίοι με τη συμφωνία θα μειωθούν σημαντικά έως και στο 0 σε ορισμένα προϊόντα. Γενικά, η εμπορική συμφωνία προβλέπει την κατάργηση ή τη μείωση του 93% των υπαρχόντων δασμών που για τα κρέατα, π.χ., σήμερα φτάνουν στο 63% και για τα ποτά στο 35%.
Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν 103 επιχειρήσεις που εξάγουν στις χώρες της Mercosur, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός επιχειρήσεων σε Ολλανδία, Γερμανία και Ισπανία (υπέρ της συμφωνίας) ξεπερνά τις 3.000.
Όμως παράλληλα στη χώρα μας οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων, τροφίμων και ποτών από τη Mercosur ανήλθαν στα 452 εκατ. ευρώ, έναντι των 34,5 εκατ. σε εξαγωγές (ΕΛΣΤΑΤ 2024), δηλαδή εισάγουμε προϊόντα υπερδεκαπλάσιας αξίας σε σχέση με ό,τι εξάγουμε (αναλογία 1 προς 13). Ειδικοί κρούουν καμπανάκι για το εμπορικό ισοζύγιο στη χώρα μας, το οποίο για αγροτικά προϊόντα, τρόφιμα-ποτά τους 7 πρώτους μήνες του 2025 ήταν ήδη ελλειμματικό κατά 0,5 δισ.
Επιζήμια για τον πρωτογενή τομέα και τους καταναλωτές
Από τις χώρες της Mercosur η Ελλάδα εισάγει κυρίως σόγια, καφέ, μπανάνες και λεμόνια, ενώ το επιχείρημα της κυβέρνησης υπέρ της συμφωνίας είναι ότι ανοίγει μια νέα αγορά τουλάχιστον 270 εκατομμυρίων ανθρώπων στην οποία θα εξάγονται ελληνικά ποιοτικά προϊόντα (όπως ΠΟΠ φέτα, ελαιόλαδο κ.λπ.), υπέρ των αγροτών και των μικρομεσαίων κυρίως μεταποιητικών επιχειρήσεων.
Ωστόσο, οι πρακτικές παραγωγής των αγροτικών προϊόντων στη Mercosur διαφέρουν σημαντικά από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές-ελληνικές, οδηγώντας σε πολύ χαμηλό κόστος παραγωγής και αντίστοιχα χαμηλότερες τιμές στα προϊόντα, πολλά εκ των οποίων συγχρόνως είναι και αμφιβόλου ποιότητας, κάτι που συνδέεται όχι μόνο με αθέμιτο ανταγωνισμό έναντι της εγχώριας παραγωγής αλλά και με την προστασία των καταναλωτών, που είναι και οι τελικοί αποδέκτες.
Στα βασικά χαρακτηριστικά των διαφόρων μεθόδων της Mercosur είναι η λεγόμενη «υιοθεσία γης» από μεγάλες εταιρείες που αγοράζουν τη γη και προχωρούν σε καθετοποιημένη παραγωγή (60% της γεωργικής γης στη Βολιβία, 35% στην Παραγουάη ανήκουν σε εταιρείες), παιδική εργασία, αποψίλωση δασών για δημιουργία νέας γεωργικής γης στον Αμαζόνιο και αλλού, ενώ είναι χαρακτηριστική η ευρεία χρήση φυτοφαρμάκων που απαγορεύονται στην Ε.Ε. Οι εκτάσεις με «μεταλλαγμένα» φυτά αποτελούν το 47% του συνόλου παγκοσμίως, η ενθάρρυνση εξαγωγής ευρωπαϊκών τοξικών αγροχημικών, με πολλά μη εγκεκριμένα εντός Ε.Ε., η οποία τελικά θα τα επανεισάγει ως υπολείμματα σε τρόφιμα.
Αν και δεν πήρε έκταση, αναφέρουμε χαρακτηριστικά ένα «διατροφικό σκάνδαλο» που προέκυψε τον Νοέμβριο 2024, όταν έλεγχος της Κομισιόν αποκάλυψε ότι οι Αρχές της Βραζιλίας δεν ήταν σε θέση να εγγυηθούν ότι το εισαγόμενο βοδινό κρέας στην Ε.Ε. δεν είχε υποστεί επεξεργασία με απαγορευμένη αυξητική ορμόνη, την οιστραδιόλη 17β, η οποία θεωρείται καρκινογόνα.
Οι μεγάλες πιέσεις στην ελληνική παραγωγή από τις φθηνές εισαγωγές αναμένεται να αποτελέσουν μία από τις σημαντικότερες επιπτώσεις της Mercosur ιδίως στους τομείς του μελιού, του ρυζιού, του αραβοσίτου, του κρέατος πουλερικών και βοοειδών, του κρασιού, του επιτραπέζιου σταφυλιού κ.ά., ενώ δεν αποκλείεται ο κίνδυνος ελληνοποιήσεων.
Όμως, το πιο σοβαρό ίσως πρόβλημα αναμένεται να προκύψει όχι από τις απευθείας εισαγωγές από τις χώρες της Νότιας Αμερικής στην Ελλάδα, αλλά από το γεγονός ότι τα προϊόντα μας δεν θα μπορούν να διοχετευθούν και να απορροφηθούν από τις αγορές της Ε.Ε., καθώς τα εισαγόμενα από τη Mercosur θα είναι φθηνότερα και άφθονα (π.χ., ρύζι, με τη χώρα μας να κατέχει την τρίτη θέση στην Ε.Ε. με την υψηλότερη παραγωγή, το 60%-70% περίπου της οποίας εξάγεται).
Όσο για τις εξαγωγές των ελληνικών αγροδιατροφικών προϊόντων, δεν αναμένεται κάποια θεαματική αύξηση με την προβλεπόμενη μείωση των δασμών, παρά τις επαγγελίες για τεράστιες ευκαιρίες στις νέες αγορές των πολλών εκατομμυρίων κατοίκων, κυρίως γιατί οι μέσοι καταναλωτές της Mercosur έχουν σχετικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο και τα ελληνικά προϊόντα είναι μεν ποιοτικά, αλλά και ακριβά για την πλειονότητα αυτών των αγορών - με εξαίρεση ίσως την ελληνική κονσερβοποιία (ροδάκινα κ.λπ.).
Προστασία στο μέλλον και κατόπιν εορτής
Οι υποτιθέμενες διασφαλίσεις λειτουργούν περισσότερο ως ένα εργαλείο επικοινωνίας για την προώθηση μιας βλαπτικής συμφωνίας παρά ως μια πραγματική προστασία της παραγωγής, των καταναλωτών και του περιβάλλοντος. Τα περισσότερα από τα μέτρα-διασφαλίσεις θα ληφθούν ή θα εφαρμοστούν αργότερα και σε αρκετές περιπτώσεις κατόπιν εορτής, αφού υπάρξει σχετική παρακολούθηση και εφόσον παρουσιαστούν προβλήματα που θα αποφασιστεί ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν, ενώ τα 6 δισ. αποζημιώσεων για τα πάντα είναι εντελώς ανεπαρκή...
Πάντως, ακόμα και η προστασία των ΠΟΠ προϊόντων -που αφορά 21 από τα συνολικά 114 ελληνικά- θα γίνει πλήρως σε μία επταετία, ενώ οι ρήτρες διασφάλισης για τις οποίες επιχαίρει η κυβέρνηση τίθενται σε ισχύ εκ των υστέρων, αφού έχουν γίνει ήδη υπερεισαγωγές και έχουν καταρρεύσει οι τιμές παραγωγού, με απόφαση Κομισιόν. Ενώ η αλλαγή του τρόπου αγροτικής παραγωγής στις χώρες της Mercosur (ρήτρα αμοιβαιότητας) και η συμμόρφωσή τους στα ευρωπαϊκά πρότυπα δεν αλλάζουν την κρατούσα κατάσταση με τα εκατοντάδες στρέμματα γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών και τις επιμολύνσεις με φάρμακα, ορμόνες, αντιβιοτικά κ.ά.
Σε άμεση ισχύ
Παρότι η επίμαχη συμφωνία αναμένεται να περάσει και από ψηφοφορία στο Ευρωκοινοβούλιο τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο, εντούτοις οι συνθήκες της Ε.Ε. επιτρέπουν την προσωρινή εφαρμογή της πριν από την έγκριση του Κοινοβουλίου, ενώ το αν θα περάσει από τη «βάσανο» των εθνικών Κοινοβουλίων δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο πυλώνας για το εμπορικό σκέλος ισχύει αμέσως.
Πριν από περίπου 10 ημέρες η προεδρία του Συμβουλίου ακύρωσε μια ύστατη προσπάθεια των χωρών που αντιτίθενται στη συμφωνία να αποτρέψουν την προσωρινή έναρξη ισχύος της Mercosur πριν ολοκληρωθεί όλη η διαδικασία επικύρωσης στην Ε.Ε., καθώς απέσυρε δήλωση δέσμευσης ότι θα περιμένει την ψηφοφορία του Ευρωκοινοβουλίου πριν από την εφαρμογή της προσωρινής συμφωνίας. Η γαλλική κυβέρνηση και αρκετοί ευρωβουλευτές χαρακτήρισαν την κίνηση αυτή αντιδημοκρατική, ενώ άλλοι επισήμαναν ότι τέτοιες δηλώσεις δέσμευσης περί αναμονής των αποφάσεων του Ευρωκοινοβουλίου «δεν αποτελούν συνήθη πρακτική».
Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν από χθες βρίσκεται στην Παραγουάη για την τελετή υπογραφής της συμφωνίας.
Σταύρος Αραχωβίτης:*

Κακή συμφωνία για την αγροτική παραγωγή
Η συμφωνία Mercosur με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής υπογράφτηκε από την πλειοψηφία των κυβερνήσεων των χωρών της Ε.Ε., μεταξύ αυτών και της ελληνικής κυβέρνησης με Ν.Δ., τον Ιανουάριο του 2026. Συνεπώς, φέρει ακέραια την ευθύνη και των συνεπειών για τους Έλληνες παραγωγούς και τα προϊόντα μας.
Πρόκειται για μια κακή συμφωνία σε σχέση με την αγροτική παραγωγή της Ευρώπης. Τα ευρωπαϊκά γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα θα δεχτούν τον άνισο ανταγωνισμό από τα αντίστοιχα των χωρών της Mercosur - κάτι που οφείλεται κυρίως στο διαφορετικό κόστος παραγωγής αλλά και στις συνθήκες παραγωγής.
Υπενθυμίζεται ότι: Το 1995 τίθεται το πολιτικό πλαίσιο. Υπογράφεται η Διαπεριφερειακή Συμφωνία-Πλαίσιο μεταξύ Ε.Ε και Mercosur. Δεν είναι εμπορική συμφωνία, αλλά ανοίγει τον δρόμο. Το 1999 ξεκινούν επίσημα οι διαπραγματεύσεις για την εμπορική συμφωνία, αλλά παγώνει το 2019 μετά από αντιδράσεις αγροτών, περιβαλλοντικών οργανώσεων και εθνικών Κοινοβουλίων.
Το 2023 ξεκινά ξανά η διαδικασία που καταλήγει σε υπογραφή το 2026.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε εκφράσει τη διαφωνία της με τη συμφωνία, θέση που διατηρεί ακλόνητη και με συνέπεια μέχρι σήμερα. Καθώς όμως τότε οι συζητήσεις εξελίσσονταν, έγινε προσπάθεια να προστατευτούν τα εθνικά μας συμφέροντα στην περίπτωση που η συμφωνία ολοκληρωνόταν. Στην προσπάθεια αυτή, προσωπικά ενημέρωσα τους Έλληνες ευρωβουλευτές τον Νοέμβριο του 2018 και ζήτησα τη συνδρομή τους. Κάτω από τις αντιδράσεις η διαδικασία πάγωσε.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Τι έχει επιτύχει η κυβέρνηση της Ν.Δ., η οποία υπέγραψε τη συμφωνία Mercosur, για την προστασία των προϊόντων και των αγροτών μας; Είναι υποχρεωμένη να δώσει λόγο στους αγρότες και στον ελληνικό λαό.
* Ο Σταύρος Αραχωβίτης είναι πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, υπεύθυνος Τμήματος Αγροτικής Πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.